Από τον Heretic κριτικό Γιάννη Κρουσίνσκυ
Με αφορμή την πρόσφατη κυκλοφορία της ταινίας “Ο Μάγος του Κρεμλίνου” του σκηνοθέτη Ολιβιέ Ασάγιας, παρουσιάζεται μια καλή ευκαιρία. Για ένα διερευνητικό Αφιέρωμα, που κινείται χρονικά αντιστρόφως. Από τον τωρινά διαμαρτυρόμενο μετασοβιετικής θεματικής Κινηματογράφο, στις προηγηθείσες (Αντι)μετασοβιετικές και φυσικά Αντισοβιετικές ταινίες.
Πρόκειται εν συνόλω για πολιτικοϊστορικά αιχμηρές ταινίες, όπου κατά τη διαδοχή τους παρατηρείται μια ορατή τροφοδότηση καλλιτεχνικής Ελευθερίας. Όμως χρειάστηκε να φτάσουμε στις αρχές του 21ου αιώνα, προκειμένου να διατυπωθεί θαρραλέα και αλυσιδωτά η άβολη αλήθεια, μέσα από το πρίσμα της 7ης Τέχνης.
Και φυσικά, αυτό θα γινόταν μόνο από προσωπικότητες σκηνοθετών με κότσια. Χωρίς να είναι του ίδιου βεληνεκούς, μα έχοντας προσωπικό όραμα, για να συνεισφέρουν τελικά από κοινού σε μία σημαντική αλήθεια. Μία ανιδιοτελή διαμαρτυρία, η οποία σχετίζεται και με την εθνικότητά τους.
Αντιμετασοβιετικό – Αντισοβιετικό Ύφος
Αντίστροφη Πορεία Έκφρασης…
Σε τούτο το Αφιέρωμα έχει σημασία η παρατήρηση στην αντίστροφη κινηματογραφική πορεία, της καλλιτεχνικής Ελευθερίας που πραγματοποίησαν διάφοροι τολμηροί σκηνοθέτες, στις αρχές του 21ου αιώνα. Καθότι, για να μπορεί να (επαν)εξεταστεί σε εκτεθειμένη θέα το μετασοβιετικό πολιτικό τοπίο στην ταινία “Ο Μάγος του Κρεμλίνου”, υπό την αιχμηρή κριτική μιας δραματικής – σατιρικής κινηματογραφικής αφήγησης (η οποία θα παρέθετε μυθοπλαστικό συν πραγματιστικό υλικό στο Σήμερα), χρειάστηκε πρωτίστως κάτι σημαντικό. Το Σινεμά, χρειάστηκε απαραιτήτως, να περάσει αλυσιδωτά από διάφορα στάδια εξέλιξης – ωρίμανσης. Και αντιστοίχως, υπήρξε ενδιαφέρον από το εκπαιδευόμενο (ή ήδη εκπαιδευμένο) κοινό, που έγινε (ή ήδη ήταν) πιο ανοικτόμυαλο απέναντι στην παρουσία αυτής της φιλμογραφικής ωρίμανσης. Αντισοβιετικής φιλμογραφικής ωρίμανσης, για να είμαστε πιο ακριβείς. Αυτά τα ειδικά στάδια περιλαμβάνουν ταινίες, που όρισαν την ίδια την εξέλιξη. Ταινίες που τόλμησαν, να εκθέσουν το σοβιετικό καθεστώς.
Είτε με σάτιρα, είτε με ωμή παράθεση ιστορικών γεγονότων, είτε με τη δραματική παρουσία προσωποποιημένης έντασης. Με μυθοπλαστικούς χαρακτήρες, με αληθινά πρόσωπα. Με την απτή πραγματικότητα που διασπά ψευδαισθήσεις και ιδεοληψίες. Είτε και με όλα τα παραπάνω. Όπως και να έχει, η διάδοχη πορεία των Αντισοβιετικών ταινιών του 21ου αιώνα δεν οδήγησε τυχαία στην ενδιάμεση και στην τωρινή μετεξελιγμένη κριτική ματιά, φέροντας ακολουθία Αντι-μετασοβιετικής αντίληψης. Αυτό φυσικά, έγινε μέσα από τούτη την ιδιαίτερη κινηματογραφική πορεία σκηνοθετών αλλιώτικου μεν ύφους, μα διαθέτοντας παρόμοια πολιτικοϊστορική οπτική. Αυτοί συνέβαλλαν στην αφοσιωμένη διαδοχή του καθοριστικού Αντισοβιετικού Σινεμά στον 21ο αιώνα. Μια πρακτική συμβολή, ώστε να φτάσουμε πλέον πιο εύκολα ως λάτρεις του Σινεμά -δίχως την παραμικρή απορία και τις όποιες εκπλήξεις- στην Αντιμετασοβιετική κινηματογραφική διαμαρτυρία.
