«Όλα άρχισαν όταν πρωτόπαιξα στην ταινία του Μιχάλη Κακογιάννη «Το κυριακάτικο ξύπνημα» τη νευρωτική σύζυγο του Παπά. Άρεσε τόσο που στη συνέχεια ο ρόλος της κακιάς μου δόθηκε σε όλες σχεδόν τις ταινίες που ακολούθησαν. Μου έκανε καλό όμως, δεν με περιόρισε. Τον ήξερα καλά αυτόν τον ρόλο, τον πληρωνόμουνα και τον έπαιζα. Έπαιξα και άλλους ρόλους. Και τι έγινε όμως ; Κανείς δεν τους θυμάται. Οι ρόλοι της κακιάς ήταν αυτοί που με καθιέρωσαν».





 

 

 

Η Αναστασία (Τασσώ) Καββαδία γεννήθηκε στις 10 Ιανουαρίου 1921 στην Πάτρα, όπου έζησε τα παιδικά και νεανικά της χρόνια.

Όταν θέλησε να σπουδάσει, ο πατέρας της το απαγόρευσε. Την πάντρεψε μάλιστα, το 1942, με τον βιομήχανο Αντώνη Σαλαπάτα. Από το γάμο αυτό η Καββαδία απέκτησε τρία παιδιά, τον Γιώργο, τον Βασίλη και την Ευγενία.

Η ίδια είχε πει:

«Εκείνα τα χρόνια με τον πρώτο σύζυγό μου ήταν πολύ δημιουργικά για μένα. Σπούδασα πιάνο, έμαθα τη γραφή των τυφλών και έγραφα βιβλία γι’ αυτούς, ήμουν νοσοκόμα και ανήκα στο τμήμα ψυχαγωγίας του Ερυθρού Σταυρού -γιατί τότε ήταν ο πόλεμος του ’40- κι ένα σωρό άλλα πράγματα, παράλληλα με τις υποχρεώσεις μου ως μητέρα. Εκπέμπαμε όμως σε διαφορετικό μήκος κύματος και έτσι διαλύσαμε τον γάμο μας».

Μετά το διαζύγιο έφυγε για να σπουδάσει στην Αθήνα. Αργότερα έκανε και δεύτερο γάμο με τον δημοσιογράφο Βασίλη Καζαντζή, αν και ο πρόωρος θάνατός του θα την αναγκάσει να περάσει τα τελευταία 25 χρόνια της ζωής της μόνη.

Κάτι όμως που δεν την ενοχλούσε, γιατί όπως δήλωνε:

«Έχω ζήσει μια γεμάτη ζωή και ξέρω πως ο άνθρωπος γεννιέται και πεθαίνει μόνος του».

 

Σπούδασε πιάνο στην Αθήνα, ζωγραφική και διακόσμηση στο Παρίσι, σκηνογραφία και ενδυματολογία κοντά στο Γιάννη Τσαρούχη και υποκριτική στη Δραματική Σχολή του Θεάτρου Τέχνης κοντά στον Κάρολο Κουν.

Εκεί, η Καββαδία θα βρει την κλίση της, αν και η εποχή είναι δύσκολη για την ίδια είχε πει:

«Όταν πήγα στη Σχολή του Κουν, ήμουν είκοσι επτά χρόνων και τους είπα ότι είμαι μεγάλη, αλλά μου απάντησαν ότι δεν υπάρχει ηλικία στην τέχνη.

Κοντά στον Κουν έμεινα επτά χρόνια, τρία στη Σχολή και τέσσερα στο Θέατρο Τέχνης της Σταδίου, που τότε στήθηκε. Έπαιξα πολλούς και διαφορετικούς ρόλους με μοναδική πληρωμή ένα φλιτζάνι καφέ και ένα πακέτο τσιγάρα»!

