Από τον Heretic κριτικό Γιάννη Κρουσίνσκυ

Υπενθυμίζουμε, ότι διανύουμε ένα διερευνητικό κινηματογραφικό αφιέρωμα Αντιμετασοβιετικής – Αντισοβιετικής νοοτροπίας. Ακολουθώντας την Αντίστροφη διαδοχική πορεία σχετικών ταινιών, που κινήθηκαν με καλλιτεχνική τόλμη στον 21ο αιώνα.

Η Αντίστροφη πορεία του κινηματογραφικού Αφιερώματός μας βρίσκει τώρα στο Δεύτερο Μέρος, τολμηρά έργα, που άγγιξαν τη σύγχρονη μετασοβιετική περίοδο, καταδεικνύοντας την επιθετική προσάρτηση.

Αλλά και έργα άλλου ατμοσφαιρικού χωροχρονικού ταξιδιού, που παρουσιάζουν το τρομακτικό πολιτικοϊστορικό κλίμα μιας απλωμένης, απειλητικής σοβιετικής επίβλεψης.

Αντιμετασοβιετικό – Αντισοβιετικό Ύφος

Κοινό στοιχείο των ταινιών του Δεύτερου μέρους, θα μπορούσε να είναι η κρισιμότητα της γεωπολιτικής θέσης, τόσο σε μετασοβιετικό, όσο και σε σοβιετικό χωροχρονικό πλαίσιο.

Από την πλευρά της μετασοβιετικής περιόδου, η πολυπόθητη κριμαϊκή χερσόνησος. Και η ανατολική περιφέρεια των συνόρων της Ουκρανίας.

Από την πλευρά της σοβιετικής περιόδου, ταξιδεύουμε πολύ πιο πίσω. Στη σοβιετική ζώνη κατοχής, με την Ανατολική Γερμανία και την πρώτη γερμανική πόλη σε σοσιαλιστικό επεκτατικό έδαφος.

Μέρος Δεύτερο…

Στο Δεύτερο Μέρος, έχουμε τρεις ταινίες

Εδώ θα διαπιστωθούν:

1) Η αδικία εις βάρος μιας παραγκωνισμένης κοινωνικής ομάδας, η οποία βρέθηκε ανάμεσα στην πολεμική σύγκρουση δύο χωρών, λόγω της επικίνδυνα επιθυμητής κριμαϊκής χερσονήσου.

2) Η καδραρισμένη δραματική κωμωδία, επίπονου Μαύρου Χιούμορ, για την απόσχιση της περιοχής που υπήρξε πιο ανελεύθερη από ποτέ, από παραστρατιωτικούς σωτήρες” οι οποίοι θέλησαν να την ξεζουμίσουν.

3) Η παράτολμα αντιδραστική σιωπή διαμαρτυρίας, μα και η τρομακτική κατασίγαση των οποιονδήποτε κοινωνιολογικών διαφωνιών στην αμείλικτα σοσιαλιστική Ανατολική Γερμανία.

 

Ταξίδι Στην Κριμαία” (2019)

Η ταινία του σκηνοθέτη Νάριμαν Αλίεφ ορίζει το οπτικό βίωμα του Σινεφίλ, μετατρέποντάς τον παράλληλα σε αναγνώστη ενσυναίσθησης της πολύπαθης Ιστορίας, των παραγκωνισμένων Τατάρων της Κριμαίας. Εκείνοι είναι (συν)οριακά Νοτιοευρωπαίοι, με ανατολίτικες ρίζες και μουσουλμανικό θρήσκευμα. Από την εποχή εμφάνισης της ρωσικής αυτοκρατορίας τον 18ο αιώνα, προς ιστορικές θεμελιώδεις μεταβάσεις στη σοβιετική ένωση κατά τον 20ό αιώνα, μέχρι και την ύστερη ανεξαρτησία των δύο κρατών Ρωσίας και Ουκρανίας, στα τέλη 20ού κατά τη σοβιετική διάσπαση – τερματισμό, καθώς και στις αρχές του 21ου αιώνα, η Κριμαία άλλαξε αρκετές φορές προσαρτήσεις. Εν έτει 2014, η Κριμαία προσαρτήθηκε βίαια στη Ρωσία, μολονότι ανήκε στην Ουκρανία. Πέραν της αδικίας για την Ουκρανία όμως, στη μέση βρέθηκαν και πάλι ιστορικά οι Τάταροι της Κριμαίας. Διότι η κρίσιμη γεωπολιτική θέση της συγκεκριμένης χερσονήσου εμπόδιζε ανέκαθεν την ειρηνική παραμονή (δεν μιλάμε εδώ για εποχές του επιθετικού Χανάτου της Κριμαίας) και συνεπώς τη θέσπιση πολιτιστικής ταυτότητας των Τατάρων. Επομένως, η ταινία μάς βάζει σε μια αλλιώτικη, πραγματικά σπάνια, οπτική γωνία. Σενάριο – σκηνοθεσία ορίζουν μεν ως σημαντικό γεγονός τον πρώιμο ρωσό-ουκρανικό πόλεμο (από 2014 και έπειτα, μέχρι το έτος 2019 όπου γυρίστηκε η ταινία), αλλά εξετάζουν το βίωμα των Τατάρων της Κριμαίας, μέσα από τον Καταλύτη – Θάνατο ενός Τατάρου νέας γενιάς, που σκοτώθηκε στον πόλεμο αυτό.

