Από τον Heretic κριτικό Γιάννη Κρουσίνσκυ
Στο έργο δημιουργείται μια ενδιαφέρουσα κινηματογραφική αισθητική, κατά την οποία αποδίδονται με παραστατικότητα τα αλυσιδωτά, αντικρουόμενα συναισθήματα τούτης της ερημικής μικροκοινωνίας.
Τα συναισθήματα αυτά θυμίζουν μια μετάβαση Ειρήνης και Πολέμου, σαν σε έναν επαναλαμβανόμενο κύκλο. Ρυθμιστικό σημείο στο κέντρο του κύκλου, αποτελεί φυσικά η κυρίαρχη δεισιδαιμονία της περιοχής!
Εν κατακλείδι, η Αλληγορία φαίνεται να κερδίζει τις εντυπώσεις στην ταινία του σεναριογράφου-σκηνοθέτη Ντιέγκο Θεσπέδες, υπερνικώντας τη δεισιδαιμονία, καθώς και μία επερχόμενη προπαγάνδα.
Η ταινία αντικατοπτρίζει την ειλικρίνεια και υποκρισία μιας μικροκοινωνίας, η οποία ταυτοχρόνως παραδίδεται γλυκά στον Έρωτά της και τον επιπλήττει σαν να μην υπήρξε ποτέ μέσα της.
Ανάλυση
Απαραίτητη Εισαγωγή…
Στην ταινία “Το Μυστηριώδες Βλέμμα του Ροζ Φλαμίνγκο” (2025) υπάρχει εμφανώς μια Αντιρατσιστική Θεματική. Σε αυτήν προκρίνεται και υποστηρίζεται έγκυρα σαν κεντρικό καλλιτεχνικό μήνυμα, το Δικαίωμα διαφορετικής σεξουαλικότητας, διαφορετικής κοινωνικής ταυτότητας, αλλά και αλλιώτικης-απρόβλεπτης-αντίστροφης ένδυσης. Επιπλέον, το ευαισθητοποιημένο έργο θέτει σαν Προβληματική την έλλειψη ευθυκρισίας των ανθρώπων, όταν αυτοί πανικοβάλλονται και αδυνατούν να εξηγήσουν ορθολογικά κάτι.
Έτσι, η ταινία ταξιδεύοντάς μας πίσω στο 1982 (έτος όπου απέχει μόλις ένα χρόνο από την πρωτόλεια κλινική παρατήρηση της νόσου AIDS το 1981, καθώς και τέσσερα χρόνια από την επίσημη ανακάλυψη με προσδιοριστική ονομασία της σύστασης του ιού HIV το 1986) θα εξετάσει σε μυθοπλαστικούς, μα ρεαλιστικούς τόνους, την υπό δοκιμασία κριτική ικανότητα-ψυχραιμία των περσόνων. Αλλά και την υπό δοκιμασία κριτική ικανότητα-διαύγεια του θεατή. Σε κάτι που ίσως μοιάζει μεν με τα συμπτώματα του ιού HIV και με την καταληκτική πορεία της νόσου AIDS, χωρίς αυτό να σημαίνει απαραίτητα ότι τελικά στην υπόθεση του έργου είναι και το ίδιο πράγμα. Μάλλον όμως, η όποια αμφιβολία-σιγουριά του θεατή, αφορά και το σκόπιμο παιχνίδι σεναρίου-σκηνοθεσίας-μοντάζ-μακιγιάζ του έργου.