Οπότε ουσιαστικά εδώ εξετάζουμε, μια αντίστροφη πορεία καλλιτεχνικής Ελευθερίας! Με σκηνοθέτες διαφόρων εθνικοτήτων. Τούτες οι εθνικότητες, μέσα από την ποικιλομορφία τους, καταρρίπτουν και το οποιοδήποτε αφελές και θνησιγενές αφήγημα δήθεν προπαγάνδας. Δηλαδή, δεν μπορεί να “βάλθηκαν” τόσοι σκηνοθέτες, από αλλιώτικες χώρες, περιοχές και κουλτούρες που υπάγονται στην Ευρώπη, να θεσπίσουν ξαφνικά στον 21ο αιώνα μια συγκεκριμένη κινηματογραφική άποψη, συντριπτικής δυσαρέσκειας. Αντιθέτως, κάτι άλλο έγινε. Και αυτό το λέω, καθότι ιστορικά μιλώντας, αρκετές από αυτές τις εθνικότητες – καταγωγές – χώρες – περιοχές – ιστορίες – ταινίες έχουν τεκμηριωμένες άσχημες αναμνήσεις από το σοβιετικό καθεστώς. Συνοδευόμενες από έντονες και εύστοχες ανησυχίες, για το μετασοβιετικό πολιτικό τοπίο. Άρα, κάτι το κοινό οραματίσθηκαν, καλλιτεχνικά διαμαρτυρόμενοι, όλοι τους αυτοί οι σκηνοθέτες. Και επέλεξαν, να το καταθέσουν κινηματογραφικά, με τη διεισδυτική τους ματιά.
Σχεδιάγραμμα Ταινιών…
Ουσιαστικά, το συγκεκριμένο κινηματογραφικό Αφιέρωμα λειτουργεί, έχοντας ως χρονολογικό σκεπτικό αριθμητικής ακολουθίας, το έτος στο οποίο γυρίστηκε η εκάστοτε ταινία. Και όχι, το πότε αναφέρεται χρονικά η πλοκή της.
Δηλαδή στο σχεδιάγραμμα αυτών των ταινιών θα ταξιδέψουμε, ξεκινώντας πρώτα από το 2025 και φτάνοντας τελικά πίσω στο 2007. Οι ταινίες αφορούν την κατηγορία της Μυθοπλασίας, που όμως καθρεπτίζει Αλήθειες…
Επομένως, το Αφιέρωμα, σε Πρώτο, Δεύτερο και Τρίτο Μέρος, περιλαμβάνει συνολικά τις εξής, μεγάλου μήκους, 10 ταινίες Μυθοπλασίας:
– “Ο Μάγος του Κρεμλίνου” (2025), του Γάλλου σκηνοθέτη Ολιβιέ Ασάγιας.
– “Οι Δύο Εισαγγελείς” (2025), του Ουκρανού σκηνοθέτη Σεργκέϊ Λοζνίτσα.
– “Ένα Ψηλό Κορίτσι” (2019), του Ρώσου με κιρκασιανή καταγωγή, σκηνοθέτη Καντιμίρ Μπάλαγκοφ.
– “Ταξίδι στην Κριμαία” (2019), του Ουκρανού με κριμαϊκή καταγωγή, σκηνοθέτη Νάριμαν Αλίεφ.
– “Η Δύναμη της Αλήθειας” (“Donbass” 2018), του Ουκρανού σκηνοθέτη Σεργκέϊ Λοζνίτσα.
– “Η Σιωπηλή Επανάσταση” (2018), του Γερμανοϊταλού σκηνοθέτη Λαρς Κράουμε.
– “Ψυχρός Πόλεμος” (2018), του Πολωνού σκηνοθέτη Πάβελ Παβλικόφσκι.
– “Ο Θάνατος του Στάλιν” (2017), του Σκωτσέζου ιταλικής καταγωγής, σκηνοθέτη Αρμάντο Ιανούτσι.
– “Η Δασκάλα” (2016), του Τσέχου σκηνοθέτη Γιαν Χρεμπέϊκ.
– “Κατύν” (2007), του Πολωνού σκηνοθέτη Αντρέϊ Βάϊντα.
Νοοτροπία Αφιερώματος…
Φυσικά, δεν θα καταλήξουμε τυχαία στο ιδιαίτερο κινηματογραφικό έτος 2007. Ούτε και στον εν λόγω δημιουργό. Καθότι εκείνος που πυροδότησε θαρραλέα τούτη την (σε πιο προσδιοριστικό βαθμό για το Αντικείμενο του Σινεμά) κινηματογραφική Ελευθερία, ξεκάθαρης Αντισοβιετικής καλλιτεχνικής έκφρασης μέσα στον 21ο αιώνα (ελευθερώνοντας και το Αντιμετασοβιετικό παρακλάδι) ήταν ο σπουδαίος Αντρέϊ Βάϊντα! Με την κομβικής σημασίας πολιτικοϊστορική ταινία του, “Κατύν” στο έτος 2007. Και μάλιστα, ο Βάϊντα μολονότι διάλεξε τότε μια Θεματική Ιστορικού Δράματος, επέλεξε να εξαντλήσει την ίδια τη φύση της Θεματικής, βάζοντας ορθώς τα πράγματα σε μια πιο σφαιρική τροχιά διαμαρτυρίας. Δηλαδή, οι Πολωνοί ως Θύματα στη μέση, ανάμεσα σε σοβιετικούς και ναζί. Οπότε, η ταινία του είναι ταυτοχρόνως Αντισοβιετική και Αντιναζιστική!