Έτσι, το έργο μάς ταξιδεύει ταυτοχρόνως σε Εικόνες εξελιγμένου μετασοβιετικού περιβάλλοντος, αλλά και σε Σκέψεις που ανατρέχουν στο ιστορικό Παρελθόν των Τατάρων της Κριμαίας. Αφενός στις Εικόνες του εξελιγμένου μετασοβιετικού περιβάλλοντος, καθότι το έργο διαδραματίζεται κατά το τροφοδοτημένο ξεκίνημα του ρωσό-ουκρανικού πολέμου (από το 2014 μέχρι το 2019, εννοώντας, σύμφωνα με τα γυρίσματα της ταινίας). Αφετέρου σε παρελθοντικές Σκέψεις, καθότι η κοινωνικό-εθνική αφομοίωση δεν είναι κάτι το οποίο έψαξαν τώρα τελευταία οι Τάταροι της Κριμαίας. Δηλαδή, οι ίδιοι δεν “ξεφύτρωσαν” έτσι ξαφνικά στην περιοχή της κρίσιμης γεωπολιτικής χερσονήσου (μα είχαν ρίζες εκεί περίπου από τον 9ο αιώνα, ως Χάζαροι). Μετονομάστηκαν ως “Yaliboylou” (Γιαλιμποϊλού = “Κάτοικοι Ακτής”), Τάταροι Κριμαίας (μεταξύ των ετών 1449-1783). Πρωτίστως ήταν χριστιανοί, με ελληνικές και διάφορες άλλες προσμίξεις. Προσαρτήθηκαν στη Ρωσία (1783) ως αποτέλεσμα του ρωσοτουρκικού πολέμου (1768-1774) μετά τη συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή. Στη νεότερη Ιστορία τους, αντιμετωπίστηκαν χρησιμοθηρικά στον 20ό αιώνα, επί σοβιετικής επίβλεψης, όταν τους έσυραν για να πολεμήσουν τους ναζί στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ενώ κατά τα άλλα, οι σοβιετικοί δεν θεωρούσαν τους Τατάρους ποτέ ιθαγενείς, μα κάτι σαν εθνική μειονότητα. Κάτι το οποίο επιβεβαιώθηκε αργότερα σαν σοβιετική νοοτροπία, με μαζικές απελάσεις των Τατάρων στο Ουζμπεκιστάν, μόλις τελείωσε ο Πόλεμος, κατηγορώντας ψευδώς τους Τατάρους σαν συμμάχους των ναζί. Οι Τάταροι επέστρεψαν στην Κριμαία με φόβο, μετά την πτώση της σοβιετικής ένωσης. Πολλές δεκαετίες μετά…

Ώστε να φτάσουμε στο πολεμικό Παρόν της ταινίας, με τη βίαιη προσάρτηση της ουκρανικής Κριμαίας στη Ρωσία (από το 2014 και έπειτα). Οι Τάταροι της Κριμαίας υπήρξαν πάντοτε, μια ιδιαίτερη πληθυσμιακή περίπτωση, μονίμως στο επίκεντρο των εχθροπραξιών! Ωστόσο στην ταινία Ταξίδι στην Κριμαία” (“Homeward” ή αλλιώς “Evge” 2019), δεν υπάρχουν ιστορικά flashbacks, παρά μόνο επικέντρωση με αμεσότητα στο Παρόν του 21ου αιώνα! Ούτε ακούγονται χρονοβόρες ιστορικές διδαχές. Τώρα, όσον αφορά ειδικότερα στην υπόθεση της ταινίας, ο μεγάλος γιος Ναζίμ σκοτώνεται στη διάρκεια της ρωσό-ουκρανικής πολεμικής σύγκρουσης. Ο πατέρας Μουσταφά μαζί τον μικρό γιο Αλίμ, προσπαθούν να θάψουν τον νεκρό τους, τηρώντας με αφοσίωση τις εθιμοτυπικές τελετουργίες, που ορίζει η κουλτούρα των Τατάρων της Κριμαίας! Εξάλλου το θρήσκευμα, μαζί με τη διάλεκτο, είναι τα μόνα στοιχεία που τους απέμειναν για να διατηρούν την αίσθηση μιας πολύτιμης ταυτότητας. Όμως οι στρατιωτικοί δεν τους αφήνουν να ταξιδέψουν στην Κριμαία για την ταφή, χρησιμοποιώντας προφάσεις για το φέρετρο. Ο Μουσταφά βιώνει στο Παρόν του, όλη την παρελθοντική αδικία που βίωναν και οι πρόγονοί του. Και έτσι, δεν έχει πια καμία εμπιστοσύνη ούτε σε Ρώσους, ούτε σε Ουκρανούς. Είναι θυμωμένος με όλους. Αντιθέτως ο μικρός γιος Αλίμ, επειδή δεν γνωρίζει την Ιστορία των Τατάρων, συμπεριφέρεται με συναισθηματική αποστασιοποίηση.

Το αντιφατικό δίπολο πατέρα – γιου τροφοδοτεί αφηγηματικά όλη τη δυναμική της ταινίας! Ο παθιασμένα εθιμοτυπικός πατέρας Μουσταφά και ο μπερδεμένος, έως και αδιάφορος για τις Παραδόσεις, μικρότερος γιος Αλίμ, συντροφεύουν την προσοχή του θεατή… Η σκηνοθεσία καθρεπτίζει κρίσιμες σεναριακές πράξεις. Η κατάκοπη, ψυχοφθόρα πορεία κήδευσης του μεγάλου γιου Ναζίμ, στο κυνηγημένο ταξίδι των Μουσταφά και Αλίμ, από το Κίεβο προς την Κριμαία… Ουσιαστικά, η καλλιτεχνική ισορροπία που κρατά ο σεναριογράφος – σκηνοθέτης Αλίεφ είναι και το κλειδί. Το σενάριο της ταινίας φέρει αδογμάτιστο χαρακτήρα σε σχέση με τη θρησκεία των Τατάρων της Κριμαίας. Χωρίς προπαγάνδα, την περιγράφει εθιμοτυπικά, σαν σεβαστό αναπόσπαστο κομμάτι της Παράδοσής τους. Και κινείται, έχοντας ιστορική και ανθρωπιστική ματιά. Η δε εξατομικευμένη ιστορία πατέρα και γιου, που απλώς θέλουν (μα φτάνουν στο σημείο να διεκδικούν) να θάψουν τον δικό τους άνθρωπο σύμφωνα με τα έθιμά τους, λειτουργεί συμβολικά ως πληθυσμιακή προσωποποίηση για τους αδικημένους ανθρώπους της Κριμαίας στο Παρόν. Ο Αλίεφ επομένως δεν καθαγίασε το μουσουλμανικό θρήσκευμα. Καμία σχέση. Αντιθέτως, επισήμανε ορθώς και τις μονολιθικές μουσουλμανικές απόψεις, οι οποίες φερειπείν δυστυχώς δεν σέβονται καθόλου την κοινωνική θέση της Γυναίκας στην καθημερινότητα. Και έδειξε έτσι τα συγκεκριμένα λάθη κουλτούρας, που ακόμη εξακολουθούν να κουβαλούν μαζί τους οι Τάταροι. Ωστόσο, αυτό που συμβαίνει κατά κύριο λόγο στην ταινία, είναι η έκφραση του δημοκρατικού – ειρηνικού Δικαιώματος, να τηρηθεί το έθιμο μιας αξιοπρεπούς κηδείας.