Κάτι ακόμη, που έχει μεγάλο ενδιαφέρον, είναι η εν έτει 1982 απόσταση προόδου, της ερημικής επαρχίας από την πρωτεύουσα της Χιλής, Σαντιάγο. Παρατηρούμε, ότι καμία ντόπια περσόνα παρά τα τόσα οικονομικά, περιβαλλοντικά, κοινωνικά, ψυχολογικά ή σωματικά προβλήματα, που προκύπτουν στην κατεστραμμένη, δίχως προοπτική, τούτη ερημική περιοχή, δεν σκέφτεται, ούτε και θέλει να πάει να ζήσει στην πρωτεύουσα. Γιατί; Μα εξαιτίας της τότε χιλιάνικης δικτατορίας στη χώρα (με καταγεγραμμένη διάρκεια από το 1972 έως το 1990 & ατύπως έως το 2006). Έμμεσο μεν αντιδικτατορικό μήνυμα, πολύ πίσω στο βάθος του έργου. Αλλά ωραία τροφή για σκέψη. Η ερημική, προβληματική επαρχιακή κοινωνία, ήταν άραγε καλύτερη, από την τότε υποταγμένη, πυκνοκατοικημένη κοινωνία της πρωτεύουσας και των άλλων πόλεων; Πόσο μάλλον, για ανθρώπους με αλλιώτικη έκφραση ερωτισμού…
Γενικώς…
Στην πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία, ο σκηνοθέτης Ντιέγκο Θεσπέδες στρέφει το καλλιτεχνικό ενδιαφέρον του παγκόσμιου αλλά και Χιλιανού θεατή, στο έτος 1982. Εκεί θα συναντήσουμε κινηματογραφικά μια αλλιώτικη Χιλή, με μεγεθυντικό φακό σε απομακρυσμένη επαρχιακή περιοχή. Ένα ερημικό μέρος, στο οποίο οι άνθρωποι απλώς περιμένουν το θάνατο να έρθει κάποτε. Αργά ή γρήγορα. Μόνη διέξοδός τους είναι, να ερωτευτούν. Η περιοχή πλήττεται από κάποια άγνωστη μόλυνση. Η άγνωστη αιτία βασανίζει το μυαλό των φοβισμένων ανθρώπων, όσο περισσότερο παρατηρείται η εμφάνιση της αποτυπωμένης ασθένειας σε κάποιους κατοίκους της περιοχής. Οι άνθρωποι της κωμόπολης προσπαθούν απλά να επιβιώσουν, ξεχνώντας τη δυστυχία τους. Μιας και δεν ενδιαφέρεται κανένας κοινωνικός φορέας για το μέλλον τούτων των κατοίκων.
Το μεγαλύτερό τους πρόβλημα όμως καταλήγει να είναι, ότι η ανθρώπινη άγνοια φέρνει τη δεισιδαιμονία. Παράλληλα, έχει γνωστοποιηθεί παγκοσμίως μια αβέβαιη διατύπωση, για την εξάπλωση ενός ιού, που καταλήγει σε μια θανατηφόρο νόσο. Το στραβά κολλημένο παζλ μέσα στο μυαλό των κατοίκων φαντάζει λοιπόν θέμα χρόνου. Ο μέσος όρος ηλικίας για την περιοχή αφορά μεσήλικες και ελάχιστους νέους. Από τη μία πλευρά υπάρχουν οι άντρες μεταλλωρύχοι και από την άλλη οι τρανς γυναίκες (εννοώ άντρες ομοφυλόφιλοι, που αυτοπροσδιορίζονται σαν γυναίκες και ντύνονται με γυναικεία ρούχα). Οι μεταξύ τους σχέσεις, περιγράφονται από καθοριστικές αντιφατικές πράξεις, που είναι απόρροια εκδήλωσης αντικρουόμενων συναισθημάτων.
Στην ταινία του σεναριογράφου-σκηνοθέτη Ντιέγκο Θεσπέδες, πρόκειται όμως για εσωτερική διαπάλη αντικρουόμενων συναισθημάτων, μόνο από την πλευρά των ψυχολογικά μπερδεμένων μεταλλωρύχων (οι οποίοι είναι βέβαιοι, μόνο για τον τρόπο που θέλουν να ντύνονται). Καθότι αντιθέτως, σε σενάριο και σκηνοθεσία οι γυναίκες τρανς έχουν πλήρη σιγουριά για την ταυτότητά τους (σεξουαλική-κοινωνική-ενδυματολογική). Όμως οι γυναίκες τρανς οφείλουν να αμυνθούν απέναντι στις καθοριστικές αντιφατικές πράξεις των μεταλλωρύχων. Πράξεις αβρότητας και βίας. Έτσι, προσαρμόζονται αντιστοίχως σε μια ρυθμιστική συμπεριφορά, η οποία ακολουθεί εναλλασσόμενη ροή, πράξεων ηρεμίας και επαγρύπνησης.
