To Γρηγοριανό ημερολόγιο είναι το ημερολόγιο που χρησιμοποιείται σήμερα στον Δυτικό Κόσμο. Είναι μία παραλλαγή του Ιουλιανού ημερολογίου το οποίο χρησιμοποιούνταν από τον 1ο αιώνα π.Χ., η οποία προτάθηκε από τον Ναπολιτάνο γιατρό Αλοΐσιους Λίλιους και θεσπίστηκε από τον Πάπα Γρηγόριο ΙΓ΄, από τον οποίο πήρε το όνομά του, στις 24 Φεβρουαρίου του 1582.

Επινοήθηκε γιατί σύμφωνα με το Ιουλιανό, η εαρινή ισημερία μετατοπιζόταν κατά μία μέρα κάθε 128 χρόνια, γεγονός μη επιθυμητό. Έτσι, αντικαταστάθηκε από το Γρηγοριανό, σύμφωνα με το οποίο η εαρινή ισημερία μετατοπίζεται μόλις μία ημέρα κάθε 3.300 χρόνια, και η αλλαγή στη μέση διάρκεια του ημερολογιακού έτους έγινε από 365,25 ημέρες (365 ημέρες και 6 ώρες) του Ιουλιανού, 365,2425 ημέρες (365 ημέρες 5 ώρες 49 λεπτά 12 δευτερόλεπτα), μια μείωση 10 λεπτών και 48 δευτερολέπτων ανά έτος.
 
 
Το κίνητρο της Καθολικής Εκκλησίας στην αλλαγή του ημερολογίου ήταν να εορτάζεται το Πάσχα τον καιρό που πίστευαν ότι είχε συμφωνηθεί στην Πρώτη Οικουμενική Σύνοδο της Νίκαιας το 325 μ.Χ.. Παρ’ όλο που ένας κανόνας της Συνόδου υπονοεί ότι όλες οι εκκλησίες χρησιμοποιούσαν την ίδια ημερομηνία για το Πάσχα, δεν ήταν έτσι. Για παράδειγμα, η Εκκλησία της Αλεξάνδρειας εόρταζε το Πάσχα την Κυριακή μετά την 14η ημέρα της σελήνης που πέφτει πάνω ή μετά από την εαρινή ισημερία, την οποία τοποθετούσαν στις 21 Μαρτίου. Ωστόσο, η Εκκλησία της Ρώμης ακόμα τοποθετούσε την ισημερία στις 25 Μαρτίου και χρησιμοποιούσε διαφορετική ημέρα της σελήνης. Ακόμα χειρότερα, οι φάσεις της Σελήνης που χρησιμοποιούνταν για να υπολογιστεί το Πάσχα στο Ιουλιανό ημερολόγιο ήταν σταθερές με αποτέλεσμα να χάνεται μία ημέρα κάθε 310 χρόνια. Έτσι τον 16ο αιώνα, οι φάσεις του Σεληνιακού ημερολογίου απέκλιναν κατά τέσσερις ημέρες σε σχέση με τις πραγματικές.
 
Η διόρθωση για την εαρινή ισημερία είχε ως εξής: Τα χρόνια που διαιρούνταν με το 100 θα ήταν δίσεκτα μόνο αν διαιρούνται επίσης με το 400. Συνεπώς, την περασμένη χιλιετία, το 1600 και το 2000 ήταν δίσεκτα, αλλά τα 1700, 1800 και 1900 για παράδειγμα, δεν ήταν. Στην τωρινή χιλιετία, τα χρόνια 2100, 2200 και 2300 δε θα είναι δίσεκτα, ενώ το 2400 θα είναι.
 
Όταν το νέο ημερολόγιο εφαρμόσθηκε, για να διορθωθεί το σφάλμα που είχε ήδη ενσωματωθεί στην μέτρηση του χρόνου κατά τη διάρκεια των δεκατριών αιώνων από την Πρώτη Οικουμενική Σύνοδο της Νίκαιας (που καθιέρωσε το Ιουλιανό ημερολόγιο), κρίθηκε σκόπιμο να παραλειφθούν δέκα ημέρες από το ηλιακό ημερολόγιο. Η τελευταία ημέρα του Ιουλιανού ημερολογίου ήταν η 4η Οκτωβρίου 1582 και η αμέσως επόμενη, και πρώτη του Γρηγοριανού ήταν η 15η Οκτωβρίου 1582. Και εκεί ξεκίνησε η ανακατωσούρα.
 