Ο πόλεμος αποτελεί για το έργο, μια ακόμη αλλεπάλληλη ιστορική στιγμή παρεμπόδισης των Δικαιωμάτων των Τατάρων της Κριμαίας. Συνεπώς, Αντιπολεμικό το κλίμα, μα με αλλιώτικο, εποικοδομητικό τρόπο (“Το πώς θα θάψω τον γιο μου, είναι δικό μου θέμα. Εσύ αντί να κάνεις σαν στρατηγός και να κ…βαράς στη σκοπιά, γιατί δεν πας να πολεμήσεις σαν το γιο μου;”). Πατέρας και γιος, αντιμετωπίζουν ως Τάταροι ξενοφοβία και ουκρανική δυσπιστία (θα μπορούσε βέβαια το σενάριο, να ασκήσει περισσότερη κριτική και στη ρωσική πλευρά). Πάρα πολύ παραστατικές ερμηνείες! Ιδίως από τον πρωταγωνιστή Άκχτεμ Σεϊταμπλάεφ, στο ρόλο του πατέρα. Υπερβατική Πράξη που ξεπερνά την πραγματικότητα, όταν ο πατέρας κατατροπώνει λοχαγό και στρατιώτες, έχοντας Ηθικά το ιστορικό Δίκαιο των Τατάρων της Κριμαίας με το μέρος του. Το δε Φινάλε, υπέροχο! Η νέα γενιά συναντά όλη την κριμαϊκή επίπονη Ιστορία των Τατάρων, στο Σήμερα. Μια νέα γενιά που αγνοεί μεν την Ιστορία της, αλλά είναι ολοζώντανη, για να βρει το χρόνο και το σθένος, ώστε να τη μάθει. Πανέξυπνη η Δραματουργία του Φινάλε, με απόκρυψη. Τελετουργία, που μας μεταφέρει στον Αρχαϊκό Κόσμο. Πανανθρώπινη έκφραση, ασχέτως θρησκεύματος. Το πλάνο δείχνει την πλάτη του Αλίμ, ακολουθώντας το ανυπολόγιστο ψυχολογικό βάρος, που εκείνος αναμένεται να σηκώσει. Μόνο εκείνος αντικρίζει τον ιστορικό Θάνατο όλων των Τατάρων, ο οποίος έφτασε και στη δική του οικογενειακή Ιστορία… Όχι εμείς οι θεατές… Μόνο εκείνος…

– Περισσότερα και πιο αναλυτικά στοιχεία, στην Eretiki κριτική της ταινίας “Ταξίδι Στην Κριμαία” (εδώ: https://eretikos.gr/politismos/eretiki-kritiki-tis-skeptikis-tainias-taxidi-stin-krimaia/442753/)

Η Δύναμη της Αλήθειας” (2018)

Πρόκειται για την πιο αμφιλεγόμενη ταινία μετασοβιετικής εποχής, στην οποία (επίσης) συμπίπτει χρονολογικά το έτος γυρίσματος, με την άμεσα συνδεδεμένη πολιτικοϊστορική πλοκή του σεναρίου της! Παρόλα αυτά, η ταινία θα μπορούσε ίσως και να μην ενταχθεί σε αυτό το κινηματογραφικό Αφιέρωμα (εξαιτίας ενός *σημαντικού μειονεκτήματος, αδικαιολόγητης, εν μέρει ιστορικής παράλειψης, που θα αναλύσουμε λίγο παρακάτω). Αλλά επειδή στο εντυπωσιακό σύνολό της, η ταινία κατόρθωσε να παρατηρήσει εγκαίρως τους ρωσικούς τακτικισμούς περί αυτονομιστών και λοιπών θρασύδειλων καταστάσεων, καθώς και να προβλέψει την έξαρση μετασοβιετικής ρωσικής αλαζονείας… Τελικά εκτιμώντας το με προσεκτικό σκεπτικό, εύλογα καταλαβαίνετε, πως δεν θα ήταν δίκαιο να αφαιρεθεί τούτο το έργο από το αντίστροφου ταξιδιού, Αντιμετασοβιετικής – Αντισοβιετικής τόλμης ταινιών, θεματικό κινηματογραφικό Αφιέρωμά μας. Τιτλοφορημένη αυθεντικά ως “Ντονμπάς” (Donbass” 2018), ήρθε λοιπόν με το επίπονο Μαύρο Χιούμορ από τον ιδιόρρυθμο σκηνοθέτη – σεναριογράφο Σεργκέϊ Λοζνίτσα, η πολυσυζητημένη ταινία του, που τότε προκάλεσε διάφορες αντιδράσεις. Σε κοινό και κριτικούς. Από τη μια πλευρά βραβεύτηκε, αναγνωρίστηκε, εκτιμήθηκε για την πολιτικοϊστορική αμεσότητα, πυγμή και αιχμή της. Από την άλλη, παρεξηγήθηκε, δεν κατανοήθηκε, λοιδορήθηκε ή ακόμα και κρίθηκε εν μέρει σωστά, πλην όμως μονόπλευρα έχοντας εντελώς δογματικές ενστάσεις, όταν η ταινία πρωτοκυκλοφόρησε. Το έργο κατευθύνεται κινηματογραφικά σε λεπτά γεωπολιτικά ζητήματα, φέροντας αποκαλυπτική Θεματική καλλιτεχνικής διαμαρτυρίας, για την αληθινή αυθάδη επέκταση ενός “κράτους εν κράτει”, από τους φιλορώσους αυτονομιστές και παραστρατιωτικούς (οι οποίοι λάμβαναν στρατιωτική και οικονομική υποστήριξη από τη Ρωσία) σε ουκρανικά εδάφη. Προτού φτάσουμε στο αμιγώς καλλιτεχνικό κομμάτι της ταινίας, ας θυμηθούμε λοιπόν μαζί ξανά, γεγονότα και κανόνες.