Πράξεις, οι οποίες διακατέχονται, αναγκαστικά λόγω άμυνας (και όχι λόγω εσωτερικής διαπάλης), από προσαρμοστικότητα σε έντονα αντικρουόμενα συναισθήματα. Ποια ακριβώς είναι αυτά; Πότε συναισθήματα ευγένειας, τρυφερότητας και ειρηνικής συνύπαρξης, η οποία αφενός εκπέμπει διάχυτο σεβασμό από τους μεταλλωρύχους προς την παρέα της αρχηγού και πρεσβύτερης των τρανς, Μάμα Βόα. Πότε όμως και συναισθήματα απότομης ψυχρότητας, βίας και απειλητικού ρατσιστικού μίσους, που αποτυπώνονται μέσω έλλειψης σεβασμού από τους μεταλλωρύχους απέναντι στην προστατευόμενη κοινότητα της Μάμα Βόα.
Στο έργο δημιουργείται μια ενδιαφέρουσα κινηματογραφική αισθητική, κατά την οποία αποδίδονται με παραστατικότητα τα αλυσιδωτά αντικρουόμενα συναισθήματα τούτης της ερημικής μικροκοινωνίας στη χιλιάνικη επαρχία. Τα συναισθήματα αυτά θυμίζουν μια μετάβαση Ειρήνης και Πολέμου, σαν σε έναν επαναλαμβανόμενο κύκλο. Ο κύκλος των συναισθημάτων σχηματίζεται με τακτική πορεία, ακολουθώντας την ανάλογη μετάβαση. Έχουμε δηλαδή γεννημένα συναισθήματα τρυφερότητας, που οδηγούν στα μισά του κύκλου στον Πόλεμο. Αλλά εν συνεχεία, έχουμε στα υπόλοιπα μισά του κύκλου μεγαλωμένα συναισθήματα μίσους, που καταλήγουν ξανά σε Ειρήνη.
Στην ουσία, μιλάμε σε πιο πανοραμικό σεναριακό επίπεδο, για έναν κύκλο, Σεβασμού και Έλλειψης Σεβασμού. Ρυθμιστικό σημείο στο κέντρο του κύκλου, μεταξύ Έλλειψης Σεβασμού και Επανακατασκευής του, αποτελεί φυσικά η κυρίαρχη δεισιδαιμονία της περιοχής! Με αφορμή αυτήν, οι μεταλλωρύχοι διαθέτουν μια αλλαγμένη ψυχολογία και ιδιοσυγκρασία, που ρυθμίζεται αρνητικά, είτε σε πρόσκαιρες στιγμές με το μίσος στο κόκκινο (έχοντας μεγάλη απόδοση βίας), είτε σε ένα κεντρικό σκεπτικό στο πίσω μέρος του μυαλού τους (όπου εκεί η βία βρίσκεται σε πιο ήπια έκφραση). Η πιο σπάνια, θετικά ρυθμισμένη ψυχολογία τους, περιλαμβάνει την αγάπη, η οποία στο τέλος του έργου θα αποκτήσει ισχυρή δυναμική με έναν γάμο. Καθότι, οι ντόπιοι άντρες του πιο “κλασικού” ντυσίματος, επηρεάζονται επίσης από αρχηγικές μορφές.
Όπως από τον πρεσβύτερο Κλεμέντε ή τον νεαρό Γιοβάνι. Ωστόσο, οι μεταλλωρύχοι δεν είναι στο προσκήνιο. Στο κινηματογραφικό προσκήνιο βρίσκονται οι τρανς. Η σκηνοθεσία και το μοντάζ μάς ξεναγούν στην καθημερινότητά τους. Αυτοί οι άνθρωποι ξέρουν να ερωτεύονται, αλλά έχουν μάθει παράλληλα να αντιμετωπίζουν τον ρατσισμό κατάματα. Και μάλιστα, με μεγάλη *πυγμή. Για την ακρίβεια, θα μπορούσαμε να πούμε, ότι συμπεριφέρονται με τρυφερότητα γυναικών όταν τις σέβονται και με γενναιότητα ανδρών όταν τους προσβάλλουν ή επιτίθενται. Και δεν είναι καθόλου στερεοτυπικό κάτι τέτοιο. Καθότι επηρεάζεται από τον κύκλο της αβρότητας / βίας, η ιδιαίτερη (διττή) κοινότητα της Μαντάμ Βόα, σε τούτη την ψυχοκοινωνικά ανώριμη, υπόλοιπη μικροκοινωνία.