Ωστόσο, όλες οι ταινίες του Αφιερώματος αυτού εξετάζουν θεματικά, κατά κύριο λόγο, την Αντισοβιετική και κατ’ επέκταση την Αντιμετασοβιετική διαμαρτυρία. Όλα αυτά, πάντοτε μέσα από ένα αποκαλυπτικό κινηματογραφικό ταξίδι, που παρά το μυθοπλαστικό περιβάλλον του, επιτυγχάνει κάθε φορά να δώσει ξεκάθαρες απαντήσεις. Απαντήσεις που αφυπνίζουν με μαθηματική ακρίβεια το τρομαγμένο, αλλά ενημερωμένο –και όχι πια εθελότυφλο- μυαλό του Σινεφίλ. Βεβαίως, για να γίνει ακόμα πιο σαφής η έννοια “Αντισοβιετικό Σινεμά”, το οποίο ακολουθήθηκε από το “Αντιμετασοβιετικό” ύφος, θα προσπαθήσω να το ορίσω εκ των ριζών του, ως προς το που ακριβώς διαφοροποιείται. Ποια είναι δηλαδή η φύση του χαρακτηρισμού και κατά συνέπεια, η νοοτροπία του Αφιερώματος. Καμία σχέση λοιπόν, με την προηγηθείσα υγιή Οκτωβριανή Επανάσταση (1917), τις αρχικές προοδευτικές Ιδέες του Βλαντιμίρ Ουλιάνοφ Λένιν και των πρώτων Μπολσεβίκων.
Ισχυρές Ιδέες, που έγιναν δυναμικές Πράξεις στα Χειμερινά Ανάκτορα, για την απαραίτητη διάσπαση της προσωρινής κυβέρνησης, της προκλητικά απάνθρωπης μπουρζουαζίας και φυσικά, για την τελειωτική παύση της τερατώδους ρωσικής αυτοκρατορίας (αν και μάλλον επρόκειτο τότε, πιο πολύ για ανθρωπιστική και κοινωνιολογική μορφή αιτίων αφύπνισης των υποστηριχτών της Οκτωβριανής Επανάστασης, καθότι αντικειμενικά οι απλοί πολίτες πεινούσαν και πάγωναν, εξού και η συνασπισμένη εναντίωση). Αν θέλετε, να πάρετε μια κινηματογραφική γεύση για τη γενναιόψυχη, ιστορική Οκτωβριανή Επανάσταση, μπορείτε να διαβάσετε την Eretiki Παρουσίαση για την ταινία του σκηνοθέτη Σεργκέϊ Αϊζενστάϊν “Οκτώβρης: Δέκα Ημέρες Που Συγκλόνισαν Τον Κόσμο” (εδώ: https://eretikos.gr/ellada/eretiki-paroysiasi-tis-tainias-oktovris-toy-sergkei-aizenstain/245023/).
Όμως αντιθέτως, εδώ στο τωρινό μας μεγάλο Αφιέρωμα μιλάμε για κάτι εντελώς αλλιώτικο. Κάτι που δεν ανταποκρίθηκε καθόλου στα Ιδεώδη του Λένιν. Κάτι που έφερε τη σταλινική σφραγίδα απαξίωσης. Το ακόλουθο, απογοητευτικό σοβιετικό καθεστώς, που υποσχέθηκε, ξεγέλασε, επεκτάθηκε αδηφάγα και αδίστακτα, καταπίνοντας ανθρώπους και χώρες στο διάβα του. Κάτι που το είδαμε άλλωστε -ορμώμενο από ανασκοπήσεις με σταλινικούς θαυμασμούς- και στο μετασοβιετικό αφήγημα… Μα θα το παρακολουθήσουμε τώρα όλο αυτό, προσεκτικά και αντίστροφα! Παρά τη μυθοπλαστική τους υπόσταση λοιπόν, οι συγκεκριμένες ταινίες σκαλίζουν αποκαλυπτικά τα γεγονότα και τα ιστορικά πρόσωπα.
Μέρος Πρώτο…
Στο Πρώτο Μέρος, έχουμε τρεις ταινίες
1) Εδώ θα φανεί, το που ακριβώς οδήγησαν το “βετερανιλίκι” στην Κα-γκε-Μπε (KGB) και η “μαθητεία” στην Εφ-Ες-Μπε (FSB), στη διάρκεια της μετασοβιετικής Ομοσπονδιακής Ρωσίας.
