Μια συζήτηση για τη μουσική όχι ως απλή ακρόαση, αλλά ως κοινό βίωμα. Γιατί, όπως λέει και η ίδια, η Μαριάννα Μασμανίδου, το ζητούμενο είναι τελικά να φύγουμε από μια τέτοια βραδιά έχοντας πάρει μαζί μας έναν στίχο, μια μελωδία, μια ανάμνηση ή απλώς την αίσθηση ότι, έστω για λίγο, μοιραστήκαμε κάτι αληθινό.
Στις 3 Οκτωβρίου σας συναντάμε στο Koukoubook, μαζί με τον Δημήτρη Σιάμπο στην κιθάρα και τον Κώστα Πατσιώτη στο
κοντραμπάσο. Τι σημαίνει για εσάς αυτή η μουσική συνάντηση και τι θέλετε να μοιραστείτε με το κοινό εκείνο το βράδυ?
Για μένα ένα live είναι πάντα μια συνάντηση. Δεν είναι μόνο το να ανέβεις σε μια σκηνή και να τραγουδήσεις. Είναι η στιγμή που
συναντιέσαι με τους μουσικούς, με τα τραγούδια και, τελικά, το σημαντικότερο όλων, με τους ανθρώπους που έχουν έρθει να σε ακούσουν.
Ο Δημήτρης και ο Κώστας είναι δύο εξαιρετικοί μουσικοί και νιώθω πολύ τυχερή που μοιραζόμαστε αυτή τη βραδιά. Υπάρχει μεταξύ μας μια
πολύ όμορφη μουσική συνομιλία και αυτό είναι κάτι που χαίρομαι πολύ όταν συμβαίνει.
Θέλω εκείνο το βράδυ να μοιραστούμε τραγούδια που αγαπάμε, να τα ξαναδούμε μέσα από τη δική μας ματιά και, κυρίως, να δημιουργηθεί
ένας χώρος όπου μπορούμε όλοι μαζί να είμαστε πραγματικά παρόντες.
Να τραγουδήσουμε, να συγκινηθούμε, να θυμηθούμε και ίσως να ανακαλύψουμε ξανά κάποια τραγούδια.
Επιλέγετε ένα μικρό, ζεστό βιβλιοκαφέ και ένα ακουστικό τρίο, χωρίς περιττά ηχητικά στοιχεία. Τι είναι αυτό που σας γοητεύει στη λιτότητα και πόσο διαφορετικά μπορεί να λειτουργήσει ένα τραγούδι όταν αφήνεται πραγματικά “γυμνό’?
Νομίζω ότι η λιτότητα πολλές φορές αφήνει περισσότερο χώρο στην ουσία. Όταν δεν υπάρχουν πολλά ηχητικά στοιχεία, μένουν πιο καθαρά η μελωδία, ο στίχος, η φωνή και η επικοινωνία μεταξύ της μουσικής και των ακροατών. Και αυτό με γοητεύει πολύ.
Ένα τραγούδι «γυμνό» μπορεί να σε φέρει πιο κοντά στην αρχική του
αλήθεια. Δεν έχεις πολλά πράγματα πίσω από τα οποία μπορείς να κρυφτείς. Ούτε ο τραγουδιστής ούτε το ίδιο το τραγούδι, άρα με έναν τρόπο φτάνει «ατόφιο» και στον ακροατή..
Και ίσως αυτό να ταιριάζει πολύ και με έναν χώρο όπως το Koukoubook. Ένα μικρό βιβλιοκαφέ έχει από μόνο του μια ζεστασιά και μια αίσθηση παρέας, ο χώρος αυτός «βάζει» ήδη από μόνος του ένα «πλαίσιο» και σε εμάς αλλά και στους ακροατές.
Θέλουμε να αφήσουμε τα τραγούδια να αναπνεύσουν μέσα σε αυτόν τον χώρο.
Το ρεπερτόριο της βραδιάς κινείται από τη σύγχρονη έντεχνη τραγουδοποιία μέχρι τους μεγάλους Έλληνες συνθέτες και ποιητές.
Με ποιο κριτήριο επιλέξατε τα τραγούδια που θα ακούσουμε στις 3 Οκτωβρίου?
Το βασικό μου κριτήριο είναι να υπάρχει λόγος που θέλω να τραγουδήσω ένα τραγούδι. Δεν με ενδιαφέρει τόσο να χωρέσουμε απλώς πολλά και διαφορετικά τραγούδια σε μια βραδιά, όσο να υπάρχει ένας κοινός συναισθηματικός τόπος μεταξύ τους.