Παρουσιάζει ενδιαφέρον, η πληροφορία για τη μόλυνση της περιοχής και η “μόλυνση” στο μυαλό των ανθρώπων. Η αναζήτηση της αλήθειας καταπνίγεται από τους περισσότερους ενήλικους κατοίκους. Αντιθέτως, μια παιδική ματιά μοιάζει να διαθέτει περισσότερη διαύγεια! Πράγματι, η ταύτιση με την αναζήτηση και ανακάλυψη της αλήθειας -κατά συνέπεια και με την υπερνίκηση της δεισιδαιμονίας- προσωποποιείται από την παρουσία της αθώας κεντρικής ηρωίδας, Λίντια. Η μικρούλα Λίντια είναι ένα θαρραλέο, ορφανό κορίτσι. Μπορεί μεν να μην έχει γονείς. Αλλά βρήκε οικογένεια με μητέρες, θείες και φίλες, στην κοινότητα της Μαντάμ Βόα.
Συμπερασματικά
Η Λίντια βιώνει στην παιδική της ηλικία μπούλινγκ από τα αγόρια της τοπικής λίμνης, τα οποία βρίσκονται σε μεγαλύτερη παιδική αλλά και εφηβική ηλικία. Η Μάμα Βόα και τα υπόλοιπα μέλη αναλαμβάνουν αμέσως δράση υπεράσπισης. Ωστόσο, η μικρούλα Λίντια θαυμάζει πιο πολύ την “Φλαμίνγκο.” Την αγαπημένη προστατευόμενη της Μάμα Βόα. Το οικογενειακό τρίγωνο, Μαντάμ Βόα, Φλαμίνγκο και Λίντια, θα μπορούσαμε να πούμε, ότι προσδιορίζει με καλλιτεχνικό μήνυμα αντιστοίχως μια εναλλακτική γιαγιά, μητέρα, κόρη.
Μέσα στη διαμάχη των μεταλλωρύχων και των ανθρώπων της Μαντάμ Βόα, αρχίζει να διαφαίνεται μια ίδια ερωτική φύση. Όπου ανεξαρτήτως αντίθετου ενδυματολογικού κώδικα και συνειδητοποιημένης κοινωνικής συμπεριφοράς, επί της ουσίας, μιλάμε για άτομα που τους αρέσει το ίδιο φύλο (ή εν πάση περιπτώσει, η ιστορία του Κλεμέντε ενδέχεται να αφορά αμφιφυλοφιλία-δεδομένου ότι ο ίδιος έκανε και μια κόρη στη ζωή του). Αλλά στην ουσία, μιλάμε για άτομα που τους αρέσει το ίδιο φύλο. Οι μεν “κλασικού” ντυσίματος δυσκολεύονται να το παραδεχτούν. Οι δε τρανς είναι άνετες, αλλά ανέχονται και πληρώνουν το τίμημα για την ενοχή των πρώτων. Αυτοί όλοι μαζί όμως, βιολογικά είναι ομοφυλόφιλοι άντρες και αποτελούν την πλειονότητα των κατοίκων της περιοχής. Η βιολογική γυναικεία παρουσία στον ντόπιο επαρχιακό πληθυσμό σχεδόν δεν υπάρχει, σε τούτη τη σεναριακή γωνιά του πλανήτη.