2) Η αδίστακτη Εν–Κα-Βε-Ντε (NKVD) και η “εισαγγελική ευλογία της”, μέσα στην πυρηνική σοβιετική Ρωσία, λίγο πριν το ξεκίνημα του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
3) Η εξαθλίωση της ρωσικής, ηρωικής πόλης Λένινγκραντ, στην πρώιμα μεταπολεμική σοβιετική ένωση, αμέσως μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.
“Ο Μάγος Του Κρεμλίνου” (2025)
Το πιο πρόσφατο κινηματογραφικό έργο, το οποίο ορίζει το τελικό στάδιο με τον τρόπο που βλέπουμε απελευθερωμένα τον Αντιμετασοβιετικό Κινηματογράφο στο Σήμερα και παράλληλα την πρώτη ταινία του αντίστροφου Αφιερώματός μας. Αυτό το έργο, μας συστήνει κινηματογραφική Θεματική, με αιχμηρή κριτική πλέον στη μετασοβιετική Ρωσία. Και στις δικές της τμηματικές εξελίξεις, μέσα από σατιρικό εγκεφαλικό βλέμμα και πολιτικοϊστορικό πρίσμα. Η ταινία στην εισαγωγή της αναφέρει, πως κινείται αφηγηματικά, τόσο αναφέροντας αλήθειες, όσο και έχοντας μυθοπλαστική ευελιξία. Ο σκηνοθέτης και συν-σεναριογράφος Ολιβιέ Ασάγιας, χρησιμοποιεί εδώ τη μυθοπλασία σε καθοριστική πρωταγωνιστική θέση. Μια θέση που όμως θα πλαισιώσει ιστορικά αληθινές πολιτικές προσωπικότητες. Ο μυθοπλαστικός κεντρικός αντιήρωας, Βαντίμ Μπάρανοφ, αποτελεί κεντρικό άξονα της ταινίας.
Με έξυπνο τρόπο, η κινηματογραφική αφήγηση ξεκινά με το μυθοπλαστικό πρόσωπο του Αμερικανού δημοσιογράφου-μελετητή Ρόουλαντ. Εκείνος μελετά τον Ρώσο συγγραφέα Γιεβγκένι Ζεμιάτιν. Και συναντά τον καθοριστικό Μπάρανοφ, ο οποίος εξιστορεί στον Ρόουλαντ και σε εμάς τους θεατές, με συνειρμική αφήγηση (δηλαδή περνάμε σε ζωντανεμένο κόσμο αναμνήσεων) την γεωπολιτικού επιπέδου συσχέτιση της σοβαρά εμπλεκόμενης ζωής του. Ο Μπάρανοφ λοιπόν, διασχίζει σαν ατομικότητα την ίδια την Ιστορία, αμέσως μετά το πρακτικό τέλος του σοβιετικού καθεστώτος. Και βαδίζει με καθοριστικά βήματα, που αφήνουν βαθύ αποτύπωμα στο μετασοβιετικό μέλλον της Ρωσίας. Πάντα κρυμμένος όμως στην σκακιστική σκιά. Από καλλιτέχνης σκηνοθεσίας θεατρικών παραστάσεων, γίνεται αθόρυβος διαχειριστής – προπαγανδιστής κοινωνικών τάσεων σε τηλεοπτικά κανάλια.
Και έπειτα, έμπιστος σύμβουλος του τότε νεοεισερχόμενου πολιτικού Βλαντιμίρ Πούτιν. Ο Μπάρανοφ βλέπει πάντοτε μπροστά στο μέλλον. Η διορατικότητά του μετουσιώνεται σε μια αιφνιδιαστική ψυχραιμία, με την οποία ο ίδιος διατηρεί μονίμως ασφαλές προβάδισμα από τους αντιπάλους – συμμάχους του. Τούτη η διορατικότητα ενσαρκώνεται ιδανικά, από την εξαιρετική ερμηνεία του Πολ Ντέϊνο στο ρόλο του Μπάρανοφ. Ο δε Τζουντ Λο έχει ενσαρκώσει πιο εγκεφαλικά, εκείνον τον τότε νέο Βλαντιμίρ Πούτιν. Δεν είναι πρόβλημα η βρετανική προφορά του, σε σπάνια σημεία. Καθότι αυτό είναι κάτι που ξεπεράστηκε παλιότερα στο Σινεμά, από την ξεκάθαρη επιλογή του σκηνοθέτη Αρμάντο Ιανούτσι στο “Ο Θάνατος του Στάλιν” ήδη από το 2017 (αυτό, για να καταλάβετε πιο πρακτικά και την όλη αντίστροφη φιλοσοφία του Αφιερώματός μας).
Η ταινία “Ο Μάγος του Κρεμλίνου” κατορθώνει πολλά: Να σαρκάζει, την καταναγκαστική καμπάνια μιας οριακά συγκαλυμμένης ανημποριάς, όσον αφορά τον πολιτικά υπέργηρο πρόεδρο Μπόρις Γέλτσιν. Να αφουγκράζεται, τη διψασμένη νεολαία της τότε νέας Ομοσπονδιακής Ρωσίας. Να ταυτίζεται, με τη διαχρονική δυναμική του Μπάρανοφ, την οποία θα διαλέξει τελικά εν καιρώ η Ξένια, ως η συνειδητοποιημένη γυναίκα του και μητέρα του παιδιού του. Να εντοπίζει, τον Πούτιν να θαυμάζει τις σταλινικές μεθόδους. Να πλέκει, έξυπνα τη Μυθοπλασία με κλιμακωτές αληθινές εξελίξεις της ρωσικής πολιτικής.
