Μια κριτική ματιά στην βραβευμένη ταινία του Γιάννη Β. Λαπατά, «Η Δεξιά Τσέπη του Ράσου», με αφορμή την πρώτη τηλεοπτική της μετάδοση. Μια εξαιρετική κινηματογραφική αλληγορία πάνω στο πένθος και στην απώλεια, μέσα από την σχέση ενός μοναχικού καλόγερου και των γλυκών του τετράποδων φίλων, με τον Θοδωρή Αντωνιάδη να δίνει ίσως τον πιο τρυφερό ρόλο στο ελληνικό σινεμά. Στο Ertflix μέχρι τις 1 Ιουνίου.

Γράφει ο Γιάννης Ζαμπατής

Έχοντας δουλέψει για χρόνια ως σκηνοθέτης στην τηλεόραση, ο Γιάννης Β. Λαπατάς, κάνει την πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία, 9 χρόνια μετά την κυκλοφορία της νουβέλας του Χιώτη συγγραφέα Γιάννη Μακριδάκη, που κυκλοφόρησε το 2009.

Ο Γιάννης Λαπατάς μεταφέρει στον κινηματογράφο αυτή την σημειολογική νουβέλα, όπου εναλλάσσονται το προσωπικό και συλλογικό πένθος, η προσωπική και συλλογική ελπίδα, σεβόμενος την εξομολογητική διάθεση του συγγραφέα.

Μέσα από την αφήγηση ενός μοναχού του Βικέντιου, μας παρουσιάζει με flash back την πορεία του από τα 17 του χρόνια που μπήκε στο μοναστήρι από δική του επιθυμία, μέχρι και την ερήμωση του μοναστηριού, όπου παραμένει ο μόνος του κάτοικος.

Όλα αυτά  μέσα από την σχέση του με τα σκυλάκια του, τα ανιδιοτελή αυτά πλάσματα που συμβολίζουν τόσο στη νουβέλα, όσο και στην ταινία, την ελπίδα και την αναζωογόνηση κάτω από δύσκολες συνθήκες.

 

 

Ο Στρατής αποφασίζει να αφιερώσει τη ζωή του στον θεό και πηγαίνει σε ένα μοναστήρι κοντά στη θάλασσα υπό την καθοδήγηση ενός αυστηρού και επικριτικού ηγούμενου, που θεωρεί ότι η χαρά και το γέλιο δεν αρμόζουν στον μοναστικό βίο.

Έτσι, με το πέρασμα του χρόνου το μοναστήρι ερημώνει, αφού οι νεώτεροι φεύγουν και γηραιότεροι έχουν αναπαυθεί. Ο μόνος που μένει είναι ο Βικέντιος, ο οποίος ακολουθούσε χωρίς να αναρωτιέται τίποτα, μέχρις ότου όλα ξεράθηκαν μέσα του.

Μόνη του συντροφιά μια γλυκύτατη λευκή σκυλίτσα η Σίσσυ που του φέρνει ο δύστροπος μα καλοκάγαθος Μάρκος που βοηθάει στην τροφοδοσία του μοναστηριού.

Η Σίσσυ όμως, ακολουθώντας τους νόμους της φύσης ότι τα πλάσματα πρέπει αναπαράγονται, κάποια στιγμή γεννάει τρία πανέμορφα κουταβάκια, αλλά πεθαίνει στην γέννα, την ίδια μέρα που πεθαίνει και ο Αρχιεπίσκοπος.

Το ραδιόφωνο ασχολείται με τα νέα σχετικά με το πένθος αλλά και τις εξελίξεις για την διαδοχή του απελθόντος. Ο Βικέντιος αδιαφορεί για όλα αυτά και επικεντρώνεται στη προσπάθεια επιβίωσης των τριών κουταβιών. Αυτό είναι πλέον το μέλημά του.

Τελικά καταφέρνει να επιβιώσει το ένα κουτάβι με τις απεγνωσμένες προσπάθειες του Βικέντιου να τα κρατήσει στη ζωή, κρατώντας τα ζεστά κοντά του στη δεξιά τσέπη του ράσου.

Το βαρύ του πένθος από το χαμό της σκυλίτσας του, η σύντροφος της μοναξιάς του, μετατρέπεται σε ελπίδα και αναζωογόνηση με τον ερχομό του νέου κουταβιού. Το πίστευε και μη ερεύνα του παρελθόντος του μετατρέπεται σε κριτική σκέψη και αναθεώρηση των πραγμάτων.

 

 

Ο Γιάννης Λαπατάς, καταφέρνει να μας δώσει μια μυθοπλαστική αναπαράσταση με πράγματα που έχουν βαθύτερο συμβολισμό από την ίδια τη ζωή.

Μια ταινία που χωρίς να έχει ιδιαίτερες εντάσεις, με αρωγούς τα υπέροχα τοπία και την φωτογραφία του Γιάννη Δρακουλαράκου, όπου εναλλάσσονται τα χρώματα της θάλασσας με τα κεριά που τρεμοπαίζουν στα μανουάλια και τα υπέροχα σκυλάκια, αλλά και την μουσική του Δημήτρη Καμαρωτού, που μπλέκεται με τον ήχο των κυμάτων, τα γουργουρίσματα των κουταβιών και την μοναξιά του έρημου μοναστηριού.