Και όμως, εδώ σαν σπάνιο και ταπεινό στοιχείο διαφορετικότητας παρουσιάζεται κάτι άλλο! Η ανθρώπινη σχέση της μικρούλας Λίντια με τον συνομήλικο Χούλιο. Δηλαδή δύο ετεροφυλόφιλα μικρά παιδιά, τα οποία προσπαθούν να εξερευνήσουν την πάσα αλήθεια περί προπαγανδιστικών φημών μόλυνσης στην περιοχή. Επιπλέον, οι Λίντια και Χούλιο δεν αρκούνται στο ότι έχουν ταιριαστή ερωτική φύση, προκειμένου να αισθανθούν έναν αθώο, παιδικό έρωτα. Προφανώς γιατί βρίσκονται ακόμη σε πολύ μικρή ηλικία για να εκφραστούν, αλλά και επειδή είναι οι μόνοι ετεροφυλόφιλοι της περιοχής. Δηλαδή, δεν έχουν άλλες πολλές επιλογές και το θεωρούν σχεδόν επιβεβλημένο, περιοριστικό στοιχείο. Ουσιαστικά, εδώ λοιπόν ο σκηνοθέτης παρουσιάζει το αντίστροφο μοντέλο που βίωναν κοινωνικά συνήθως οι ομοφυλόφιλοι, αντιπαραθέτοντας δύο ετεροφυλόφιλα μικρά παιδιά, μέσα σε μια αλλιώτικη κοινωνία. Η βασική διδακτική διαφορά είναι, ότι κανείς ομοφυλόφιλος δεν τους κάνει μπούλινγκ για την ετεροφυλοφιλία τους…
Αξιοσημείωτο είναι, ότι η τρυφερότητα σε τούτη την απομονωμένη κοινωνία βρίσκεται ακόμη και μέσα στη δεισιδαιμονία! Οι μεταλλωρύχοι πιστεύουν, ότι εάν μια ανθρώπινη παρουσία από τις προστατευόμενες της Μάμα Βόα ερωτευτεί και κοιτάξει έναν άντρα με μαγεία μέσα στα μάτια, τότε θα τον “μολύνει” με την ανερμήνευτη ασθένεια της περιοχής. Ο σκηνοθέτης Θεσπέδες αποδίδει τούτη τη δεισιδαιμονία –πέραν της ανεξέλεγκτης βίας- και με δόσεις Ρομαντισμού! Βάζοντας τον ντόπιο Γιοβάνι να φοβάται την τρανς Φλαμίνγκο, πως εκείνη πρώτα τον ερωτεύτηκε και εν συνεχεία τον μόλυνε με την επίμονη, μαγικά διαπεραστική, ματιά της. Βεβαίως, ο φοβισμένος Γιοβάνι δεν εξέτασε ποτέ, εάν μολύνθηκε η Φλαμίνγκο…
Στα λίγα μειονεκτήματα της ταινίας, ομολογώ πως δεν κατάλαβα, σε τι αλλάζει σεναριακά τη δηλητηριασμένη ψυχολογία όλων των κατοίκων, το ντραγκ σόου μέσα στην ερημιά; Σε ένα φτωχομάγαζο. Δηλαδή, που κολλάει η μικρογραφία ενός βραδινού ντραγκ σόου, σε ερημική περιοχή; Αφού το πρόβλημα το έχουν μέσα στο κεφάλι τους οι ημι-ρατσιστές, καταπιεσμένοι γκέϊ μεταλλωρύχοι, πρωί και βράδυ…Και πρωί και βράδυ, στον αντίποδα οι γυναίκες τρανς ήταν απελευθερωμένα άτομα, που φορούσαν συνεχώς τα γυναικεία ρούχα κοινωνικής έκφρασης. Οπότε σεναριακά, τι ακριβώς επετεύχθη με αυτό το ντραγκ σόου; Δήλωσε, ότι δεν είχαν κάτι άλλο να κάνουν όλοι οι ντόπιοι, σαν κοινωνική εκδήλωση;
Κατά τα άλλα, αρκετά πλεονεκτήματα, ανθρωπιστικό άγγιγμα σε ευαίσθητες χορδές της ψυχής, ενδιαφέρουσα αισθητική, ικανοποιητικές και πειστικές ερμηνείες. Μην αρχίσουμε τώρα τις ανούσιες κουβέντες, εάν είναι για όλους/όλες/όλα τα άτομα τούτη η ταινία. Είναι για Αντιρατσιστές, δεν είναι για ρατσιστές. Εάν νομίζει κάποιο άτομο, ότι θα του αλλάξει τη σεξουαλικότητα γενικώς μια οποιαδήποτε ταινία, τότε μάλλον απέχει αποκαρδιωτικά από την ενηλικίωση.