Θέλω να υπάρχουν τραγούδια που έχω αγαπήσει, που έχω ακούσει πολλές φορές, αλλά και τραγούδια που θέλω να δοκιμαστώ σε αυτά,
γιατί ίσως μπορώ σήμερα να καταλάβω ή να αισθανθώ διαφορετικά από ό,τι παλιότερα.
Με ενδιαφέρει πολύ επίσης η σχέση της μουσικής με τον λόγο. Γι’ αυτό αγαπώ ιδιαίτερα το ελληνικό τραγούδι και την έντεχνη τραγουδοποιία.
Υπάρχει μια πολύ μεγάλη παράδοση ποιητών και συνθετών που συνομιλούν μεταξύ τους και αυτό είναι κάτι που θέλω να συνεχίσω να κάνω, να ακούω, να τραγουδώ…
Σε έναν τόσο μικρό χώρο, η απόσταση ανάμεσα στον καλλιτέχνη και τον ακροατή σχεδόν εξαφανίζεται. Πόσο σημαντική είναι για
εσάς αυτή η αμεσότητα και τι αλλάζει στον τρόπο που ερμηνεύετε όταν αισθάνεστε το κοινό τόσο κοντά σας?
Είναι πολύ σημαντική για μένα. Ίσως τελικά αυτό να είναι και ένα από τα πράγματα που αγαπώ περισσότερο στα μικρά live. Όταν ο άλλος είναι τόσο κοντά σου, δεν υπάρχει πραγματικά «σκηνή» με την έννοια της απόστασης. Υπάρχει ένας κοινός χώρος. Ακούς την ανάσα του άλλου, βλέπεις το βλέμμα του, καταλαβαίνεις πότε συγκινείται ή πότε χαμογελά. Και αυτό αναπόφευκτα επηρεάζει και εσένα. Δεν θέλω όμως να ερμηνεύω διαφορετικά για να «κερδίσω» το κοινό.
Θέλω να μπορώ να είμαι αληθινή και παρούσα, σε οποιονδήποτε χώρο. Νομίζω πως όταν υπάρχει αυτή η ειλικρίνεια, τότε δημιουργείται μια
πραγματική συνομιλία, ένα πραγματικό βίωμα και μια σύνδεση.
Οι “Θάλασσες” των Μάριου Τόκα και Σαράντη Αλιβιζάτου έχουν ήδη μια πολύ δυνατή ιστορία, μέσα από τις ερμηνείες της Κωνσταντίνας και του Δημήτρη Μητροπάνου. Τι ήταν αυτό που σας έκανε να θελήσετε να συναντήσετε ξανά αυτό το τραγούδι και να του δώσετε τη δική σας φωνή?
Αρχικά ήταν απλώς ένα τραγούδι που αγαπούσα πολύ. Το είχα εντάξει στα live μου και, μέσα από τη διαδικασία της ερμηνείας, άρχισα να
αναρωτιέμαι τι σημαίνει για εμένα. Κάποια στιγμή συνειδητοποίησα ότι δεν το άκουγα πια μόνο ως ένα ερωτικό τραγούδι. Άρχισα να βλέπω μέσα του την απώλεια μιας βαθιάς ανθρώπινης σχέσης. Θα μπορούσε να αφορά έναν άνθρωπο που αγαπήσαμε, μια οικογένεια, μια αδερφή, έναν γονιό, μια σχέση που έφυγε από τη ζωή μας.
Και τότε ένιωσα ότι είχα έναν προσωπικό λόγο να το ξανασυναντήσω. Αργότερα, όταν έμαθα και την ιστορία πίσω από τους στίχους, αυτή η αίσθηση έγινε ακόμη πιο δυνατή. Νομίζω πως κάποια τραγούδια έχουν την ικανότητα να μεγαλώνουν μαζί μας και να αποκτούν διαφορετικό
νόημα σε διαφορετικές στιγμές της ζωής μας. Αυτό συνέβη σε εμένα με τις «Θάλασσες».
Η νέα ενορχήστρωση του Αλέξη Στενάκη βασίζεται στα έγχορδα και οδηγεί τις “Θάλασσες” σε έναν πιο εσωστρεφή και προσωπικό
ήχο. Πόσο σημαντικό ήταν για εσάς να μην αντιγράψετε τις προηγούμενες εκτελέσεις αλλά να αναζητήσετε μια νέα ταυτότητα για το τραγούδι?
