Η μετάδοση της παράστασης Το Πέμπτο Βήμα από το National Theatre Live, που παρακολουθήσαμε απόψε στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, ήταν μια βαθιά και θεατρικά ολοκληρωμένη αφήγηση για την αλήθεια που δεν θέλουμε να δούμε.
Ένα σκληρό κείμενο απέναντι στον εαυτό μας ξεδιπλώνοντας την ανθρώπινη ψυχή με ακρίβεια και ειλικρίνεια…
Το κείμενο είναι αφοπλιστικό γιατί μιλάει όπως μιλάνε οι άνθρωποι όταν δεν έχουν πια κουράγιο να προσποιηθούν. Οι διάλογοι απλοί, σχεδόν καθημερινοί που κρύβεται η βία της αλήθειας. Κάθε φράση μοιάζει να έχει ειπωθεί μόνο και μόνο επειδή δεν μπορούσε πια να μείνει μέσα τους…. Το έργο ξεγυμνώνει τους χαρακτήρες χωρίς δραματικές κορώνες….Τους αφήνει να είναι αδύναμοι, αμήχανοι, μερικές φορές αντιπαθείς. Βλέπεις ανθρώπους που παλεύουν με τις ίδιες ντροπές, τα ίδια ψέματα, τους ίδιους φόβους…
Οι δύο πρωταγωνιστές λειτουργούν σαν καθρέφτες ο ένας για τον άλλον. Ο ένας βλέπει στον άλλον αυτό που δεν αντέχει να δει στον εαυτό του. Ο πιο έμπειρος βλέπει στον νεότερο τη δική του παλιά ευαλωτότητα. Ο νεότερος βλέπει στον άλλον αυτό που φοβάται ότι θα γίνει..Σκληρός, κλειστός, γεμάτος σιωπές…. Κάθε κουβέντα τους δεν είναι απλώς ανταλλαγή λόγων αλλά μια σύγκρουση ανάμεσα σε δύο εκδοχές της ίδιας ανθρώπινης ανάγκης…Να σωθείς και να σε δουν…
Ο Jack Lowden είναι ωμός, ανοιχτός, εκτεθειμένος. Από την πρώτη στιγμή μοιάζει σαν κάποιος που δεν έχει μάθει ακόμη να προστατεύεται. Το σώμα του δεν ησυχάζει..Αλλάζει στάση, παίζει με τα χέρια του, σκύβει, σηκώνεται ελαφρά, σαν να μην αντέχει να μείνει ακίνητος με τις σκέψεις του. Η φωνή του ανεβοκατεβαίνει απρόβλεπτα. Δεν μετράει το συναίσθημα. Το αφήνει να ξεχειλίσει… Όταν γελάει, γελάει λίγο παραπάνω απ’ όσο πρέπει. Όταν θυμώνει, θυμώνει άτσαλα, χωρίς φίλτρο. Στις εξομολογήσεις του δεν υπάρχει θεατρική κομψότητα. Λέει πράγματα άσχημα, άβολα, και τα λέει σαν να βγαίνουν εκείνη τη στιγμή από μέσα του. Δεν ζητάει συμπάθεια. Σε αναγκάζει να τον αντέξεις όπως είναι.
Ο Martin Freeman, αντίθετα, δουλεύει με σιωπή και έλεγχο. Η δύναμή του είναι στις παύσεις. Στο βλέμμα που μένει λίγο παραπάνω. Στο πώς ακούει. Παίζει έναν άνθρωπο που έχει μάθει να φαίνεται σταθερός, ήρεμος, σχεδόν καθησυχαστικός. Όμως κάτω από αυτή την επιφάνεια υπάρχει κάτι κουρασμένο, κάτι εύθραυστο. Η φωνή του είναι χαμηλή, ήπια, σαν να θέλει να κρατήσει τα πράγματα ήσυχα. Όμως όσο προχωρά το έργο, αυτή η ηρεμία αρχίζει να τρίζει. Οι παύσεις μεγαλώνουν. Οι λέξεις βαραίνουν. Σε κάποιες στιγμές μοιάζει σαν να παλεύει αν αντέχει να πει την αλήθεια του και αυτός ο δισταγμός είναι που τον κάνει τόσο ανθρώπινο.
Στο τέλος, το Πέμπτο Βήμα δεν μένει στη μνήμη σαν μια καλή παράσταση, αλλά σαν μια εμπειρία που σε βαραίνει γλυκά, σαν κάτι που σου μίλησε πιο χαμηλά απ’ όσο συνηθίζεις να ακούς. Είναι από εκείνες τις στιγμές που το θέατρο λειτουργεί ως συνάντηση με δύο ανθρώπους στη σκηνή και, αναπόφευκτα με τον ίδιο σου τον εαυτό.
Το αφοπλιστικό κείμενο, οι ερμηνείες χωρίς φίλτρο, η σχέση-καθρέφτης των δύο πρωταγωνιστών, όλα συνεργάζονται για να δημιουργήσουν μια σπάνια αίσθηση αλήθειας, που συγκινεί επειδή είναι απλή και ανθρώπινη. Φεύγεις με ερωτήσεις για το πόσα λες και πόσα κρύβεις, για το πόσο αντέχεις να σε δουν όπως είσαι, για το πόσο έτοιμος είσαι να κοιτάξεις τον άλλον και να δεις μέσα του τον εαυτό σου. Και ίσως αυτό να είναι τελικά το μεγαλύτερο κέρδος. Γιατί δεν τελειώνει απλά με το χειροκρότημα, αλλά συνεχίζει μέσα σου, αθόρυβα, επίμονα, σαν μια αλήθεια που δεν ζητάει να φωνάξει, αλλά να ακουστεί….