Μόνο οι (παράνομοι) αποσχιστές ηγέτες των νομικώς προσβεβλημένων ουκρανικών περιοχών Ντονέτσκ και Λουχάνσκ, η Ρωσία και τα κράτη – μαριονέτες της (π.χ. “Νότια Οσσετία”, “Αμπχαζία”), αναγνωρίζουν τα δημοψηφίσματα – παρωδίες και την αυθαίρετη φιλορωσική ανεξαρτησία στο συνολικό ουκρανικό τμήμα, Ντονμπάς. Αντιθέτως τα Κράτη – Μέλη της Ε.Ε. μα και άλλες χώρες της ευρύτερης Δύσης ή και του εννοούμενου Δυτικού Πολιτισμού, τα θεωρούν όλα αυτά αντιδημοκρατικά και νομικώς άκυρα! Η ύπουλη επέκταση αυτή έγινε στη συνολική ουκρανική περιοχή Ντονμπάς (ειδικά από το 2014 έως το 2018, εννοώντας, σε σχέση με το πότε γυρίστηκε και ασχολήθηκε η ταινία με το όλο θέμα). Σίγουρα, η υπόθεση της ταινίας κινείται αποκλειστικά σε μυθοπλαστικό περιβάλλον, χωρίς να παύει αυτή η σεναριακή επιλογή να περιγράφει ή να αντικατοπτρίζει (τουλάχιστον στην πλειονότητά της) αιχμηρά, σημαντικά ιστορικά γεγονότα, κατά την εποχή της προ-επίσημης ρωσικής εισβολής. Για την ακρίβεια, τα κυρίαρχα γεγονότα, που αντικατοπτρίζουν με τη σειρά τους μια ευστόχως κριτική – σκεπτική ματιά σκηνοθεσίας, έχουσα καυστική διορατικότητα, για το ακόλουθο μετασοβιετικό αφήγημα της ρωσικής αδηφαγίας και αλαζονείας (ασυνάρτητα επιχειρηματολογώντας η Ρωσία ισχυρίζεται, πέρα από τα προηγηθέντα “δημοψηφίσματα” για Κριμαία, Ντονέτσκ και Λουχάνσκ, ότι πραγματοποιήθηκε η εισβολή στην Ουκρανία το 2022, όπως και ο πόλεμος στη Γεωργία το 2008, όπως και ο πόλεμος στην Υπερδνειστερία το 1990 – 1992, επειδή θεωρεί πως δικαιωματικά {;} της ανήκουν {;} τα εδάφη αυτά και ότι απλώς χάθηκαν παλιότερα από σταλινικά λάθη). Κατά συνέπεια, η ταινία διατύπωσε μία, ενδιάμεσης εποχής (2014 – 2018, κοιτώντας παράλληλα προς το άμεσο Μέλλον), αξιοσημείωτη Αντιμετασοβιετική κινηματογραφική νοοτροπία. Εκτός, αν βρεθεί κάποιος διαφωνών θεατής παγκοσμίως, χωρίς να είναι Ρώσος ή φιλορώσος, που να αναγνωρίζει την ατεκμηρίωτη “Ομοσπονδιακή Νέα Πολιτεία της Ρωσίας”. Εντάξει, όλα καλά μέχρι εδώ… Πολλά τα θετικά σημεία στο έργο

Ωστόσο, οφείλω φυσικά να επισημάνω, ερχόμενος τώρα στα *αρνητικά σημεία της ταινίας, κάτι που δεν περνά απαρατήρητο. Διότι εκφράζει, εκ των πραγμάτων, μερική ιστορική ανακρίβεια ή πιο σωστά, μοιάζει να αποκρύπτει ένα αναπόσπαστο τμήμα της Αλήθειας στην περιοχή, εποχή και στις συνθήκες, όπου αναφέρεται τούτη η ταινία. Ότι δηλαδή, θα μπορούσε βεβαίως ο Λοζνίτσα πέραν των ειπωμένων αρνητικών θεμάτων που αφορούσαν το φιλορωσικό “στρατόπεδο” να μιλήσει στον αντίποδα πιο ανοικτά και για τα κακώς κείμενα της παραστρατιωτικής ουκρανικής πλευράς. Για τα αζοφικά, ναζιστικά τάγματα στρατιωτών, επί ουκρανικού εδάφους… Τάγματα με τατουάζ και εμβλήματα ναζισμού, τάγματα με ρατσιστικές και αντισημιτικές απόψεις. Από το 2014 και έπειτα, τα τάγματα αυτά κατηγορούνται για Εγκλήματα Πολέμου, για Παραβιάσεις Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Μαζικές λεηλασίες, βασανιστήρια, παράνομες κρατήσεις. Ακόμη και σε περιοχές αμάχων. Ειδικά για την περιοχή Ντονμπάς… Δεν το έκανε όμως ο Λοζνίτσα. Δεν μίλησε για αυτά τα τάγματα… Επομένως, αυτή είναι πράγματι, μια πολύ σημαντική καλλιτεχνική και πολιτικοϊστορική παράλειψηΚαι εν τέλει, αποτελεί κινηματογραφικό ενοχλητικό λάθος επάνω στον τμηματικά κουκουλωμένο καμβά, της κατά τα άλλα πράγματι υπερέχουσας αποκαλυπτικής τέχνης του… Δεν έχουν άδικο συγκεκριμενοποιημένα επί τούτου, οι επικριτές του ή όσοι απλώς προβληματίστηκαν. Από την άλλη πλευρά, δεν είμαστε μέσα στο μυαλό του Λοζνίτσα, για να ξέρουμε: Αν ο ίδιος τότε πίστευε, πως αυτά που ακούγονταν για τα αζοφικά τάγματα ήταν αμερικανική παραφιλολογία, για να μην σταλούν ενισχύσεις. Ούτε αν ο ίδιος θεώρησε, πως υπήρχαν μεν τα τότε εθελοντικά ναζιστικά τάγματα, μα σε ελάχιστο – μη αντάξιο ποσοστό για αναφορά. Ούτε ακόμη αν θεωρούσε στην πορεία, ότι πιθανώς να είχε αλλάξει σταδιακά η κατάσταση, με τη λεγόμενη “αποπολιτικοποίηση” του αζοφικού τάγματος (όταν αυτό εντάχθηκε στην Εθνική Φρουρά της Ουκρανίας). Τέλος, αν ελεγχόμενα ο Λοζνίτσα έχει θολώσει τα καλλιτεχνικά νερά, μα απλώς για να κάνει κινηματογραφικά αισθητό στον ουδέτερο θεατή, το πόσο μπερδεμένοι ήταν οι κάτοικοι της συγκεκριμένης περιοχής (με fake news) και παράλληλα πόσο μπροστά τους βρισκόταν η Αλήθεια του πολέμου.