Ήταν απαραίτητο. Δεν θα είχε νόημα να προσπαθήσω να μιμηθώ δύο ερμηνευτές που έχουν ήδη αφήσει τόσο σημαντικό αποτύπωμα στο τραγούδι.
Η Κωνσταντίνα και ο Δημήτρης Μητροπάνος είναι δύο σπουδαίοι ερμηνευτές και οι δικές τους εκτελέσεις έχουν τη δική τους ιστορία. Εγώ
έπρεπε να αναζητήσω τη δική μου σχέση με το τραγούδι. Ο Αλέξης κατάλαβε πολύ καλά αυτή την ανάγκη. Η ενορχήστρωση έδωσε χώρο στη μελωδία και στα συναισθήματα που ήθελα να αναδείξω, χωρίς να προσπαθεί να ανταγωνιστεί την πρώτη εκδοχή.
Νομίζω ότι αυτό είναι και το όμορφο στις επανεκτελέσεις. Δεν χρειάζεται να αντικαταστήσεις κάτι που αγαπήθηκε. Μπορείς απλώς να το κοιτάξεις
από μια άλλη πλευρά.
Όταν ερμηνεύετε ένα τόσο αγαπημένο τραγούδι, υπάρχει μέσα σας ο φόβος της σύγκρισης με τους προηγούμενους ερμηνευτές ή τελικά η
πρόκληση αυτή λειτουργεί δημιουργικά?
Υπάρχει, βέβαια, και θα ήταν μάλλον ψέμα να πω ότι δεν υπάρχει καθόλου. Ειδικά όταν γνωρίζεις πόσο αγαπημένες είναι κάποιες ερμηνείες. Προσπαθώ όμως να μην μένω εκεί. Αν μπω στη διαδικασία να σκέφτομαι συνεχώς αν είμαι καλύτερη ή χειρότερη από κάποιον άλλον, έχω ήδη
χάσει αυτό που θέλω να κάνω.
Προτιμώ να σκέφτομαι: «Τι έχω εγώ να πω μέσα από αυτό το τραγούδι;» Για μένα αυτή είναι τελικά και η πιο δημιουργική πλευρά της πρόκλησης.
Να σεβαστείς αυτό που προϋπήρχε, αλλά ταυτόχρονα να τολμήσεις να βάλεις μέσα του κάτι από τη δική σου ζωή και τη δική σου φωνή.
Έχετε αναφέρει ότι σας ενδιαφέρουν ιδιαίτερα οι δημιουργοί και οι ιστορίες πίσω από τα τραγούδια. Τι αναζητάτε μέσα σε ένα τραγούδι πριν αποφασίσετε ότι θέλετε να το επανεκτελέσετε και να το κάνετε με κάποιον τρόπο δικό σας?
Αναζητώ πρώτα απ’ όλα αν με αφορά. Θέλω να ξέρω γιατί με συγκινεί, τι μου δημιουργεί όταν το ακούω και τι θα μπορούσα εγώ να πω μέσα από αυτό.
Με ενδιαφέρει πολύ ο στίχος, η μελωδία, η ιστορία του τραγουδιού, οι άνθρωποι που το δημιούργησαν και πολλές φορές ακόμη και η εποχή στην οποία γράφτηκε. Όσο περισσότερα γνωρίζω για το «βιογραφικό» ενός τραγουδιού, τόσο περισσότερες εικόνες μου δημιουργούνται όταν το τραγουδάω.
Και μετά έρχεται το πιο δύσκολο: να βρω τι από όλα αυτά είναι δικό μου. Γιατί δεν θέλω απλώς να τραγουδήσω μια ιστορία κάποιου άλλου. Θέλω,
όσο μπορώ, να συναντηθώ μαζί της.
Έχετε σπουδάσει θέατρο και έχετε συμμετάσχει σε σημαντικές θεατρικές παραστάσεις. Πόσο έχει επηρεάσει η θεατρική σας παιδεία τον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζετε έναν στίχο και αφηγείστε μια ιστορία μέσα από ένα τραγούδι?
Με έχει επηρεάσει πολύ. Στο θέατρο μαθαίνεις να ακούς πίσω από τις λέξεις. Να αναζητάς τι θέλει ένας άνθρωπος, τι φοβάται, τι κρύβει, τι δεν μπορεί να πει.