Είτε στο εσωτερικό της χώρας (εκρήξεις πολυκατοικιών εν μέσω καιρού τσετσενικής απειλής), είτε σε κινήσεις επιθετικής εξωτερικής πολιτικής (εν κρυπτώ εύνοια και οχύρωση Ρώσων αυτονομιστών, απεσταλμένων στην Κριμαία). Θα σατιριστεί και το επίσης αληθινό ιστορικό πρόσωπο του Αλεξάντρ Ζαλνταστάνοβ (Ρώσος αυτονομιστής, με βιτρίνα μια συμμορία μηχανόβιων με εθνικιστικά και χριστιανο-ορθόδοξα κηρύγματα, ενώ ο ίδιος διακατέχεται από σταλινικά πιστεύω, από ομοφοβικές απόψεις, συν το ότι αναμίχθηκε ενεργά κατά την εισβολή στην Κριμαία το 2014, με τις ευλογίες του Πούτιν). Το τακτοποιημένο μοντάζ βελτιώνει ρυθμικά τη ροή της ταινίας, καθότι αδιάκοπα διασχίζουμε γεγονότα, πρόσωπα και καταστάσεις – σταθμούς της πορείας του Μπάρανοφ. Και της Ρωσίας… Και της Ευρώπης… Και του Κόσμου… Ο επίλογος είναι αιφνιδιαστικός, για θεατές και όχι μόνο…
“Οι Δύο Εισαγγελείς” (2025)
Ένα άμεσα ατμοσφαιρικό, αισθαντικά ζοφερό και ταυτοχρόνως σταδιακά τρομακτικό έργο, που μας ταξιδεύει χρονολογικά πίσω στο μακρινό 1937. Στην πρωταρχική πορεία και ταυτοχρόνως θέσπιση του σοβιετικού καθεστώτος. Την εποχή της “Μεγάλης Εκκαθάρισης” και των ήδη εμφανισμένων, των εξελισσόμενων και των επερχόμενων “Δικών της Μόσχας.” Ουσιαστικά, βρισκόμαστε στο σημείο όπου αφότου πέρασαν κάποια μεταβατικά χρόνια, κρατήθηκαν πλέον πιο γερά τα σταλινικά σκήπτρα, ώστε να ταΐσουν με ανθρώπινο αίμα τη σοβιετική μηχανή. Ο Λένιν και οι Ιδέες που πρέσβευε, αποτελούν για πάνω από δέκα χρόνια παρελθόν. Στο έργο, αισθανόμαστε μεν τον σταλινικό βρυχηθμό, χωρίς να δούμε ποτέ όμως τον ίδιο τον ηγέτη. Βλέπουμε ωστόσο, έναν μυθοπλαστικό, νεαρό διορισμένο Εισαγγελέα, να προσπαθεί ολομόναχος να παλέψει με το καθεστωτικό θηρίο. Γιατί φυσικά, ο ίδιος δεν μπορεί να πιστέψει που ακριβώς βρίσκεται.
Με συνέπεια, να απειλείται σοβαρά, παρά τη δικαστική εξουσία του. Γιατί πιστεύει σε βασικές αρχές του κομμουνιστικού κόμματος, τις οποίες άλλοι καταπατούν. Αυτό που δεν φαντάζεται καθόλου ο νεαρός Εισαγγελέας Κόρνιεφ, δεν είναι κάποιος δυσεπίλυτος γρίφος. Μα κάτι απλό, το οποίο κρύβεται ακριβώς κάτω από τη μύτη του. Ότι δηλαδή η εν λόγω ιδεολογική καταπάτηση δεν προέρχεται απευθείας από τη διεφθαρμένη (ταυτοχρόνως μυστική ασφάλεια και δημόσια αστυνόμευση) Εν–Κα-Βε-Ντε, που παριστάνει τους νέους “τσεκιστές.” Μα απεναντίας, από εισαγγελικά γραφεία, που πήραν με τη σειρά τους εκ των άνωθεν το θέσφατο σταλινικό παράγγελμα. Κάτι το οποίο επίσης δεν μπορεί, ούτε καν να το διανοηθεί και ο πολιτικός κρατούμενος Στέπνιακ, διατηρώντας αφοσίωση σε μπολσεβίκικες αντιλήψεις.