Αυτά τα “αν” δεν μπορούν να απαντηθούν εύκολα. Το μόνο που ξέρουμε είναι, ότι δεν το ανέφερε ξεκάθαρα (υπάρχουν μεν κάποιοι Ουκρανοί εθελοντές – εξολοθρευτές στρατιώτες, αλλά όχι του αζοφικού τάγματος) στο έργο του. Πάντως, από τη μια πλευρά ξεκάθαρες σημαίες αυτονομιστών;! Ενώ από την άλλη, απουσία διαφάνειας για τα εμβλήματα των αζοφιστών;! Παραξενεύει οποιονδήποτε θεατή… Σίγουρα ο Λοζνίτσα πήρε θέση, θίγοντας περισσότερο την αρνητική πλευρά των αυτονομιστών. Τούτη η επιλογή εξαρτάται όμως και από το τι εμπειρίες ο ίδιος άκουσε – είδε – έζησε στα γυρίσματα της ταινίας, που έγιναν στην σαφώς επηρεασμένη ουκρανική περιοχή Κρίβι Ριχ (σύμφωνα με στοιχεία της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ, από το 2014, χιλιάδες πρόσφυγες του Πολέμου στο Ντονμπάς, κατέφυγαν, από Ντονέτσκ και Λουχάνσκ στο Κρίβι Ριχ)… Προσωπικά εκτιμώ, ότι ο Λοζνίτσα, έχει παρεξηγηθεί από πολύ κόσμο για τον αλλιώτικο τρόπο σκέψης του. Και πιο πολύ, για τις αντιδραστικές εξω-κινηματογραφικές απαντήσεις του σε ορισμένες Ακαδημίες. Η Φιλμογραφία του πάντως (π.χ. στην ταινία Μυθοπλασίας μεν, μα με έγκυρη ιστορική αναδρομή Αντισταλινικής διαμαρτυρίας Οι Δύο Εισαγγελείς” ή ακόμη στο Ντοκιμαντέρ Babi Yar. Context” με Αντιναζιστική θεματική, θίγοντας τοπικό Ολοκαύτωμα των Εβραίων της Ουκρανίας) δεν δείχνει, ότι ο ίδιος έχει κάποια σχέση με εθνικιστικά πιστεύω. Το εντελώς αντίθετο μάλλον φαίνεται. Θαρραλέα και δραστήρια, κινείται ο ίδιος καλλιτεχνικά. Πάντως, το αντικειμενικό κινηματογραφικό λάθος του μέσα στο έργο “Ντονμπάς” –αν και συγκεκριμενοποιημένου χαρακτήρα- δεν μπορεί να παραβλεφθεί… Παράλληλα όμως, δεν μπορεί αυτή η ανιχνεύσιμη παραφωνία απουσίας γεγονότων, να κατακεραυνώνει όλη την υπόλοιπη λαλίστατη ορθοφωνία έγκυρης καλλιτεχνικής διαμαρτυρίας παρουσιασμένων γεγονότων, μέσα στην ταινία… Μια ταινία, η οποία ας μην ξεχνάμε, πως μίλησε θαρραλέα για το κυρίαρχο πρόβλημα, της εισβολής των αυτονομιστών φιλορώσων στην περιοχή Ντονμπάς.

Διότι εξετάζοντάς το σε πιο σφαιρικό γεωπολιτικό επίπεδο, διακρίνουμε κάτι άλλο… Την ώρα που είχε ήδη ξεκινήσει εν έτει 2014 μια επιχείρηση συγκαλυμμένης ρωσικής εισβολής, με την παραπλανητική έννοια “αυτονομιστές” φιλορώσοι (στην πραγματικότητα, αυτό ισούται με απεσταλμένους – “φυτευτούςπολεμοχαρείς εθνικιστές Ρώσους, που πράττουν αίσχη ατιμώρητα σε άλλη χώρα, εν προκειμένω σε εδάφη της Ουκρανίας), είναι δυνατόν να γίνεται ποτέ κήρυγμα από τη Μόσχα; Διότι δεν νομίζω, ότι σε τέτοιες περιπτώσεις τα μεταδιδόμενα ανά τον Κόσμο νέα επιχειρήματα της φιλεύσπλαχνης” Ρωσίας για επείγουσα “αποναζιστικοποίηση” της Ουκρανίας ή εναντίωση στην “κακιά υποστηρικτική Δύση” υπερισχύουν ή ευσταθούν. Εν συνεχεία, αμφισβήτηση κυριαρχικών εδαφών της Ουκρανίας;! Επίθεση και στο Κίεβο;! Απαγόρευση των λέξεων εισβολή και πόλεμος σε ΜΜΕ στη Ρωσία;! Δεν είναι δα και πυρηνική φυσική, το όλο παζλ. Έτσι, πέραν των γεωπολιτικών θεμάτων της Ουκρανίας, ο Λοζνίτσα με τούτη την ταινία έκανε τους κινηματογραφόφιλους να μάθουν από το 2018 γενικώς τι σημαίνει “αυτονομιστής” και να ασχοληθούν, έστω εγκυκλοπαιδικά, με βασικές γεωπολιτικές πληροφορίες (όποια άποψη και αν έχουν, για θέματα εμπόλεμων συγκρούσεων). Υπενθυμίζω, ότι εν προκειμένω η ταινία αυτή θίγει και εκθέτει, εγκαίρως και ορθώς, τον τρομακτικά επικίνδυνο επεκτατικό όρο “Νοβοροσίγια” ή “Νοβορόσια(“Νέα Ρωσία”). Καθότι, μιλάμε αρχικώς για τμηματική ρωσική εισβολή, μεταξύ των ετών 2014 – 2021. Η ταινία γυρίστηκε το 2018 και κατόρθωσε να τονίσει την τότε εξελισσόμενη κρυφο-ρωσική επέκταση, μα και να προβλέψει τις ακόλουθες πασιφανείς, μετασοβιετικές αλαζονικές τάσεις και ορέξεις της Ρωσίας.

