Γράφει η Γεωργία Χιόνη

Φωτογραφίες: Γεωργία Χιόνη

Αν θα έπρεπε να προσδώσουμε ένα βασικό χαρακτηριστικό στη μόδα, αυτό δε θα ήταν άλλο από το ότι αποτελεί μία από τις πιο άμεσες μορφές κοινωνικής έκφρασης: δεν αποτυπώνει μόνο αισθητικές τάσεις, αλλά αντανακλά αξίες, επιθυμίες και τρόπους με τους οποίους τα άτομα τοποθετούνται μέσα στο κοινωνικό σύνολο.
Συνεπώς, πέρα από μηχανισμό αισθητικής, η μόδα αποτελεί ένα ζωντανό σύστημα που επηρρεάζει τις επιθυμίες μας, τις ταυτότητές μας και τις κοινωνικές μας συμπεριφορές. Κάθε φορά που επιλέγουμε ένα ρούχο, ένα χρώμα ή ένα αξεσουάρ, συμμετέχουμε σε ένα παιχνίδι που υπερβαίνει το προσωπικό γούστο, καθώς η μόδα μας «εκπαιδεύει»: μας μαθαίνει τι είναι καινούργιο, τι είναι αποδεκτό, ποιοι είμαστε και πώς θέλουμε να μας βλέπουν οι άλλοι. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η μόδα μετατρέπεται σε έναν παγκόσμιο κώδικα επικοινωνίας — έναν τρόπο να δηλώνουμε ποιοι είμαστε, τι πιστεύουμε και πώς επιλέγουμε να υπάρχουμε μέσα στον κόσμο.

Για παράδειγμα τα sneakers που έγιναν statement τα τελευταία χρόνια. Δεν αγοράζουμε μόνο ένα παπούτσι, δηλώνουμε συμμετοχή σε έναν τρόπο ζωής, σε ένα κοινό πολιτισμικό πεδίο που μοιράζονται χιλιάδες άλλοι άνθρωποι σε όλο τον κόσμο. Τα ίδια sneakers φορεμένα από διαφορετικούς ανθρώπους μπορούν να μεταδώσουν διαφορετικά μηνύματα: ένα ζευγάρι σε ένα street style look του Τόκιο δηλώνει νεανική δημιουργικότητα, ενώ στην Νέα Υόρκη μπορεί να προβάλλει κομψότητα και urban chic.

Η ίδια λογική ισχύει για τα vintage τζιν, τα oversized jackets ή τα fashion collaborations με καλλιτέχνες και influencers: η επιλογή μας συνδέεται με ευρύτερα κοινωνικά νοήματα και επιθυμίες που καλλιεργεί η ίδια η μόδα. Εδώ ακριβώς βρίσκεται και η μαγεία της: στην ικανότητά της αυτή να μετατρέπει τη διαφορά σε κανονικότητα. Σε προηγούμενες εποχές, ό,τι φαινόταν τολμηρό ή παράδοξο, σήμερα μπορεί να θεωρείται φυσιολογικό.

Ας θυμηθούμε τα πολύχρωμα ρούχα των 90s: μπορεί τότε κάποιοι να τα θεωρούσαν περίεργα, σήμερα, όμως, κυκλοφορούν σε mainstream καταστήματα και θεωρούνται «μοντέρνα κλασικά». Το ίδιο ισχύει και για τα gender-neutral outfits, που από εναλλακτική επιλογή έχουν
εξελιχθεί σε σύγχρονη δήλωση ταυτότητας, προβάλλοντας κοινωνικές αξίες ισότητας και αυτοέκφρασης. Η μόδα, στο πλαίσιο αυτό, δεν περιορίζεται στο «ντύσιμο». Είναι ένας κοινωνικός καθρέφτης που αναδιαμορφώνει την εικόνα μας για τον κόσμο και για τον ίδιο μας τον εαυτό. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, για παράδειγμα, εκεί όπου η παρουσία μας ντύνεται με εικόνες και στυλ: μια φωτογραφία με ένα συγκεκριμένο outfit δεν είναι απλώς ένδυση, είναι δήλωση για τη θέση μας μέσα στην κοινωνία, για τις αξίες και τα πρότυπά μας. Η μόδα γίνεται τρόπος επικοινωνίας, ένας μηχανισμός που μας διδάσκει πώς να προβάλλουμε την ταυτότητά μας.

Η προσωπική εμπειρία είναι κεντρική: κάθε άνθρωπος αντιλαμβάνεται τη μόδα διαφορετικά. Για κάποιους είναι τρόπος έκφρασης και πειραματισμού, για άλλους μηχανισμός ένταξης ή κοινωνικής αποδοχής: ένα κοστούμι ή ένα επίσημο ένδυμα μπορεί να ανοίξει πόρτες, να δημιουργήσει εντύπωση επαγγελματισμού και να διευκολύνει την κοινωνική ένταξη σε συγκεκριμένα περιβάλλοντα. Από την άλλη, ένα streetwear look με oversized hoodie και sneakers μπορεί να δηλώσει δημιουργικότητα, ή άνεση και ελευθερία κινήσεων.