Με αισθαντικά κάδρα, υπέροχη διεύθυνση φωτογραφίας, πειστικές τοποθεσίες και σκηνικά, ο σκηνοθέτης – σεναριογράφος Σεργκέϊ Λοζνίτσα βάζει τον θεατή και τον κεντρικό του ήρωα, μέσα στο στόμα του λύκου. Ο κινηματογραφικός μινιμαλισμός οδηγεί στον αποκεκαλυμμένο πανοραμικό τρόμο! Στις φυλακές της τοποθεσίας Μπριάνσκ, ένας ηλικιωμένος κρατούμενος διατάζεται να κάψει όλα τα διαμαρτυρόμενα γράμματα πολιτικών κρατουμένων. Κρύβει μόνο ένα, αλλιώτικο. Έτσι, ο μυθοπλαστικός χαρακτήρας Κόρνιεφ επισκέπτεται τις απόμακρες φυλακές, για να συναντήσει τον κρατούμενο ονόματι Στέπνιακ. Έναν σωματικά και ψυχολογικά ταλαιπωρημένο, πολιτικό κρατούμενο, τον οποίο έχουν βασανίσει και καταχώσει σε ειδική πτέρυγα. Ο σκηνοθέτης Λοζνίτσα κερδίζει την προσοχή του θεατή με δύο ενδιαφέρουσες μεθόδους, γλυτώνοντας κινηματογραφικό χρόνο. Και κερδίζοντας κινηματογραφικό βάθος! Διήγηση και Αποτέλεσμα.
Πρώτον, βάζει τον μορφωμένο Στέπνιακ να διηγηθεί –με ομιλία, χωρίς να δούμε εικόνες- στον Εισαγγελέα Κόρνιεφ, τι συμβαίνει στη σοβιετική επικράτεια και τη Ρωσία. Δεύτερον, με παράθεση αποτελεσμάτων. Δηλαδή, ο πολιτικός κρατούμενος δείχνει στον Κόρνιεφ τα τσακισμένα του πλευρά και τους μώλωπες, ως απόρροια και απόδειξη των βασανιστηρίων που συνέβησαν στον ίδιο. Η κινηματογραφική ατμόσφαιρα θα ταυτίσει δύο διαφορετικούς χώρους, που ακολουθούν όμως την ίδια ολοκληρωτική μέθοδο γραφειοκρατίας – τρομοκρατίας, σαν παρόμοιο σύμπαν. Τις απόμακρες φυλακές, με δωμάτια επί δωματίων συν τους διεκπεραιωτές βασανιστές της Εν-Κα-Βε-Ντε. Και το Υπουργείο Δικαιοσύνης της τότε Μόσχας, με τα αντίστοιχα δωμάτια επί δωματίων. Εκεί για πέντε μόλις λεπτά, ο μυθοπλαστικός ήρωας Κόρνιεφ θα συναντήσει το ιστορικά αληθινό πρόσωπο, Αντρέϊ Βισίνσκι. Τον τότε –ομοσπονδιακού βεληνεκούς- Εισαγγελέα (με προέλευση μενσεβικικού παρελθόντος), ο οποίος αργότερα (στην εποχή που διαδραματίζεται η ταινία) όρισε όλες τις αιματοβαμμένες καταδίκες.
Τότε, μετά την απροκάλυπτα απλωμένη Εν-Κα-Βε-Ντε, η πιο ύπουλη Κα-Γκε-Μπε θα δείξει τα δικά της δόντια. Συγκλονιστική διπλή ερμηνεία του Αλεξάντρ Φιλιπένκο, ως εξουθενωμένος κρατούμενος Στέπνιακ / ανάπηρος βετεράνος πολέμου. Ιδιαίτερη ερμηνεία από τον Αλεξάντερ Κουζνέτσοφ, ως νεαρός Εισαγγελέας Κόρνιεφ. Οι σύντομες προφορικές αναφορές σε ιστορικά αληθινές προσωπικότητες, όπως: ο ταλαιπωρημένος Πολωνός δημοσιογράφος Καρλ Ράντεκ, που κατηγορήθηκε από το σταλινικό καθεστώς ως τροτσκιστής και κατέληξε σε στρατόπεδο συγκέντρωσης. Ο οικονομικός σύμβουλος Νικολάϊ Μπουχάριν, που αν και ήξερε προσωπικά τον Στάλιν, αργότερα φυλακίστηκε με εντολή του… Κάνουν τον ήδη ενημερωμένο σε ιστορικό πλαίσιο θεατή, να καταλάβει -εντός παρακολούθησης του έργου- τη λακωνική ιστορική μελέτη του σκηνοθέτη Λοζνίτσα. Αλλά και να μελετήσει κάποιος, εν μέρει ιστορικά άπειρος, Σινεφίλ αργότερα -εκτός ταινίας- ποια ήταν αυτά τα πρόσωπα. Και γιατί αναφέρονται, στο όλο παζλ. Ο δε αυτονόητος επίλογος της ταινίας υπήρξε πραγματικά ουσιώδης!
