Ένα νοσταλγικό κοίταγμα σε χαρταετούς των παιδικών μας χρόνων μέσα από αναγνωστικά παλιών εποχών

Γενιές πολλών παιδιών μεγάλωσαν με το παλαιό αναγνωστικό στο οποίο θριάμβευε το περήφανο πέταγμα του αετού του Μίμη. Ο Μίμης αδιαφιλονίκητος ήρωας του παλαιού αναγνωστικού με το ριγέ μπλουζάκι και το κοντοκουρεμένο κεφάλι στο πλευρό της αδελφής του της Άννας, χαίρεται την Καθαρά Δευτέρα από την Αθηναϊκή ταράτσα του σπιτιού.

Με αυτές τις εικόνες τα μικρά παιδιά μάθαιναν τα πατροπαράδοτα έθιμα της Καθαροδευτέρας

Ο χαρταετός αναπόσπαστη ψηφίδα της ημέρας. ένα έθιμο μια συνήθεια που έφερνε πολύ κοντά τον πατέρα με το γιό, τον παππού με τον εγγονό μέρες πριν, όταν θα έπρεπε να φτιαχτεί ο αετός να μετρηθούν καλά τα ζύγια και να έχει σωστό μήκος η ουρά.

Πέρα από το πέταγμα του αετού μεγάλη είναι κι η αξία της προσπάθειας και της επιμονής όπως φαίνεται από την στιχομυθία στο  αναγνωστικό της Δ’ τάξης (1953)

– Βοήθησε με, Χαρούλα, νά πετάξω τον αετό  μου, είπε ο  Νίκος στην αδελφούλα του, άφού προσπάθησε νά τον πετάξη  μόνος του και δεν τό έκατάφερε.

Ο αετός έσερνόταν επάνω στη γη.

Ή Χαρούλα έτρεξε με πολλή προθυμία, επήρε τον αετό,  υψηλά και τον άφησε νά πετάξη. Άλλα αλλά ο Νίκος δέν έπρόλαβε νά τρέξη και ο αετός έπεσε πάλι καταγής.

-Αδέξια πού είσαι, καημένη ! είπε ό Νίκος.

-Σε αυτό δεν πταίω  εγώ,  αποκρίθηκε ή  Χαρούλα.  Τό  σφάλμα είναι  δικό σου, πού δεν έτρεξες αμέσως, μόλις άφήσα τον αετό .

Προσπαθήστε πάλι, παιδιά, είπε ό θειός των παιδιών  , πού έκαθόταν μπροστά  στη θύρα και παρακολουθούσε τό παιγνίδι των παιδιών .

 

Τή φορά όμως αυτή ό Νίκος έβιάσθηκε παρά πολύ. Έτρεξε τόσο έξαφνικά, πού έτράβηξε τον αετό απότομα άπό το χέρι της Χαρούλας. Και ό αετός έπεσε φαρδύς πλατύς κάτω, όπως και πρώτα.

—Και τώρα ποιος πταίει; ερώτησε ή Χαρούλα.

—Προσπαθήστε πάλι, ξανα είπε ο θείος των παιδιών.

Αύτη τή φορά και οι δυο ήσαν προσεκτικώτεροι. Άλλα ένας άνεμος δυνατός, πού έφύσηξε άπό το πλάι, άρπαξε τόν αετό και τον έρριξε επάνω σε κάτι θάμνους. Έκεί έμπλέχθηκε ή ουρά του και ό πτωχός αετός έμεινε κρεμασμένος μέ το κεφάλι προς τά κάτω.

 

—Τά  βλέπεις;  είπε ό  Νίκος.  Τόν  έρριξες λοξά και γι’ αυτό επήγε προς αύτη τή μεριά.

— Μά, Νίκο, ημπορώ εγώ νά κάμω τόν άνεμο νά φυσήξη κατ’ ευθείαν; αποκρίθηκε ή Χαρούλα.

 

Ό θείος των παιδιών, όταν είδε τόν αετό κρεμασμένο, έσηκώθηκε, έξέμπλεξε  τήν ουρά και τους είπε:

—Ελάτε, παιδιά. Έδώ ό τόπος είναι γεμάτος άπό θάμνους. Ελάτε νά εύρωμε ένα μέρος πιο ανοικτό και τότε προσπαθήστε πάλι.

Και ώδήγησε  τά παιδιά σ’ ενα ομαλό τόπο, πού ήτο καταπράσινος άπό τή χλόη.