Γιατί συχνά συναντάμε διπλές χρονολογίες λόγω της σύγχυσης των ημερολογίων και της αλλαγής της πρώτης ημέρας του έτους. Αυτή η σύγχυση ήταν προγενέστερη του Γρηγοριανού ημερολογίου, αφού κράτος και εκκλησία χρησιμοποιούσαν διαφορετικά συστήματα χρονολόγησης. Πολύ λίγες χώρες χρησιμοποίησαν το ημερολόγιο αυτό από την 15η Οκτωβρίου 1582. Άλλες, μη Καθολικές χώρες αρνήθηκαν να υιοθετήσουν μια Καθολική εφεύρεση. Η Βρετανική Αυτοκρατορία (συμπεριλαμβανομένου μέρους από τις σημερινές Η.Π.Α.) δεν το υιοθέτησαν πριν το 1752, οπότε και ήταν απαραίτητο να διορθωθεί η ημερομηνία κατά έντεκα ημέρες (η 2η Σεπτεμβρίου 1752 ακολουθήθηκε από την 14η Σεπτεμβρίου 1752). Η Βρετανία θεσμοθέτησε ειδικές ρυθμίσεις για να εξασφαλίσει ότι μηνιαίες ή ετήσιες πληρωμές δε θα γίνονταν μέχρι τις ημερομηνίες που θα γίνονταν αρχικά, με το Ιουλιανό ημερολόγιο.
 
Σπουδαίο παράδειγμα ανακατωσούρας η Σουδία… Η σχέση της χώρας με το Γρηγοριανό ημερολόγιο είχε δύσκολη αρχή. Η Σουηδία άρχισε να αλλάζει από το παλιό της ημερολόγιο στα 1700, αλλά αποφασίστηκε να γίνει η μετατόπιση των 11 ημερών σταδιακά, αφαιρώντας τις επιπλέον ημέρες από τα δίσεκτα έτη μεταξύ 1700 και 1740. Στο μεταξύ, το Σουηδικό ημερολόγιο θα ήταν εκτός συνοχής και με το Γρηγοριανό και με το Ιουλιανό ημερολόγιο για 40 χρόνια, και επίσης η διαφορά δε θα ήταν σταθερή αλλά θα άλλαζε κάθε 4 χρόνια. Είναι προφανές ότι το σύστημα αυτό ευνοούσε τη σύγχυση όσον αφορά στην ημερομηνία των γεγονότων που συνέβαιναν στη Σουηδία την περίοδο αυτή. Και σαν να μην έφτανε αυτό, το σύστημα υπέστη κακή διαχείριση, με αποτέλεσμα να μετρηθούν κανονικά οι επιπλέον ημέρες των ετών 1704 και 1708. Έτσι, ενώ μετά το 1708 η Σουηδία θα έπρεπε να είναι 8 ημέρες πίσω από τις χώρες που είχαν υιοθετήσει το Γρηγοριανό ημερολόγιο, ήταν πίσω 10 ημέρες. Ο βασιλιάς Κάρολος ο ΙΒ΄ κατάλαβε τότε ότι η σταδιακή αλλαγή δεν λειτουργούσε σωστά και αποφάσισε να εγκαταλειφθεί. Ωστόσο, αντί να προχωρήσει τη χώρα 10 ημέρες ώστε να συμπέσει με το Γρηγοριανό ημερολόγιο, αποφάσισε να επαναφέρει τη χώρα στο Ιουλιανό. Αυτό επιτεύχθηκε μετρώντας τη μοναδική ημερομηνία 30ή Φεβρουαρίου στο έτος 1712. Η Σουηδία τελικά υιοθέτησε το Γρηγοριανό ημερολόγιο το 1753, οπότε μετά την 17η Φεβρουαρίου ακολούθησε η 1η Μαρτίου.
Η Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία επί αιώνες δεν δεχόταν να χρησιμοποιήσει το Γρηγοριανό ημερολόγιο με τον φόβο μήπως αυτό γίνει αιτία παραπλάνησης του πληρώματος, δηλαδή των πιστών. Όταν το 1582 ο πάπας Γρηγόριος ΙΓ΄ κάλεσε μέσω επιστολής τον πατριάρχη Ιερεμία Β΄ τον Τρανό να το εισαγάγει και στην Ορθόδοξη εκκλησία, ο πατριάρχης δεν το δέχτηκε ύστερα από συνοδική απόφαση, θεωρώντας ότι αποτελεί απόπειρα προσηλυτισμού. Η εξέλιξη του πολιτισμού, όμως, επέβαλε νέες ανάγκες και το θέμα άρχισε να αντιμετωπίζεται από άλλη σκοπιά. Ο Οικουμενικός Πατριάρχης Άνθιμος Ζ΄, το 1895, εξέφρασε την ευχή να υπάρξει ενιαίο ημερολόγιο για όλους τους χριστιανικούς λαούς. Και ο Ιωακείμ Γ΄ έστειλε το 1902 εγκύκλιο σε όλες τις Ορθόδοξες Εκκλησίες να μελετήσουν το ζήτημα του ημερολογίου και ζητούσε τις απόψεις τους.
 