“Ένα Ψηλό Κορίτσι”(2019)
Η ταινία του σκηνοθέτη – συνσεναριογράφου Καντεμίρ Μπάλαγκοφ (δασκαλεμένος από τον Αλεξάντρ Σοκούροφ & εμπνευσμένος από τη Σβετλάνα Αλεξίεβιτς) ξεχωρίζει σε αφηγηματικό περιεχόμενο. Με ποιοτικές γυναικείες ερμηνείες, κοστούμια, σκηνογραφία, διεύθυνση φωτογραφίας. Το έργο οδηγεί τον θεατή χωροχρονικά στο έτος 1945, κατά το πρώτο ειρηνικό Φθινόπωρο μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Βρισκόμαστε στην ηρωική πόλη Λένινγκραντ. Η πανύψηλη νοσηλεύτρια Ίγια προσπαθεί να κατανοήσει τη θέση της στον Κόσμο. Το μόνο που ξέρει, είναι ότι αγαπά τη Νοσηλευτική και πως θέλει να βοηθά ακόμη και ψυχολογικά τους ασθενείς. Περισσότεροι εκ των οποίων είναι τραυματίες πολέμου. Η Ίγια υπήρξε από τις γυναίκες που πολέμησαν, ως απεσταλμένες στο Βερολίνο και οι οποίες επέστρεψαν εκτάκτως λόγω τραυματισμού. Η ίδια απέκτησε σύνδρομο χρόνιων διαλείψεων, που πήγασε από μετα-διασειστικό τραύμα. Αυτό το σύνδρομο την κάνει πλέον, για λίγες στιγμές, να χάνει νοητικά την επαφή με το σώμα της και με το περιβάλλον, σε ανύποπτα χρονικά διαστήματα της καθημερινότητας.
Η Ίγια έχει αναλάβει στοργικά να προσέχει τον πεντάχρονο Πάσκα, γιο μιας φίλης της από την εμπόλεμη θητεία. Όμως το προβληματικό σύνδρομο ανεξέλεγκτων διαλείψεων της Ίγια, δυστυχώς, θα αποβεί μοιραίο για τη ζωή του μικρούλη Πάσκα. Τότε θα γυρίσει η Μάσα, η πραγματική του μητέρα. Εκείνη επέστρεψε τώρα από τον πόλεμο. Θα μάθει τα τραγικά νέα για το παιδί της και θα προσπαθήσει να συνεχίσει τη ζωή της. Οι κοπέλες θα γνωρίσουν το βράδυ δύο νεαρούς. Η Μάσα θα ερωτοτροπήσει με τον Αλεξάντρ ή αλλιώς Σάσα, ενώ η πανύψηλη Ίγια δεν θέλει να βρεθεί με αντρική παρουσία. Και το δείχνει με βία… Η Μάσα πλέον αναζητά δουλειά. Η Ίγια θα την προτείνει για νοσηλεύτρια στον απογοητευμένο και κυνικό πια προϊστάμενό της, Δρ. Νικολάϊ Ιβάνοβιτς. Η μεταξύ σχέση των Μάσα και Ίγια αποδεικνύεται ιδιόρρυθμη. Βρίσκεται μεταξύ ερωτικής, φιλικής, επαγγελματικής ή γενικά ανθρώπινης μορφής! Μα πάντοτε, ισορροπεί ανάμεσα στο Μίσος και την Αγάπη! Το νοσοκομείο και οι τραυματίες πολέμου φθείρουν ψυχολογικά τους Μάσα, Ίγια και Δρ. Ιβάνοβιτς.
Ο τετραπληγικός ασθενής Στεπάν θα ζητήσει ευθανασία. Ο Δρ. Ιβάνοβιτς θα το δεχτεί μόνο για τούτη τη φορά, βάζοντας την Ίγια να κάνει την ένεση. Η Μάσα, που αν και νέα δεν μπορεί να κάνει πια άλλα παιδιά (για λόγους σχετικούς με το εμπόλεμο παρελθόν της), θεωρεί υπεύθυνη την Ίγια για τον θάνατο του πολύτιμου γιου της. Και πιστεύει έτσι ακράδαντα, ότι η ψηλή κοπέλα οφείλει να μείνει έγκυος, διότι “χρωστά” ένα παιδί στη φίλη της. Η Μάσα θα εκβιάσει δύο ανθρώπους… Εν τω μεταξύ, η ιατρική κλινική θα δεχτεί επίσκεψη από την αστική τάξη αλλά και από αρχιάτρους, που μαζί προσφέρουν υποτυπώδη δώρα στους σαστισμένους τραυματίες πολέμου! Ο νεαρός Σάσα περιέργως βρίσκεται στο νοσοκομείο, μοιράζοντας δώρα… Η Μάσα του χαμογελά, η Ίγια τον μισεί… Η κεντρική ιδέα σε αυτό εδώ το Αντισοβιετικό έργο, ωστόσο αφορά δύο στοιχεία, μέσα από τον καμβά εύστοχων ψυχοκοινωνικών προβληματισμών. Πρώτον, η σταδιακά αποκαλυφθείσα, πολιτικοϊστορική *Μεγάλη Εικόνα. Και δεύτερον, η εξαρχής υψηλή **Αισθητική, εικαστικού επιπέδου.