Καθότι, αποδεδειγμένα, η τμηματική εισβολή του 2014 κατέληξε ιστορικά το 2022 σε οργανωμένη ρωσική εισβολή στην ΟυκρανίαΜια εισβολή, που παραβίασε τους κανόνες Διεθνούς Δικαίου. Και που έφερε το διαμελισμό του ουκρανικού τόπου Ντονμπάς, σε υποτιθέμενα ανεξάρτητο τμήμα με την ονομασία “Λαϊκή Δημοκρατία του Ντονέτσκ”, παραβιάζοντας τον καταστατικό χάρτη των Ηνωμένων Εθνών (ψήφισμα 68/262 Γενικής Συνέλευσης Ηνωμένων Εθνών). Γεγονότα και κανόνες! Από εκεί και πέρα, όλες οι ταινίες παραμένουν υποκειμενικά κατασκευάσματα (υπενθυμίζω, ο Λοζνίτσα την τιτλοφόρησε με έξτρα -s- ως “Donbass”), φέροντας δημοκρατικά τη γνώμη, την παραξενιά ή την αίσθηση του εκάστοτε σκηνοθέτη. Η οποία καταλήγει στην αλλιώτικη αντίδραση του κάθε θεατή. Συν τοις άλλοις, εμείς οι κριτικοί δεν μπορούμε ως δημοσιογράφοι στον τομέα του Πολιτισμού να προσδιορίζουμε τέτοια γεγονότα μιλώντας γεωπολιτικά παραπάνω από ένα λογικό όριο Ανάλυσης (πόσο μάλλον, να φτάνουμε εκ του ασφαλούς από γεωπολιτικές αναλύσεις, σε κουβέντες σχεδόν γεωστρατηγικές, ενόσω εξακολουθεί να μάχεται κόσμος σε εμπόλεμες ζώνες). Μετά καταντά παράξενο… Οπότε το αφήνω εκεί… Πάμε τώρα (επιτέλους) και στο αμιγώς καλλιτεχνικό κομμάτι! Στον πυρήνα κινηματογραφικής σκέψης. Το έργο Η Δύναμη της Αλήθειας” (Ντονμπάς”) λοιπόν, δεν εμπεριέχει κάτι το ναζιστικό. Το έργο επιλέγει να θεωρεί σαν “καραμέλα” την “αποναζιστικοποίηση” και “αποστρατικοποίηση” της περιοχής, την οποία “καραμέλα” μοίραζαν τότε και οι φιλορώσοι παραστρατιωτικοί. Αυτό, ας το κρίνει τελικά ο καθένας, όπως νομίζει… Δεκατρείς μυθοπλαστικές ιστορίες – στιγμές. Άραγε, λόγω της καθρεπτισμένης 2ης Συμφωνίας του Μινσκ, με τα δικά της 13 επίμαχα και παρερμηνευμένα σημεία, για Ουκρανία – Ρωσία;! Μπορεί. Anyway… Δεκατρείς βινιέτες, σε ένα σύνθετο παζλ Μαύρου Χιούμορ, για την ανεπίσημη πρωτεύουσα του τότε ουκρανικού (μα απειλούμενου από φιλορώσους αυτονομιστές) Ντονμπάς. Δηλαδή, για το ουκρανικό Ντονέτσκ.

Σεναριακά εκεί, καταγράφονται με ειρωνεία, απέναντι και στα δύο φύλα, τα αποτελέσματα πολεμικής σύγκρουσης, μεταξύ των Ουκρανών και των αποκαλούμενων ανθρώπων της Λαϊκής Δημοκρατίας του Ντονέτσκ” (οι δεύτεροι, φέρουν αισθήματα ρωσικής υποστήριξης για την κεντρική ιδέα της “Νοβορόσια). Οι περσόνες παρεισφρέουν, από τη μια απομονωμένη ιστορία στη διαδεχόμενη άλλη. Από όλες τις ιστορίες – στιγμές ξεχωρίζουν περισσότερο: Η Αρμόδια γυναίκα για την οργάνωση στο καμαρίνι – τροχόσπιτο άσημων ηθοποιών, που φυγαδεύονται, καθώς και οι αναληθείς δηλώσεις μετά μπροστά στην κάμερα. Μέσα στο Δημαρχείο, μια γυναίκα – Μέλος του Συμβουλίου πετά ακαθαρσίες στο πρόσωπο κάποιου που την δυσφημίζει. Ένας διεφθαρμένος βουλευτής εξαπατά το προσωπικό και τους ασθενείς κάποιου νοσοκομείου. Ο στρατιωτικός έλεγχος σε λεωφορείο βρίσκει τους επιβάτες να υπόκεινται σε ταπείνωση, επειδή δεν κατετάγησαν στον πόλεμο. Οι φιλορώσοι στρατιώτες θεωρούν έναν απεσταλμένο Γερμανό δημοσιογράφο σαν φασίστα, μόνο και μόνο επειδή ο ίδιος έχει γερμανική εθνικότητα. Η περίπου 35χρονη, πλούσια βολεμένη σε Υπουργείο- κόρη αναζητά την ηλικιωμένη μητέρα της, η οποία επιλέγει να βρίσκεται χωμένη σε οργανωμένο καταφύγιο πολέμου, επειδή ταυτίζεται με τον καθημερινό πολίτη. Μπερδεμένοι περαστικοί χλευάζουν (και όχι μόνο) έναν δεμένο σε κολώνα, ανήμπορο στρατιώτη, με φορεμένη ουκρανική σημαία. Τρομακτική τιμωρία συμβαίνει σε άλλο στρατιώτη, διότι έκανε πλιάτσικο. Έτσι, εκείνος περνά μέσα από ραβδισμούς συναδέλφων του, δια της εχθρικής “ανθρώπινης σήραγγας.” Σενάριο, σκηνοθεσία, μοντάζ συνδιαλέγονται. Συνολικά, η μελετημένη διεύθυνση φωτογραφίας από τον Όλεγκ Μούτου είναι αριστουργηματική! Ο καταρτισμένος Λοζνίτσα ξέρει να αξιοποιεί σκηνοθετικά αυτό το δυσοίωνο φως, σύμφωνα με την αλληλένδετη απελπισία και παραίτηση των περσόνων, τη δυστοπική εμπόλεμη συνθήκη στην περιοχή, αλλά και με την ηλεκτρισμένη ατμοσφαιρική κινηματογραφική αύρα, που θα μεταδοθεί στον μυημένο θεατή. Έτσι, ξέρει να κρατά και τις κατάλληλες αποστάσεις από τα μυθοπλαστικά πρόσωπα, προκειμένου να υπογραμμίσει τις ιστορικές αλήθειες.