Κάπως έτσι προσεγγίζω και έναν στίχο. Δεν θέλω απλώς να πω σωστά τις λέξεις. Θέλω να καταλάβω ποιος τις λέει, σε ποιον τις λέει και γιατί τις
λέει. Ίσως γι’ αυτό βλέπω πολλές φορές τα τραγούδια σαν μικρά μονόπρακτα που διαρκούν λίγα λεπτά. Έχουν έναν ήρωα, μια κατάσταση, μια
διαδρομή και στο τέλος κάτι έχει αλλάξει.
Το θέατρο, επίσης, μου έχει μάθει να χρησιμοποιώ το σώμα μου και να μην αντιμετωπίζω τη φωνή σαν κάτι αποκομμένο από αυτό. Για μένα η
ερμηνεία είναι πάντα ολόκληρος ο άνθρωπος.
Από το “Και εγώ να λιώνω” και το “Αυτό που περιμένουμε” μέχρι τις “Θάλασσες”, επιλέγετε τραγούδια που έχουν ήδη αγαπηθεί από το κοινό. Τι σας ενδιαφέρει περισσότερο όταν επιστρέφετε σε ένα παλιότερο τραγούδι: η νοσταλγία, η νέα ανάγνωση ή η δυνατότητα να το γνωρίσει μια νεότερη γενιά?
Νομίζω ότι είναι ένας συνδυασμός όλων αυτών. Η νοσταλγία από μόνη της δεν μου αρκεί. Με ενδιαφέρει περισσότερο το τι μπορεί να συμβεί σήμερα με ένα παλιότερο τραγούδι.
Γιατί ένα καλό τραγούδι δεν ανήκει μόνο στην εποχή του. Μπορεί να συναντήσει ανθρώπους που δεν είχαν καν γεννηθεί όταν γράφτηκε.
Αυτό είναι και ένα από τα πράγματα που αγαπώ στο ελληνικό τραγούδι. Υπάρχουν τραγούδια που περνούν από γενιά σε γενιά και κάθε γενιά τα
ακούει με διαφορετικές εμπειρίες.
Αν μια δική μου ερμηνεία μπορεί να κάνει έναν νέο άνθρωπο να αναζητήσει μετά την πρώτη εκτέλεση, τον δημιουργό ή ολόκληρη την ιστορία πίσω από ένα τραγούδι, αυτό θα ήταν για μένα πολύ όμορφο.
Η βραδιά στο Koukoubook περιγράφεται ως ένα “ακουστικό ταξίδι” στο ελληνικό τραγούδι. Αν έπρεπε να περιγράψετε εσείς τη βραδιά της 3ης Οκτωβρίου με τρεις λέξεις, ποιες θα ήταν?
Σύνδεση. Μνήμη. Βίωμα.
Γιατί νομίζω ότι αυτά τα τρία περιγράφουν αρκετά καλά αυτό που
θέλουμε να συμβεί. Σύνδεση με τα τραγούδια, μνήμη για όλα όσα κουβαλούν και τελικά, βίωμα. Γιατί θα ήθελα η μουσική εκείνο το βράδυ να μην είναι απλώς κάτι που θα ακούσουμε, αλλά κάτι που θα ζήσουμε μαζί, μέσα σε μια όμορφη αίσθηση μουσικής παρέας.
Κλείνοντας, τι θα θέλατε να πάρει μαζί του ο θεατής φεύγοντας από το Koukoubook; Μια μελωδία, έναν στίχο, ένα συναίσθημα ή την αίσθηση ότι συμμετείχε σε μια όμορφη μουσική παρέα?
Νομίζω ότι θα χαιρόμουν αν έπαιρνε έστω κάτι μικρό από όλα αυτά. Ίσως έναν στίχο που θα του μείνει στο μυαλό, μια μελωδία που θα συνεχίσει να ακούει μέσα του, μια ανάμνηση ή ένα συναίσθημα.
Πάνω απ’ όλα όμως θα ήθελα να φύγει με την αίσθηση ότι για λίγο βρεθήκαμε όλοι μαζί στον ίδιο χώρο και μοιραστήκαμε κάτι αληθινό.
Γιατί αυτό είναι τελικά που αγαπώ περισσότερο στη μουσική. Ότι μπορεί να πάρει κάτι πολύ προσωπικό —μια ιστορία, έναν πόνο, μια χαρά, μια
ανάμνηση και να το κάνει κοινό.
Να ξεκινά από έναν άνθρωπο και να καταλήγει να ανήκει, έστω για λίγο σε όλους μας.