*Αν και στρέφεται σε μυθοπλαστικούς χαρακτήρες, ακολουθώντας από κοντά την προσωποποιημένη οπτική δύο γυναικών, η ταινία του Καντιμίρ Μπάλαγκοφ δεν παύει να καταδεικνύει έξυπνα την εξαθλίωση της πόλης Λένινγκραντ. Φτώχεια, φόβος, αδεξιότητα. Η ίαση αφορά γενικώς την πόλη και ένα ολόκληρο γεωπολιτικό έθνος, που ακόμη προσπαθεί να συνέλθει μετά τις αιματηρές απώλειες στην Πολιορκία του Λένινγκραντ, μα και μετά από τις εξωτερικές μάχες του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Οι στρατιώτες είναι από τραυματισμένοι, ακρωτηριασμένοι, μέχρι και τετραπληγικοί. Το ηθικό έχει πτωτική πορεία. Οι κοπέλες που πολέμησαν στο μέτωπο σαν τη Μάσα, φέρουν σοβαρά ψυχοσωματικά τραύματα, που επιδρούν αρνητικά στις ζωές τους. Η Ίγια δεν βρίσκει πια παρηγοριά στη Νοσηλευτική. Ο γιατρός έχει καταστραφεί ψυχικά και δεν νοιάζεται πια να θεραπεύει ανθρώπους. Η νέα Υπεύθυνη κλινικής είναι μυημένη με τυφλή ευγνωμοσύνη προς τη σταλινική προσωπολατρία (“ηγέτης μας”). Μια άφαντη μορφή ηγέτη εδώ. Ενώ η βολεμένη, ανέγγιχτη αστική τάξη, παριστάνει, ότι κατανόησε τον αγώνα των στρατιωτών. Μα στην πραγματικότητα, δεν έχει ιδέα ούτε για τους άντρες, ούτε για τις γυναίκες που πολέμησαν. Ο σκηνοθέτης Μπάλαγκοφ κάνει λόγο, ιδίως για τη συνεισφορά των γυναικών της πατρίδας του! Εκείνες μολονότι πολέμησαν, αγνοήθηκαν ιστορικά. Κανείς δεν τους το αναγνώριζε.
**Τα κύρια χρώματα πράσινο / κόκκινο θα κάνουν την εμφάνισή τους, σε όλη τη διάρκεια της ταινίας. Με χρωματική μορφή ανεξαρτησίας, ένωσης, μα και τέλειου κοντράστ! Το πράσινο εκπροσωπεί την Ίγια, το κόκκινο τη Μάσα. Σε μικρότερο, αλλά ορατό βαθμό, υπάρχει και το κίτρινο χρώμα, που σημειώνει την ανέχεια της εποχής. Το πράσινο αντιπροσωπεύει την πιθανότητα για δημιουργία νέας ζωής και την ελπίδα, σύμφωνα με τον σκηνοθέτη. Ενώ η ειδική απόχρωση του κόκκινου μιλά για την απώλεια και το ανθρώπινο τραύμα. Βεβαίως, η Ίγια είναι θεραπεύτρια νοσοκόμα δίνοντας ζωή, ενώ η Μάσα υποφέρει από τον πόλεμο ακόμα, δίχως να μπορεί να εκτιμήσει την ίδια της τη ζωή (χρειάζεται διακαώς παιδί σαν θεραπεία). Υπάρχει ανάμιξη περσόνων – χρωμάτων, σε μια ενοποίηση στοργικού εναγκαλισμού! Ξεκάθαρα όμως, πράσινο φόρεμα, πράσινο βάψιμο στους τοίχους, πράσινο τμήμα στο πουλόβερ της Μάσα, καταδεικνύουν, το πόσο την έχει περιβάλει η αύρα έντονης αγάπης από την Ίγια. Το δε πράσινο μικρό διακοσμητικό στοιχείο στην έπαυλη, δυναμιτίζει την ενσυναίσθηση του θεατή! Μια καθοριστική στιγμή, όπου ο Σάσα προσκαλεί στην έπαυλη τη Μάσα, προκειμένου να τη γνωρίσει στους γονείς του. Η μητέρα του ήταν εκείνη με τα δώρα στην κλινική. Έντονος διάλογος γίνεται μεταξύ μητέρας / υποψήφιας νύφης. Έχει σημασία, πώς θα εκλάβει ο θεατής τα λεγόμενα της Μάσα… Η ανατροπή της μητέρας, για το ποιόν του κακομαθημένου γιου, αιφνιδιάζει…
– Περισσότερες πληροφορίες, για την ταινία “Ένα Ψηλό Κορίτσι” μπορείτε να βρείτε στην αντίστοιχη παλιότερη κριτική Κινηματογραφικού Χάρτη του 2020 (εδώ: https://eretikos.gr/ellada/oi-nees-tainies-stis-kinimatografikes-aithoyses-poy-den-prepei-na-chasete/281961/)
Μείνετε συντονισμένοι, γιατί πολύ σύντομα θα επιστρέψουμε με το 2ο Μέρος του Αφιερώματος!