 

Η κινηματογραφική τυποποίηση της Καββαδία ήδη από τον πρώτο της ρόλο, που δεν άρεσε καθόλου στον μεγάλο δάσκαλό της Κάρολο Κουν, που ένιωθε ότι το ποιοτικό ύφος της σχολής του δεν συμβάδιζε με το εμπορικό σινεμά.

«Καυγαδίζαμε συνέχεια και θυμάμαι πόσο μαρτύρησα μαζί του όταν έμαθε ότι θα παίξω στη δεύτερη ταινία μου, τη Στέλλα».

«Δεν ξέρω τι ήταν αυτό που έκανε τους σκηνοθέτες να μου προτείνουν να παίζω όλες τις στρίγκλες» είχε πει.

Ο Κακογιάννης μου είπε κάποτε ότι έχω κάτι στο βλέμμα μου που καρφώνει τον άλλον. Δεν θα ξεχάσω στα γυρίσματα της «Στέλλας» που η Μελίνα αναρωτιόταν πώς θα μου δώσει εκείνο το χαστούκι.

«Μη σε νοιάζει», της απάντησε ο Κακογιάννης, «την ώρα που θα παίζετε, η Τασσώ θα σε κοιτάζει με τέτοιο βλέμμα που θα σε κάνει να της δώσεις τέσσερα χαστούκια».

Ένα άλλο γεγονός που με έκανε να παίζω τελικά την κακιά του σινεμά ήταν ότι δεν με ένοιαζε να παίζω την άσχημη. Στην προσωπική μου ζωή είμαι εντελώς διαφορετική και οι νύφες μου λένε ότι είμαι καλή πεθερά»

Ο κόσμος είχε ταυτίσει τόσο πολύ την ηθοποιό με τον ρόλο της, που πολλές φορές η ίδια νόμιζε ότι θα της επιτεθούν. «Ένιωθες πως θα με σκίσουν, αν με δουν μπροστά τους», είχε πει σε συνέντευξή της ενώ δεν ήταν λίγες οι φορές, που οι αντιδράσεις του κόσμου τρόμαζαν τον σύζυγό της.

Παρόλο που είχε ταυτιστεί με την κακία και πολύς κόσμος τη μισούσε, η Καββαδία αναγνώριζε ότι ο ρόλος αυτός την έκανε γνωστή και της άνοιγε πόρτες στον κινηματογράφο. Αγαπούσε τον χαρακτήρα που ερμήνευε κι ας μην έμοιαζε με τον πραγματικό της.

 

 

Ωστόσο όσοι τη γνωρίζουν από κοντά μιλούν για έναν πολύ συμπαθή άνθρωπο. «Να χαμογελάτε! Κάθε μέρα κάτι άλλο θα φέρει, και μην τσιγκουνεύεστε την καλοσύνη» έλεγε η ίδια.

Δηλωτικό του χαρακτήρα της είναι το γεγονός ότι την περίοδο της Κατοχής γίνεται Αδελφή του Ελέους δουλεύοντας για τον Ερυθρό Σταυρό.

Η Τασσώ συνεργάστηκε κατόπιν με τη Φίνος Φιλμ. Δίπλα στον γεννήτορα του ελληνικού σινεμά Φίνο θα γνωρίσει δόξα και φήμη ως η απόλυτη στρίγγλα της μεγάλης οθόνης.

Η καριέρα της στη Φίνος θα ξεκινήσει το 1960 με την ταινία «Το Κλωτσοσκούφι», όπου ερμήνευσε τη στριμμένη αδελφή του Αλέκου Αλεξανδράκη, και θα απογειωθεί με τις ερμηνείες της στη «Μια τρελή τρελή σαραντάρα», όπου υποδύεται τη σοβαρή αδελφή της Ρένας Βλαχοπούλου, και στην «Αμαρτία της ομορφιάς», όπου μας χαρίζει ρεσιτάλ ερμηνείας ως αυταρχική μάνα.