Εν κατακλείδι, η αλληγορία φαίνεται να κερδίζει τις εντυπώσεις στην ταινία, υπερνικώντας τη δεισιδαιμονία (λαϊκή αντίληψη για ματιά και ασθένεια), καθώς και μία επερχόμενη προπαγάνδα (όταν πιθανώς η μητέρα του Γιοβάνι λέει στη μικρή Λίντια, προπαγανδιστικά σχόλια για τους ομοφυλόφιλους άντρες). Η ταινία αντικατοπτρίζει την ειλικρίνεια και υποκρισία μιας μικροκοινωνίας, η οποία ταυτοχρόνως παραδίδεται γλυκά στον Έρωτά της και τον επιπλήττει σαν να μην υπήρξε ποτέ μέσα της. Μάλλον η ειλικρίνεια είχε σαν σύμμαχο και την πυγμή της διάθεσης για ζωή…
Σκεπτικό…
Γουέστερν Παιδικότητα / Όαση Καταφυγίου
Από τη μια πλευρά, η φαντασία της μικρούλας Λίντια βρίσκεται σε έξαρση, όταν η ίδια θέλει να εκδικηθεί σε ρυθμούς Γουέστερν τον θρασύδειλο Γιοβάνι. Μοτοποδήλατο, ατμοσφαιρικοί κιθαρισμοί στον ανοιχτό ορίζοντα…Και μια Λίντια, σε ρόλο αμείλικτης πιστολέρο.
Από την άλλη πλευρά, το καταφύγιο της Μάμα Βόα. Η αρχηγός Βόα υποδέχεται εκεί τον αρχηγό Κλεμέντε. Η σκηνοθεσία ορίζει με το πλάνο της τον εξασφαλισμένο σεβασμό, που απέκτησε η Μαντάμ Βόα. Η εικόνα της περσόνας εξυψώνει τη μορφή της ελάχιστα, ώστε να αναδειχτεί, τι σημαίνει αξιοπρέπεια, σεβασμός και θαυμασμός. Αργότερα, ο φακός πραγματοποιεί απομάκρυνση από την όαση του ησυχαστηρίου, που ήταν τελικά απλώς ένα μικρό, κατασκευασμένο καταφύγιο, έξω στην απέραντη έρημο.
Πιο Αναλυτικά…
Πυγμή & Όραμα
Η *πυγμή των τρανς, εκδηλώνεται και από τα ψευδώνυμα της εν λόγω κοινότητας. Καθότι εκείνοι φέρουν ονόματα ζώων με αρσενικό, θηλυκό και ουδέτερο πρόσημο, συμβολικής ελεύθερης αποτύπωσης. Δηλαδή λέγονται “Αετός”, “Λιονταρίνα”, “Βόα” και “Φλαμίνγκο.” Η τελευταία δικαιολογεί τον τίτλο της ταινίας και την κρίσιμη σημασία της περσόνας.
Το όραμα της μικρούλας Λίντια, αφορά έναν γήϊνο εξωραϊσμό της όλης περιοχής! Με το πνεύμα της Φλαμίνγκο να μεταμορφώνει το όλο τοπίο. Σαν ένα μέρος, στο οποίο μεγάλωσε η μικρούλα Λίντια, με οικογενειακή, διαχρονική αγάπη. Έτσι, η μικρούλα Λίντια δεν επιθυμεί τίποτα άλλο, από το να μπορούσε να ξανασυναντήσει για λίγο ακόμη, την εμπνευσμένη Φλαμίνγκο. Την παρουσία που αισθάνθηκε σαν μητέρα της.
Μια διανομή της Ama Films
Συντελεστές
Σενάριο: Diego Cespedes. Σκηνοθεσία: Diego Cespedes. Διεύθυνση Φωτογραφίας: Angello Fanccini. Μοντάζ: Martial Salomon. Πρωταγωνιστούν/συμμετέχουν: Tamara Cortes, Matias Catalan, Paula Dinamarca, Luis Dubo, Pedro Munoz κ.ά. Διανομή Ρόλων: Roberto Matus. Κοστούμια: Pau Auli. Διεύθυνση Σκηνογραφίας: Bernardita Baeza. Μακιγιάζ: Andrea Diaz, Francisca Marquez, Anna Gaubert. Μουσική: Florencia Di Concillio. Ήχος: Kyle Masterson-Silvestro, Ingrid Simon κ.ά.