Κάθε νέα συλλογή, κάθε τάση που εμφανίζεται, δημιουργεί την αίσθηση του «καινούργιου», ακόμη κι αν επαναλαμβάνει μοτίβα από το παρελθόν. Oι «κύκλοι» της μόδας μας διδάσκουν ότι η καινοτομία δεν είναι μόνο θέμα σχεδιασμού, αλλά κοινωνικής αντίληψης. Η μόδα επαναφέρει και αναπροσαρμόζει στοιχεία, μετατρέποντας κατ΄αυτόν τον τρόπο τη διαφορά σε κανονικότητα. Η αναβίωση των τάσεων των δεκαετιών του 80 και 90 είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα: πράγματα που κάποτε θεωρούνταν υπερβολικά, σήμερα γίνονται mainstream και επιθυμητά.

Η μόδα είναι επίσης ένας τρόπος παιχνιδιού με τα φύλα και την ταυτότητα. Τα gender-neutral ρούχα, τα unisex sneakers και τα oversized jackets αμφισβητούν τα παραδοσιακά στερεότυπα και δείχνουν πώς η μόδα μπορεί να αλλάξει τον τρόπο που βλέπουμε τις κοινωνικές δομές. Ένα απλό t-shirt ή ένα blazer δεν είναι πλέον μόνο ένδυση, αλλά δήλωση κοινωνικών αξιών, ισότητας και προσωπικής ελευθερίας. Μια άλλη διάσταση της μόδας είναι η σχέση της με την αυτοεκτίμηση και την ψυχολογία. Το να φορέσουμε κάτι που μας κάνει να νιώθουμε όμορφοι ή δυνατοί έχει άμεσο αντίκτυπο στον τρόπο που κινούμαστε στον κόσμο. Η ψυχολογία του χρώματος, η εφαρμογή, ακόμα και τα αξεσουάρ λειτουργούν σαν μικρές «ενισχύσεις» που αλλάζουν τη διάθεση και τη στάση μας. Ένα έντονο κόκκινο φόρεμα, για παράδειγμα, μπορεί να δώσει αυτοπεποίθηση, ενώ ένα άνετο ντύσιμο μπορεί να προσφέρει ηρεμία.

Η μόδα, συνεπώς, μέσα στα κοινωνικά σύνολα λειτουργεί ως καθρέφτης. Αν παρατηρήσουμε τις τάσεις στο Instagram ή τα street style looks των Εβδομάδων Μόδας σε Λονδίνο, Παρίσι και Μιλάνο, Κοπεγχάγη, βλέπουμε πώς οι επιλογές των influencers ή των διάσημων καθορίζουν τι θεωρείται «μοντέρνο», «cool» ή «επιθυμητό». Κάθε outfit γίνεται μέρος ενός ευρύτερου διαλόγου, όπου τα άτομα συμμετέχουν σε έναν συνεχόμενο κύκλο επιρροής και μίμησης.
Η μόδα δεν παρουσιάζεται απλώς ως αισθητική εμπειρία, αλλά ως εργαλείο αυτογνωσίας και κοινωνικής παρατήρησης. Μέσα από αυτό, ανακαλύπτουμε πώς οι μικρές επιλογές μας στο ντύσιμο επηρεάζουν τον τρόπο που βλέπουμε τον κόσμο και τον τρόπο που ο κόσμος μας βλέπει. Η μόδα, τελικά, είναι κάτι παραπάνω από ρούχα: είναι ένα εργαλείο που μας δίνει τη δυνατότητα να καταλάβουμε ποιοι είμαστε και ποιοι θέλουμε να γίνουμε.
Κλείνοντας, αξίζει να σκεφτούμε ότι η μόδα είναι ταυτόχρονα προσωπική και συλλογική. Τα ρούχα μας συνδέουν με άλλους ανθρώπους, με κοινωνικά πρότυπα και με ευρύτερους πολιτισμικούς κώδικες. Κάθε outfit, κάθε επιλογή αξεσουάρ, κάθε τάση, λειτουργεί ως γέφυρα ανάμεσα στο προσωπικό γούστο και τις κοινωνικές προσδοκίες. Με αυτόν τον τρόπο, η μόδα δεν είναι απλώς κάτι που φοράμε — είναι κάτι που μας διαμορφώνει και μας καθοδηγεί, καθιστώντας την ένα από τα πιο δυναμικά και καθημερινά πολιτισμικά φαινόμενα.