 

 

Η «κακιά πεθερά» δεν ήταν μύθος αλλά μια αλήθεια της ελληνικής κοινωνίας. Τη δεκαετία του ’70 ακόμη κάποια παντρεμένα ζευγάρια ζούσαν μαζί με τους γονείς τους σε όλη τη χώρα και πολύ περισσότερο στην περιφέρεια.

Έτσι προέκυψε η «κακιά πεθερά», που η παρουσία και οι παρεμβάσεις της ήταν ενοχλητικές και για το γαμπρό και τη νύφη. Αναλόγως που έμεναν. Ο κινηματογράφος παρουσίαζε αυτή την καθημερινότητα με υπερβολές.

Έτσι, η Τασσώ Καββαδία ήταν η ιδανική ηθοποιός για να ερμηνεύσει το ρόλο της κακιάς πεθεράς. Κατείχε ήδη τον τίτλο της κακιάς, από προηγούμενες ερμηνείες της και το σενάριο φαινόταν να είναι γραμμένο στα μέτρα της.

Η ηθοποιός όμως είχε δηλώσει πως δεν επιθυμούσε να παίξει ξανά την αντιπαθητική. Ο Φίνος, που ήξερε πάντα τη «συνταγή της επιτυχίας» δεν έμεινε με σταυρωμένα τα χέρια. Της προσέφερε την τριπλάσια αμοιβή, η ηθοποιός δέχτηκε και η ερμηνεία της ξεχώρισε….

 

 

«Κυρία Ξι Παπαμήτρου! Κυρία Ξι Παπαμήτρου, σας βλέπω που κρύβεστε πίσω από τις κουρτίνες, γιατί δεν βγαίνετε να μιλήσουμε;» Ποιος δεν έχει ακoύσει τη χαρακτηριστική αυτή φράση της Μάρως Κοντού, από το «Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα».

 

 

Από το 1954 έως το 1967 εργάστηκε στο ραδιόφωνο ως δημιουργός και εκτελέστρια. Από το 1955 ως το 1969 εργάστηκε σε εφημερίδες και περιοδικά ως συντάκτρια του ελεύθερου και καλλιτεχνικού ρεπορτάζ. Επίσης ασχολήθηκε με λογοτεχνικές και άλλες μεταφράσεις.

Η Τασσώ Καββαδία πέθανε πλήρης ημερών στα 91 της χρόνια το Σάββατο 18 Δεκεμβρίου του 2010

Τα τελευταία χρόνια τα πέρασε κλινήρης στο σπίτι της στο Φάληρο, καθώς την ταλαιπωρούσαν πολλά προβλήματα υγείας. Η γλυκύτατη κακιά του μεγάλου πανιού ήταν πάντα μια μεγάλη αγωνίστρια της ζωής και έφυγε από τον κόσμο στις 18 Δεκεμβρίου 2010.

«Δεν πιστεύω ότι τελειώνει η ζωή όταν γεράσεις. Δεν πρέπει να εγκαταλείπεις. Πιστεύω ότι πρέπει να κάνεις όνειρα για το αύριο».

 

 

Αυτή η γυναίκα όμως με τα κάτασπρα μαλλιά και το έξω καρδιά γέλιο της, καμιά σχέση δεν έχει με τον χαρακτήρα που την καθιέρωσε. Ήταν ένας γλυκός άνθρωπος που χαιρόταν τη ζωή της και μέχρι τα τελευταία χρόνια δούλευε ασταμάτητα.

Στο Α’ Νεκροταφείο της Αθήνας παίχτηκε η τελευταία «πράξη» για την αξέχαστη Τασσώ Καββαδία, μία από τις σημαντικότερες Ελληνίδες ηθοποιούς που σημάδεψε με τις ερμηνείες της τον ελληνικό κινηματογράφο.

Φίλοι και συγγενείς είχαν συνοδεύσει την Τασσώ Καββαδία στην τελευταία της κατοικία, απευθύνοντας το ύστατο χαίρε στην πιο ευγενική και καλοσυνάτη «κακιά» της μεγάλης οθόνης. 

 

 

0