Αθήνα, 15 Ιουλίου 2026 – Η ελληνική καλλιτεχνική οικογένεια πενθεί την απώλεια της σπουδαίας ηθοποιού Μάρως Κοντού, η οποία έφυγε από τη ζωή σήμερα, σε ηλικία 92 ετών, αφήνοντας πίσω της μια σπουδαία παρακαταθήκη στο θέατρο, τον κινηματογράφο και την τηλεόραση.

Η αγαπημένη ηθοποιός αντιμετώπιζε το τελευταίο διάστημα σοβαρά προβλήματα υγείας. Πριν από περίπου έναν μήνα είχε νοσηλευτεί στο Νοσοκομείο «Αττικόν» με πνευμονολογικό πρόβλημα και, μετά το εξιτήριό της, επέστρεψε στην οικία της. Ωστόσο, η κατάσταση της υγείας της επιδεινώθηκε αισθητά, με αποτέλεσμα να μεταφερθεί εκ νέου, αυτή τη φορά στο Νοσοκομείο «Άγιος Σάββας», όπου και κατέληξε σήμερα, παρά τις υπεράνθρωπες προσπάθειες των θεραπόντων ιατρών.

Η Μάρω Κοντού, κατά κόσμον Μαριάνθη Κοντού, γεννήθηκε στην Αθήνα στις 21 Ιουνίου 1934, με καταγωγή από τα Ψαρά. Ο πατέρας της, Πειραιώτης έμπορος με καλλιτεχνικές ανησυχίες, έφυγε από τη ζωή όταν εκείνη ήταν μόλις δύο ετών. Μεγάλωσε στο Κουκάκι μαζί με τη μητέρα και τη γιαγιά της, σε μια γειτονιά που η ίδια θυμόταν πάντοτε με ιδιαίτερη συγκίνηση.

Αποφοίτησε από το Γ’ Γυμνάσιο Θηλέων Μακρυγιάννη, ολοκλήρωσε τις σπουδές της στην Κρατική Σχολή Χορού, ενώ εξασφάλισε υποτροφία για τη σχολή HLADEK στη Γερμανία. Παράλληλα, φοίτησε στο Τμήμα Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών της Φιλοσοφικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

Η επαγγελματική της πορεία ξεκίνησε το 1954 στον χορό Αρχαίας Τραγωδίας του Εθνικού Θεάτρου, όπου παρέμεινε έως το 1958. Το 1959 έκανε την πρώτη της θεατρική εμφάνιση δίπλα στον Δημήτρη Χορν, στο έργο «Ρομανσέρο» του Ζακ Ντεβάλ, ενώ έναν χρόνο αργότερα πραγματοποίησε το κινηματογραφικό της ντεμπούτο στη Φίνος Φιλμ με την ταινία «Τα Κίτρινα Γάντια», κερδίζοντας αμέσως την αγάπη του κοινού.

Κατά τη διάρκεια μιας καριέρας που ξεπέρασε τις έξι δεκαετίες, πρωταγωνίστησε σε 61 κινηματογραφικές ταινίες και 90 θεατρικές παραγωγές, συνεργαζόμενη με τους σημαντικότερους δημιουργούς και ηθοποιούς της εποχής. Ανάμεσα στις πιο εμβληματικές στιγμές της συγκαταλέγονται οι ταινίες «Η Γυνή να Φοβείται τον Άνδρα», όπου μαζί με τον Γιώργο Κωνσταντίνου δημιούργησαν ένα από τα πιο αγαπημένα ζευγάρια του ελληνικού κινηματογράφου, «Ο Φίλος μου ο Λευτεράκης», «Μια Ιταλίδα από την Κυψέλη», καθώς και οι δεκατρείς επιτυχημένες συνεργασίες της με τον Λάμπρο Κωνσταντάρα, μεταξύ των οποίων οι ταινίες «Ο Γεροντοκόρος», «Ο Στρίγγλος που Έγινε Αρνάκι» και «Κρίμα το Μπόι σου».

Στην τηλεόραση άφησε επίσης έντονο αποτύπωμα, συμμετέχοντας σε ιστορικές σειρές όπως «Λούνα Παρκ», «Η Μεγάλη Παρέλαση», «Μια Απίθανη Γιαγιά», «Και οι Τέσσερις Ήταν Υπέροχες», ενώ η τελευταία της τηλεοπτική εμφάνιση ήταν στη δημοφιλή σειρά «Η Γη της Ελιάς» (2021–2026). Το 1990 παρουσίασε επίσης την τηλεοπτική εκπομπή «Χωρίς Παρεξήγηση» στην ΕΤ2.

Παράλληλα με την καλλιτεχνική της διαδρομή, ασχολήθηκε με τη ζωγραφική, πραγματοποιώντας επιτυχημένη ατομική έκθεση στην γκαλερί Αντήνωρ, ενώ έργο της εκτίθεται στο Μουσείο Βορρέ.

Η δημόσια παρουσία της επεκτάθηκε και στην πολιτική. Διετέλεσε βουλευτής Α’ Αθηνών με τη Νέα Δημοκρατία, δημοτική σύμβουλος του Δήμου Αθηναίων επί δημαρχίας Δημήτρη Αβραμόπουλου, πρόεδρος του δημοτικού ραδιοφωνικού σταθμού Αθήνα 9.84, καθώς και πρόεδρος του Κέντρου Βρεφών «ΜΗΤΕΡΑ».

Στην προσωπική της ζωή υπήρξε παντρεμένη με τον διευθυντή φωτογραφίας της Φίνος Φιλμ Αριστείδη Καρύδη-Φουκς και αργότερα με τον διαφημιστή Γιώργο Δόξα.

Η Μάρω Κοντού υπήρξε μια από τις κορυφαίες εκπροσώπους της χρυσής εποχής του ελληνικού κινηματογράφου. Με το ξεχωριστό ταλέντο, τη διακριτική της παρουσία, το ήθος και τη συνέπειά της, άφησε ανεξίτηλο αποτύπωμα στην ιστορία του ελληνικού πολιτισμού. Οι ερμηνείες της συνεχίζουν να συγκινούν και να εμπνέουν γενιές θεατών, διατηρώντας ζωντανή τη μνήμη μιας καλλιτέχνιδας που σημάδεψε την ελληνική τέχνη.

Η απώλειά της αφήνει δυσαναπλήρωτο κενό στον χώρο του θεάτρου, του κινηματογράφου και της τηλεόρασης.

Θερμά συλλυπητήρια στην οικογένεια, τους οικείους και τους συναδέλφους της. Ας είναι αιώνια η μνήμη της.