 

Έκεί, άφού ετοιμάσθηκαν, έκράτησε πάλι ή Χαρούλα τόν αετό και τόν άφήκε ακριβώς τή στιγμή, πού έκαμεν ό Νίκος νά τρέξη. Ό αετός ανέβηκε υψηλά, ωσάν μπαλόνι και έπετούσε μια χαρά. Μά ό Νίκος χαρούμενος, πού ένοιωθε τό σπάγγο νά τραβά, έστάθηκε γιά μιά στιγμή, γιά νά καμάρωση τόν αετό. Ό σπάγγος όμως έχαλαρώθηκε και επειδή ό άνεμος δεν ήτο αρκετά δυνατός, ό αετός έπεσε πάλι επάνω .

-Αχ, καημένε Νίκο,  δέν έπρεπε νά σταματήσης, είπε ό θείος. Ας είναι όμως, προσπάθησε πάλι.

-Όχι, δέν θά προσπαθήσω πιά, είπε ό Νίκος στενοχωρημένος. Δέν είναι αετός αυτός! Τί νά κάθωμαι νά βασανίζωμαι μ’ έναν αετό, πού δέν πετά. Και ο θείος του λέγει:

—Μπα, Νίκο, θα παρατήσης τό παιγνίδι σου, ύστερα άπό τόσους κόπους, πού έκάναμε; Τόσο εύκολα απελπίζεσαι, είπε , επειδή σου παρουσιάσθηκαν δυσκολίες; Ελα, τύλιξε τό σπάγγο σου και προσπάθησε πάλι.

Αυτή τή φορά ό αετός ανέβηκε μέ τόν αέρα,   ωσάν πτερό. Και όταν έτελείωσε όλος ό σπάγγος, ό Νίκος έστάθηκε, κρατώντας σφιγκτά στο χέρι του τό ξυλαράκι.Ολο χαρά έκοίταζε τόν  αετό,  πού  έφαινόταν  τώρα ωσάν  μιά  μικρή κοκκίδα στο γαλάζιο ουρανό.

—Κοίτα, θείε, κοίτα, τί υψηλά πού πετά ! Και  μέ τί δύναμη  τραβά! Θαρρείς και είναι άλογο, πού τραβά τό χαλινάρι. Και άλλο τόσο σπάγγο νά είχα, θά τόν άφηνα όλο. Θα έπήγαινε στά σύννεφα!

 

Άφού ό Νίκος διεσκέδασε αρκετά μέ τόν αετό, άρχισε νά τυλίγη σιγά σιγά τό σπάγγο’ και όταν έπεσε ό αετός, έτρεξε και τόν έσήκωσε. Ή χαρά του ήτο μεγάλη, όταν είδε, ότι ό αετός του δέν έπαθε τίποτε, άν και έπετούσε  τόσην ώρα.

—Θά έλθωμε, θείε, και αύριο μετά τό μάθημα νά προσπάθήσωμε πάλι.

Αξιοσημείωτο ειναι ότι στα αναγνωστικά μεγάλη είναι η μερίδα φωτογραφιών από έργα μεγάλων ζωγράφων

 

Ας κλείσουμε αυτό το σύντομο ταξίδι με ένα ποίημα της Ρένας Καρθαίου από το αναγνωστικό της Β’ δημοτικού (1982)

«Χαρταετοί στον ουρανό»

Kάθε Καθαρή Δευτέρα,
ανοιξιάτικη μου αέρα,
στα παιδιά μας λες «εντάξει»
ο αετός σας θα πετάξει

Φύσ’αγέρα λεβεντιά!
Παίξε αετό με τα παιδιά,
φεύγει ο αετός ο ένας ψηλά,
και στον άνεμο μιλά.

Φρρρ! ακολουθούνε κι άλλοι,
πιο μικροί και πιο μεγάλοι.
Ένας χάρτινος στρατός
ξάφνου κολυμπάει στο φως.

Το τοπίο τρέμει τώρα.
Τρέμει η μέρα, τρέμει η ώρα.
Στη γαλάζια τη γαλήνη
μία επανάσταση έχει γίνει.

Φυσά λεβεντιά μου αέρα!
Κάθε καθαρή Δευτέρα,
των παιδιών ψυχή και νους
χαρταετός στους ουρανούς
.

Καλή Σαρακοστή!

11