Για τον Θοδωρή Αντωνιάδη τι να πρωτοπεί κανείς που βαστάει σχεδόν όλο το έργο. Ίσως ο πιο τρυφερός ρόλος στον Ελληνικό Κινηματογράφο, ένα ρόλο που ήταν έτοιμος γι’ αυτόν.

Τον είχαμε ξαναδεί αντίστοιχο ρόλο και στο θέατρο, να ερμηνεύει έναν τρυφερό και καλοκάγαθο νέο που έτρεφε στοργή και αγάπη για την Σέλμα την μετανάστρια στο «Χορεύοντας στο σκοτάδι» του Δημήτρη Καρατζιά.

Όμως τίποτα δεν προμήνυε την αρτιότητα και την φυσικότητα αυτής της καθηλωτικής ερμηνείας του. Καταφέρνει να σου κρατάει το βλέμμα συνεχώς πάνω του να μην χάσεις ούτε μια λέξη, ούτε μια έκφραση, ούτε ένα δάκρυ του.

Μια από τις εντυπωσιακότερες στιγμές της δραματουργίας, αυτή που αρπάζει το άψυχο κορμάκι της σκυλίτσας από τον Μάρκο που θέλει να το πετάξει στη θάλασσα και το νεκροστόλισμά του πριν το θάψει.

 

 

Πολύ όμορφη παρουσία του Λάμπρου Σταυρινόπουλου στο ρόλο του Βικέντιου σε νεαρή ηλικία, αλλά και εντυπωσιακή η δραματική φιγούρα της μάνας του Βικέντιου από την Ηρώ Μουκίου.

Ο Γεράσιμος Σκιαδαρέσης και ο Μάνος Βακούσης σε μικρούς επίσης ρόλους, αξιοπρεπείς όπως τους γνωρίζουμε, όπως και όλοι οι δευτερεύοντες ρόλοι έδωσαν το στίγμα τους.

Μια σημαντική ταινία που μέσα από τον ιδιαίτερο δεσμό του σκύλου και του ανθρώπου μας δείχνει ότι ποτέ δεν τα παρατάμε και ψάχνουμε κι εμείς πάντα για κάτι όμορφο και ελπιδοφόρο να παραχώσουμε στη δεξιά τσέπη του ράσου μας.

Μια ταινία που απευθύνεται και σε μικρότερες ηλικίες, αλλά θα συγκινήσει τους πάντες, ειδικά όσους ζούμε με ένα τετράποδο όπως η Σίσσυ ή ο Λάρυ, το κουτάβι που κατάφερε τελικά να σώσει.

Η ταινία προβλήθηκε στο 59o Φεστιβάλ Κιν/φου Θεσσαλονίκης, αλλά έτυχε μεγάλης αποδοχής και στο εξωτερικό και φυσικά έλαβε κάποιες διακρίσεις.

  • 59o Φεστιβάλ Κιν/φου Θεσσαλονίκης – Βραβείο Καλύτερης Ταινίας από την Επιτροπή νεότητας των Πανεπιστημίων Θεσσαλονίκης
  • International Film TV Festival Tonneins France – Βραβείο Καλύτερης Ταινίας
  • 3ο Cypriot & Greek Film Festival Barcelona – Βραβείο Κοινού Καλύτερης Ταινίας
  • 13th London Greek Film Festival (2020) – Finalist

 

 

Συντελεστές:

Σκηνοθεσία: Γιάννης Β. Λαπατάς

Σενάριο: Στέλλα Βασιλαντωνάκη

Φωτογραφία: Γιάννης Δρακουλαράκος

Μουσική: Δημήτρης Καμαρωτός

Μοντάζ: Στέλλα Φιλιπποπούλου-Νίκος Γαβαλάς

Ήχος: Πάνος Παπαδημητρίου

Σκηνογραφία: Ανδρομάχη Αρβανίτη

Ενδυματολόγος: Μαρία Μαγγίρα

Μακιγιάζ: Αλεξάνδρα Μύτα

Ηθοποιοί: Θοδωρής Αντωνιάδης, Γεράσιμος Σκιαδαρέσης, Μάνος Βακούσης, Κώστας Λάσκος, Πέτρος Ξεκούκης, Λάμπρος Σταυρινόπουλος, Ερρίκος Μηλιάρης, Αναστάσης Λαουλάκος και η Μπαλού ως Σίσσυ

Έκτακτη συμμέτοχή: Ηρώ Μουκίου, Ντίνα Μιχαηλίδου, Μαρία Σκουλά, Γιάννα Κανελλοπούλου

Παραγωγή: ARTemis Productions

Συμπαραγωγή: ΕΚΚ, ΕΡΤ Α.Ε.

Ελληνική ταινία μεγάλου μήκους, Δραματική, 2018

Διάρκεια: 96’