Η βιβλιο-πρόταση από το thelook.gr  γι’ αυτή την εβδομάδα είναι πιο σύνθετη και επιλέγουμε 3 διηγήματα από τον κορυφαίο ηθογράφο της λογοτεχνίας μας τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη. Συγκεκριμένα προτείνουμε: «Το Μυρόλογι της Φώκιας», «Πατέρας στο Σπίτι» και «Υπό την Βασιλικήν Δρυν»

  1. Το μυρολόγι της Φώκιας

«Κάτω από τον κρυμνόν, όπου βρέχουν τα κύματα, όπου κατέρχεται το μονοπάτι, το αρχίζον από τον ανεμόμυλον του Μαμογιάννη, όπου αντικρύζει τα Μνημούρια, και δυτικώς, δίπλα εις την χαμηλην προεξοχήν του γιαλού, την  οποίαν τα μαγκόπαιδα του χωρίου, όπου δεν παύουν από πρωίας μέχρι εσπέρας, όλον το θέρος, να κολυμβούν εκεί τριγύρω, ονομάζον το Κοχύλι – φαίνεται να έχη τοιούτον σχήμα – κατέβαινε το βράδυ – βράδυ η γρια-Λούκαινα, μια χαροκαμένη πτωχή γραία, κρατούσα υπό την μασχάλην μίαν αβασταγή, δια να πλύνη τα μάλλινα σινδόνια της εις το κύμα το αλμυρόν, είτα να τα ξεγλυκάνη εις την μικράν βρύσιν, το Γλυφονέρι, όπου δακρύζει από τον βράχον του σχιστόλιθου, και χύνεται ήρεμα εις τα κύματα…»

Μαγεία εικόνων σε μια μόλις περίοδο! Το μυρολόγι  της φώκιας είναι αυτό ακριβώς που λέει ο Ζήσιμος Λορεντζάτος: ένα «αχειροποίητο» διήγημα. Είναι ένα αριστοτεχνικά δομημένο διήγημα που πάλλονται ήχοι παράταιροι, αντιθετικοί…

«…υπεράνω της κεφαλής της, ολίγον προς τα δεξιά, εντός μικράς κρυπτής λάκκας, παραπλεύρως του Κοιμητηρίου, είχε καθίσει νεαρός βοσκός, επιστρέφων με το μικρόν κοπάδι του από τους αγρούς, και, χωρίς ν’ αναλογισθή το πένθιμον του τόπου, είχε βγάλει το σουραύλι από το μαρσίπιόν του και ήρχισε ένα μέλπηφαιδρόν ποιμενικόν άσμα. Το μυρολόγι της γραίας εκόπασεν εις τον θόρυβον του αυλού…»

Είναι πρωτόγνωρο σε ελληνικό διήγημα να συνηχούνται και να συναποτελούν την υπόκρουση  το «πένθιμον βαθύ μυρολόγι» της γριας-Λούκαινας με το φαιδρόν ποιμενικόν άσμα» του νεαρού βοσκού. Όλο το διήγημα είναι μια εναλλαγή ζωής – θανάτου και θέλει να δηλώσει πως όσο κι αν φαίνεται τραγικό, η ζωή συνεχίζει την πορεία της ακάθεκτη, παρά τη συνεχή παρουσία του θανάτου. Παρά τη μεγάλη αγάπη που έχουμε στους ανθρώπους που φεύγουν, παρά τον πόνο που βιώνουμε για το χαμό τους, η ζωή δεν μπορεί παρά να συνεχίσει την πορεία της.

2. Πατέρα στο σπίτι!

« – Μπάρμπα, βάλε μου λίγο λαδάκι μες στο γυαλί, είπε η μάνα μου, γιατί δεν έχουμε πατέρα στο σπίτι.

-Χωρίς πεντάρα;

-Ναι.

-Και τι έγινε ο πατέρας σου;

-Να, πάει να βρη άλλη γυναίκα.»

Από την αρχή το ηθογραφικό (αλλά απόλυτα ρεαλιστικό) αυτό διήγημα του Παπαδιαμάντη είναι μια κατακραυγή για την ένδεια της εποχής. Γράφτηκε το 1894, ένα χρόνο μετά την κήρυξη της χεοκοπίας του ελληνικού κράτους και περιγράφει γεγονότα από την φτωχή Αθήνα, αλλά κυρίως εστιάζει σε μια πάμφτωχη οικογένεια που εγκαταλείφθηκε από τον μέθυσο πατέρα. Ο Παπαδιαμάντης με μοναδική μαεστρία εγείρει παράλληλα δύο θέματα: τις δυσμενείς οικονομικές συνθήκες και την εξαθλίωση που βιώνει η οικογένεια της ιστορίας, και από την άλλη ο αρνητικός τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζεται μια γυναίκα από τον κοινωνικό της περίγυρο, ακόμη κι όταν αυτή έχει να θρέψει τέσσερα παιδιά και δεν έχει καθόλου πόρους. Ο συγγραφέας μας ως κάτοικος της συνοικίας δεν μένει αμέτοχος και εκφράζει την συμπάθεια του σε όλους τους τόνους.