Η Σιωπηλή Επανάσταση” (2018)

Και περνάμε τώρα, στη σοβιετική ζώνη κατοχής, με την Ανατολική Γερμανία. Η ταινία του σκηνοθέτη – σεναριογράφου Λαρς Κράουμε βασίζεται στο βιβλίο του Ντίτριχ Γκάρστκα “Η Αθόρυβη Τάξη” και κατ’ επέκταση σε πραγματικά γεγονότα. Ο Γκάρστκα υπήρξε ένας από τους αληθινούς μαθητές, που μετέβησαν αναγκαστικά από την Ανατολική στη Δυτική Γερμανία. Η ταινία μάς μεταφέρει στην Λαοκρατική Δημοκρατία της Γερμανίας (ΛΔΓ) ή αλλιώς Ανατολική Γερμανία, του 1956. Στην κάποτε αποκαλούμενη πόλη Αϊζενχούτενσταντ. Η εκτεταμένης γεωπολιτικής δράσης σταλινική μορφή, του αδίστακτου σοβιετικού ηγέτη, είχε πια πεθάνει, εδώ και τρία χρόνια. Και όμως, εδώ και τρία χρόνια, η γερμανική αυτή περιοχή (ως σοβιετική ζώνη κατοχής) είχε μετονομαστεί πλέον σε “Στάλινσταντ.” Έτσι η ταινία γρήγορα δίνει το καλλιτεχνικά διαμαρτυρόμενο στίγμα της, για την τότε καθεστωτική σοβιετική επικράτηση, με την επιβεβλημένη νέα ονομασία της γερμανικής πόλης. Καθόλου τυχαία τοποθεσία στην υπόθεση του έργου, διότι αυτή υπήρξε ιστορικά ως η πρώτη γερμανική πόλη σε σοσιαλιστικό επεκτατικό έδαφος. Και αυτό, εξαιτίας της σημαντικής αναπτυξιακής κατεύθυνσης για την περιοχή Στάλινσταντ, με τη βιομηχανική ανάπτυξη του σιδήρου.

Εκεί ταιριάζει στην πλοκή και η δουλειά του αφανούς ήρωα, Χέρμαν Λέμκε, ενός σκληρά εργαζόμενου Γερμανού πολίτη, μέσα στα χαλυβουργεία. Το Στήριγμα, της κοινωνίας και οικονομίας. Ο Χέρμαν είναι ο πατέρας του μαθητή Τεό. Ο Τεό είναι κολλητός φίλος του συνομήλικου Κουρτ. Αντιθέτως ο Χανς Βάχτερ, πατέρας του Κουρτ, διατελεί καθήκοντα Προέδρου της Βουλής. Η Κορυφή, της τότε διαμορφωμένης κοινωνικοπολιτικής εξουσίας. Το τείχος του Βερολίνου δεν είχε φτιαχτεί ακόμη (θα κατασκευαζόταν το 1961). Έτσι, οι καλοί φίλοι και συμμαθητές Κουρτ και Τεο, περνώντας στιγμιαία στην πλευρά της Δυτικής Γερμανίας για λόγους έκφρασης συγγενικού πένθους του Κουρτ (ο οποίος είχε σκοτωμένο παππού, που όμως ήταν ναζί), θα ακούσουν στα πολιτικά επίκαιρα μιας κινηματογραφικής παράστασης, κάτι πρωτότυπο. Για την αντίσταση των Ούγγρων πολιτών, με εξέγερση ενάντια στη σοβιετική επιβολή. Όμως στην Ανατολική Γερμανία αυτό το γεγονός δεν καταγράφεται καν! Κοντά στα όρια Ανατολικού και Δυτικού τμήματος, στο σπίτι του Έντγκαρ, θείου ενός συμμαθητή τους, θα πάρουν περισσότερες πληροφορίες, ακούγοντας τον απαγορευμένο ραδιοφωνικό σταθμό “Ρίας.”

Ο Κουρτ τότε θα πείσει όλους τους συμμαθητές στην τάξη του να κάνουν σιωπηλή διαμαρτυρία στο σχολείο, λόγω του θανάτου των χιλιάδων Ούγγρων τις επόμενες ημέρες. Καθότι, εις Μνήμην των πεσόντων Ούγγρων τηρήθηκαν δύο λεπτά σιγής. Έτσι ο Κουρτ θέλει οι μαθητές, να μιμηθούν τούτη την ενέργεια. Η επαναστατική πράξη των παιδιών θα γίνει! Αυτό που ξεκινά να ερμηνεύεται από τους καθηγητές ως μια απλή μαθητική αυθάδεια της Τρίτης Λυκείου, γρήγορα θα χρειαστεί απαραίτητη επεξήγηση από την πλευρά των παιδιών. Και θα υπάρξει είτε ομολογία, είτε τιμωρία. Τα παιδιά όμως θα επιλέξουν, δικαιολογία. Επειδή ακούστηκε, πως ανάμεσα στα θύματα πιθανόν να ήταν και ο γνωστός Ούγγρος ποδοσφαιριστής, Φέρεντζ Πούσκας, τα παιδιά προσπαθούν να δείξουν καθαρά φίλαθλο, μα πολιτικά ανύπαρκτο πνεύμα, δικαιολογώντας έτσι την οργανωμένη ενέργειά τους. Όμως ο ποδοσφαιριστής τελικά ζει. Και τα παιδιά προδίδονται για τον ανερμήνευτο τρόπο αναζήτησης πληροφοριών τους, αποκαλύπτοντας έτσι άθελά τους τον παράνομο ραδιοφωνικό σταθμό.

Οι ερμηνείες στο έργο είναι καθοριστικές. Εδώ πρωτοεντοπίσαμε και τον ταλαντούχο Γιόνας Ντάσλερ (ρόλος μαθητή Έρικ) ανάμεσα σε τόσους άλλους νέους χαρακτήρες. Ο ήχος της ταινίας φέρει πρωταγωνιστική δράση, δημιουργώντας εναγώνιες στιγμές. Ο τρόπος διασύνδεσης των χαρακτήρων, με τα επαγγέλματα και το ιδεολογικό παρελθόν των οικογενειών τους, είναι έξυπνος. Το σενάριο και η σκηνοθεσία του έργου ενώνουν δύο αντιμαχόμενους κόσμους. Αφενός τον μπερδεμένο, φοβικό κόσμο της νέας εκπαιδευόμενης γενιάς, που ήθελε μεν να αποφύγει το ναζιστικό παρελθόν της χώρας, αλλά βρίσκεται τώρα μέσα σε ένα σοσιαλιστικό εφιάλτη (μαθητές). Αφετέρου, τον υποτιθέμενο οργανωμένο κόσμο, με τις πεπραγμένες, θετικές και αρνητικές, χαραγμένες όμως επιλογές της προηγούμενης γενιάς (γονείς, καθηγητές, θεσμικά όργανα και γενικώς ενήλικοι συμπολίτες των μαθητών).