Η Εκκλησία της Ελλάδος απάντησε ότι δεν απορρίπτει καταρχήν την προοπτική αλλαγής του ημερολογίου. Συστήθηκε μάλιστα επιτροπή μελέτης, η οποία αποφάνθηκε το 1919 ότι: «η μεταβολή, μη προσκρούουσα εις δογματικούς και κανονικούς λόγους, ηδύνατο να γίνη μετά συνεννόησιν πασών των αυτοκεφάλων Εκκλησιών, ιδία δε του Οικουμενικού Πατριαρχείου». Περιμένοντας να γίνει μια τέτοια συνεννόηση, η Εκκλησία της Ελλάδος συνέχισε να χρησιμοποιεί το παλαιό Ιουλιανό ημερολόγιο, συμφώνησε δε να εισαγάγει η Πολιτεία το Γρηγοριανό ημερολόγιο μόνο για πολιτική χρήση. Με βασιλικό διάταγμα εισήχθη στην Ελλάδα το Γρηγοριανό ημερολόγιο την 16 Φεβρουαρίου 1923, η οποία ορίστηκε ως 1 Μαρτίου 1923. Αλλά λίγες μέρες αργότερα τα πράγματα έμπλεξαν, όταν ήρθε η 25η Μαρτίου και θα έπρεπε να χωριστεί η γιορτή του Ευαγγελισμού από την γιορτή της Εθνεγερσίας. Τότε έγινε σαφές ότι η συνύπαρξη δύο ημερολογίων θα προκαλούσε προβλήματα. Η Εκκλησία της Ελλάδος για να αρθεί το αδιέξοδο, αποφάσισε να χρησιμοποιεί το Γρηγοριανό ημερολόγιο για τις θρησκευτικές γιορτές με εξαίρεση τη γιορτή του Πάσχα (Αναθεωρημένο Ιουλιανό ημερολόγιο). Το Οικουμενικό Πατριαρχείο συγκατατέθηκε στην αλλαγή με τηλεγράφημα του πατριάρχη Γρηγορίου Ζ΄ της 23 Φεβρουαρίου 1924, το οποίο ανέφερε: «Συνοδική αποφάσει ενεκρίθη οριστικώς προσαρμογή εορτολογίου και πολιτικού ημερολογίου από 10ης προσεχούς Μαρτίου». Έτσι την 10η Μαρτίου 1924 εισήχθη το Αναθεωρημένο Ιουλιανό ημερολόγιο ημερολόγιο στη χώρα μας και για εκκλησιαστική χρήση και η μέρα αυτή υπολογίστηκε σαν 23 Μαρτίου.
 
 
Όσο κι αν ψάξετε, δεν πρόκειται να βρείτε Ελληνίδα ή Έλληνα που να έχει γεννηθεί ή να έχει πεθάνει μεταξύ 16 και 28 Φεβρουαρίου του 1923. Επίσης σε κανένα ιστορικό αρχείο δεν υπάρχουν καταγεγραμμένα γεγονότα τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο στη χώρα μας. Ούτε καν εφημερίδες δεν κυκλοφόρησαν το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. 
 
Η Ρωσία δεν αποδέχτηκε το νέο ημερολόγιο έως το 1918, οπότε η 31η Ιανουαρίου ακολουθήθηκε από την 14η Φεβρουαρίου. Κατά συνέπεια, η επέτειος της Οκτωβριανής επανάστασης τώρα πέφτει… Νοέμβριο. Οι Ορθόδοξες εκκλησίες της Ρωσίας, της Σερβίας, της Ιερουσαλήμ και μερικοί επίσκοποι που αποσχίσθηκαν από την Εκκλησία της Ελλάδος δεν αποδέχτηκαν το Αναθεωρημένο Ιουλιανό ημερολόγιο. Αυτοί οι Παλαιοημερολογίτες θα γιορτάζουν τη Γέννηση της 25η Δεκεμβρίου με το Ιουλιανό ημερολόγιο, δηλαδή την 7η Ιανουαρίου του Γρηγοριανού μέχρι το 2100. 

 
(Το ημερολόγιο που χρησιμοποιούσε ο Λένιν στο διαμέρισμά του στο Κρεμλίνο)
 
Διαφορά μεταξύ Γρηγοριανού και Ιουλιανού ημερολογίου
 
Μετά την εισαγωγή του Γρηγοριανού ημερολογίου το 1582, η διαφορά μεταξύ αυτού και του Ιουλιανού αυξήθηκε σταδιακά κατά τρεις ημέρες στους τέσσερις αιώνες που έχουν περάσει. Παρακάτω φαίνεται η διαφορά σε ημέρες για εύρος ημερομηνιών. Σημειώνεται ότι όταν αναφέρεται κανείς σε γεγονότα που συνέβησαν σε χώρα που ίσχυε το Γρηγοριανό ημερολόγιο και τα συγκρίνει χρονικά με γεγονότα που συνέβησαν σε χώρα ή χώρες που ίσχυε το Ιουλιανό, είναι απαραίτητο να λαμβάνεται υπόψη η διαφορά αυτή, συνήθως με αναγραφή δυο ημερομηνιών ταυτόχρονα (παράδειγμα: «Η Ναυμαχία του Ναυαρίνου έγινε στις 20 Οκτωβρίου / 8 Οκτωβρίου 1827», γιατί η ημερομηνία που κατέγραφαν στα ημερολόγιά τους τα βρετανικά, γαλλικά και ρωσικά πλοία ήταν 20 Οκτωβρίου, ενώ για τους Έλληνες η ημερομηνία ήταν 8 Οκτωβρίου 1827). 
 
 
 
2