Ένα διήγημα προβληματισμού -στο οποίο υπάρχουν και οι χιουμοριστικές αναφορές για να ελαττώσει το επώδυνο της όλης κατάστασης. Ένα διήγημα που συγκινεί και αποκαλύπτει την νοοτροπία και τον τρόπο σκέψης των ανθρώπων της εποχής.

3. Υπό την βασιλικήν δρυν

«…ερρέμβαζον γλυκά μη χορταίνων να θαυμάζω περικαλλές δένδρον, μεμονωμένον, πελώριον, μίαν βασιλικήν δρυν. Οποίον μεγαλείον είχεν! Οι κλάδοι της χλωρόφαιοι, κατάμεστοι, κραταιοί. Οι κλώνες της, γαμψοί ως η κατατομή του αετού, ούλοι ως η χαίτη του λέοντος, προείχον αναδεδημένοι, εις βασιλικά στέμματα. Και ήτον εκείνη άνασσα του δρυμού, δέσποινα άγριας καλλονής, βασίλισσα της δρόσου…»

Η Παπαδιαμάντης μιλά για το μεγαλείο μια βελανιδιάς και εμείς στεκόμαστε ενεοί στο μεγαλείο αυτής της περιγραφής.  Στο διήγημα βλέπουμε τον  ώριμο πλέον αφηγητή να θυμάται με νοσταλγία την παιδική του ηλικία στη φύση και τις εκδρομές που έκανε στην εξοχή όπου θαύμαζε το «βασιλικό» δέντρο. Στο κεντρικό επεισόδιο του διηγήματος ο αφηγητής-παιδί, αφού πρώτα κυλισθεί ευτυχισμένος στη χλόη, στις παπαρούνες και τα αγριολούλουδα, θα ξαπλώσει κουρασμένος κάτω από τη σκιά του δένδρου και θα κοιμηθεί. Στον ύπνο του θα ονειρευτεί τη μεταμόρφωση του δένδρου σε μία γυναικεία ερωτική μορφή.

«…εις μίαν στιγμήν η ρίζα του εφάνη ως δύο ωραίαι εύτορνοι κνήμαι, κολλημέναι η μία επάνω εις την άλλην, είτα κατ’ ολίγον εξεκόλλησαν κ εχωρίσθησαν εις δύο…και το βαθύφαιον αειθαλές φύλλωμα μου εφάνη ως κόμη πλούσια κόρης, αναδεδημένη προς τ’ άνω, είτα λουόμενη, κυματίζουσα, χαλαρούμενη προς τα κάτω…»

Η περιγραφή της μεταμόρφωσης του δέντρου, κατά την οποία ο αφηγητής εστιάζει την προσοχή του στις κνήμες, στους γλαφυρούς κόλπους, στο στέρνο, την κοιλιά και την πλούσια κόμη της κοπέλας που εμφανίζεται σταδιακά, μας παραπέμπει στην αντίστοιχη περιγραφή που δίνει το βοσκόπουλο-αφηγητής στο Όνειρο στο κύμα.

 

Η συνέχεια συναρπάζει με την απρόοπτη εξέλιξη του. Ένα πολύ ιδιαίτερο διήγημα με στυλιζαρισμένες φράσεις και δουλεμένο στην εντέλεια ένα διήγημα που δηλώνει ότι η εσωτερική αλλαγή του καθενός μας έχει το ανάλογο του και στον περίγυρο του.

Καλό Σαββατοκύριακο!

Το συγκεντρωτικό έργο του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη κυκλοφορεί από τις «εκδόσεις Δόμος».

Λίγα Βιογραφικά για τον συγγραφέα

Γεννήθηκε στη Σκιάθο το 1851 και μέχρι το 1885 έχει δημοσιεύσει τα μυθιστορήματα «Η Μετανάστις» «Οι έμποροι των εθνών» και «Η γυφτοπούλα» καθώς και την εκτενή νουβέλα «Χρήστος Μηλιόνης» που αποτελεί το μεταίχμιο ανάμεσα στο μυθιστόρημα και το διήγημα, έκτοτε γράφει αποκλειστικά διηγήματα. Το πρώτο του διήγημα είναι «το Χριστόψωμο» και μέχρι το θάνατο του θα δημοσιεύσει 143. Μετά θάνατον θα δημοσιευτούν άλλα 32, κάποια ημιτελή. Συνολικά το έργο του μεγάλου Σκιαθίτη συγγραφέα εκτείνεται σε 3 μυθιστορήματα, 171 διηγήματα, 16 ποιήματα, 4 υμνογραφήματα και 63 περίπου άρθρα. Πέθανε το 1911 σε ηλικία 60 ετών.