Το έργο δεν παραλείπει να δείξει και το Αντιναζιστικό του κλίμα, με αρκετές εκφράσεις, που αποδίδουν το ιδεολογικό μπέρδεμα των περσόνων, σε μια πρόσμιξη επηρεασμένης καθημερινότητας με στοιχεία από την προηγηθείσα ναζιστική κόλαση προς την τωρινή σοβιετική – σοσιαλιστική τρομοκρατία. Όπως φερειπείν στα έντονα αρνητικά στοιχεία του συστήματος, με τη γραφειοκρατική μελλοντική απειλή στα παιδιά, πως δεν θα πάρουν Απολυτήριο Λυκείου, εάν δεν συμμορφωθούν. Με την άμεση καταδίωξη και φυλάκιση του θείου Έντγκαρ, ως αντιρρησία που άκουγε “παράνομο” ραδιοφωνικό σταθμό, αλλά και απλά ως ομοφυλόφιλου. Αλλά και στα διακριτικά θετικά στοιχεία των ατόμων εκτός συστήματος, με την εναντίωση των παιδιών στον περίεργο, μιλιταριστικής λαγνείας, καθηγητή, που περιέργως τους μάθαινε (μεταπολεμικά) σκοποβολή σε δραστηριότητες του σχολείου. Ιδιαίτερα απρόβλεπτες, είναι οι ανατροπές σε σχέση με την κρυμμένη αληθινή ταυτότητα, που αναδεικνύει αντιστοίχως τον πραγματικό χαρακτήρα κάποιων γονιών. Παράλληλα, το έργο επισημαίνει τη σοσιαλιστική επιβολή, που διαμορφώνει αναντίρρητα και απαρέγκλιτα ένα σκληροπυρηνικό μοντέλο κοινωνικού συστήματος, απαιτώντας επειγόντως την τωρινή συμμόρφωση των παιδιών.

Ουσιαστικά, πρόκειται για ένα αδιαπραγμάτευτο κομμουνιστικό κράτος. Μπορεί η σταλινική ηγετική μορφή να έχει πεθάνει εδώ και τρία χρόνια στην χωροχρονική υπόθεση του έργου, αλλά το σοσιαλιστικό μοντέλο έχει επιβληθεί και γαντζωθεί στους πολίτες της περιοχής Αϊζενχούτενσταντ – Στάλιντσταντ. Το έργο μιλάει στην ουσία με Αντισοβιετική ματιά, ακόμη πιο συγκεκριμενοποιημένα, με αντισοσιαλιστικό ύφος προς το ανάλογο οικονομικό – κοινωνικό μοντέλο. Ένα μοντέλο που ταράχτηκε, από την αντιδραστική ενέργεια των παιδιών – μαθητών. Οι υπολογιστικού και ψυχρόαιμου χαρακτήρα ανακρίσεις στα παιδιά είναι τρομακτικές. Καθότι, δείχνοντας το αμείλικτο πρόσωπο ενός καθεστωτικού τρόμου, ξεχωρίζουν ορκισμένοι υποστηρικτές του σοσιαλισμού, όπως οι φανατισμένες περσόνες Κέσλερ και Λάν(γκ)ε. Περσόνες που βρίσκονταν σε υψηλόβαθμες κοινωνικές θέσεις (εννοείται, πως διακρίνονται και οι αντίστοιχες ερμηνείες, από την Γιούρντις Τρίμπελ και τον Μπούρκχαρτ Κλάουμπνερ).

Αμείλικτοι χαρακτήρες, που εκθειάζουν ένα σοσιαλιστικό σύστημα, το οποίο υποστηρίζει την εργατική τάξη. Ενώ “όλως τυχαίως” οι ίδιοι απέχουν πολλές ταξικές βαθμίδες από αυτήν. Μόνο κάποιοι μαχητικοί άνθρωποι σαν τον εργάτη Χέρμαν στα Χαλυβουργεία παλεύουν στα αλήθεια, μα επειδή βρέθηκαν σε μειονεκτική θέση ως απολογητές του παρελθόντος τους απέναντι σε ένα εκβιαστικό κράτος, που τους έδωσε μια “δεύτερη ευκαιρία.” Με “φιλικό” χτύπημα στην πλάτη. “Όλως τυχαίως” στην πιο δύσκολη θέση – δουλειά ολόκληρης της κοινωνίας, όμως! Όπου εκεί, το φιλικό χτύπημα στην πλάτη αποτελεί Τραγική Ειρωνεία! Καθότι επρόκειτο για μια ταλαιπωρημένη πλάτη, την οποία έβαλαν εργατικοί άνθρωποι σαν τον Χέρμαν, για να υποστηρίξουν όλη την κοινωνία, μα πιο πολύ, διάφορους “σοσιαλιστο-ρήτορες” ανθρώπους, με μεγάλα λόγια και τεράστια προνόμια εξουσίας, σαν την Κέσσλερ και τον Λάν(γκ)ε…

Και ναι, μπορεί πρωτύτερα στη ζωή του, ο μεν Λάν(γκ)ε να πολέμησε γενναία τους ναζί, αλλά αυτό δεν του δίνει το δικαίωμα να καταβροχθίσει έπειτα ως προύχοντας τον πυρήνα Ανάπτυξης μιας φοβισμένης πόλης. Μιας πόλης που συνεχίζει στο έργο να “τρώει” τη μια ιδεολογική μαχαιριά μετά την άλλη (από δεδηλωμένα δεξιά και αριστερά άκρα) και που θα κάνει να συνέλθει κοινωνιολογικά δεκαετίες ολόκληρες… Ο δε νεκρός πατέρας του μπερδεμένου μαθητή Έρικ, δεν ήταν καθόλου το θαρραλέο πρότυπο για το οποίο καμάρωνε λανθασμένα ο -επί χρόνια στο σκοτάδι της άγνοιας- αντιδραστικός νέος. Μάλλον τελικά είναι ακόμα χειρότερος, ο καιροσκόπος Χανς Βάχτερ (πατέρας του μαθητή Κούρτ Βάχτερ), που έφτασε με αιματοβαμμένα χέρια στην κοινωνικοοικονομική κορυφή (άραγε, όταν κρεμάς κάποιον, ακόμη και τον χειρότερο, δεν είσαι και εσύ πια δολοφόνος;)… Το έργο θέτει επιτυχώς σοβαρούς προβληματισμούς, με γενναία αντισυμβατική, καλλιτεχνική σκέψη… Και όχι με ιδεοληψίες…

– Περισσότερα και πιο αναλυτικά στοιχεία στην Eretiki κριτική της ταινίας “Η Σιωπηλή Επανάσταση” (εδώ: https://eretikos.gr/perissotera/eretiki-kritiki-gia-tin-tainia-the-silent-revolution/189768/)

Μείνετε συντονισμένοι, γιατί πολύ σύντομα θα επανέλθουμε με το 3ο και τελευταίο Μέρος του Αφιερώματός μας