Ο δύο φορές βραβευμένος με Χρυσό Φοίνικα Ken Loach (Ο άνεμος χορεύει το κριθάρι, Εγώ ο Ντάνιελ Μπλέικ) επιστρέφει με ένα ακόμα αιχμηρό κοινωνικό δράμα επικεντρωμένο στους ανθρώπους της εργατικής τάξης και πιστό στο ύφος που τον έχει καταξιώσει ως έναν από τους πιο σπουδαίους δημιουργούς του πολιτικοποιημένου σινεμά.

 

 

 

Σε μία ακόμα συνεργασία με τον Paul Laverty, o Ken Loach παραδίδει μία από τις καλύτερες ταινίες του. Screen Daily

 

Ο Loach τα κατάφερε πάλι. Ένα ακόμα δυνατό δράμα για την καθημερινότητα των ανθρώπων. Variety

 

Στα 82 του, ο Ken Loach κάνει το πιο δυνατό του έργο. The Hollywood Reporter

 

O Loach ανεβάζει τον πήχη με αυτή τη σπαραχτική ιστορία. The Guardian

 

O πιο αξιοσέβαστος ανατόμος της βρετανικής εργατικής τάξης παίρνει πάλι το νυστέρι του. The Telegraph

 

O βρετανός σκηνοθέτης νοιάζεται πολύ για τους χαρακτήρες του και κάνει το κοινό να νοιάζεται κι αυτό. The Independent

 

 

Πρωταγωνιστούν μη επαγγελματίες ηθοποιοί με ελάχιστη πείρα, οι οποίοι ζωντανεύουν -υπό τις έμπειρες σκηνοθετικές οδηγίες του δημιουργού- γνήσιους χαρακτήρες, όπως τους συνέλαβε η χαρισματική πένα του μόνιμου συνεργάτη του Loach, Paul Laverty. Μία ταινία που έκανε την ελληνική της πρεμιέρα στο πλαίσιο του 25ου Διεθνούς Φεστιβάλ της Αθήνας – Νύχτες Πρεμιέρας, και αναμφίβολα συγκαταλέγεται ανάμεσα στα καλύτερα έργα του Ken Loach.

 

 

Σύνοψη

O Ricky, η Abby και τα δύο τους παιδιά ζουν στο Newcastle. Είναι μια δεμένη οικογένεια και ο ένας νοιάζεται για τον άλλον. Ο Ricky αλλάζει δουλειές, ενώ η Abby, που αγαπά τη δική της, προσέχει ηλικιωμένους. Παρόλο που δουλεύουν όλο και περισσότερες ώρες, όλο και πιο σκληρά, συνειδητοποιούν ότι ποτέ δεν θα αποκτήσουν το δικό τους σπίτι. Όταν προκύπτει μια χρυσή ευκαιρία, η Abby πουλάει το αυτοκίνητο της και ο  Ricky αγοράζει ένα ολοκαίνουριο φορτηγάκι για να δουλέψει ως αυτοαπασχολούμενος μεταφορέας. O μοντέρνος κόσμος έχει τις επιπτώσεις του σε αυτές τις τέσσερις ψυχές μέσα στην ίδια τους την κουζίνα.

 

Διάρκεια: 100’

 

7 Νοεμβρίου στους κινηματογράφους από τη Feelgood

 

Από το «Εγώ, ο Ντάνιελ Μπλέικ» στο «Δυστυχώς απουσιάζατε»

Η ιδέα για την ταινία προέκυψε όταν οι δημιουργοί, Ken Loach και Paul Laverty, έκαναν έρευνα για το Εγώ, ο Ντάνιελ Μπλέικ. Στα συσσίτια που επισκέφθηκαν συνάντησαν πολλούς ανθρώπους που εργάζονταν με μερική απασχόληση. «Μου έκανε εντύπωση πόσες ώρες πρέπει να δουλεύουν για να ζουν αξιοπρεπώς, καθώς και η εργασιακή ανασφάλεια που βίωναν. Είναι αυτοαπασχολούμενοι, αλλά αν κάτι πάει στραβά, παίρνουν όλο το ρίσκο πάνω τους» σχολιάζει ο σκηνοθέτης.

 

Οι επιπτώσεις που έχει αυτή η πίεση στην προσωπική και οικογενειακή ζωή των ανθρώπων είναι στο επίκεντρο της ταινίας. Στην περίπτωση του πατέρα της οικογένειας, η απόφαση του να κάνει στροφή καριέρας και να γίνει αυτοαπασχολούμενος μικρο-μεταφορέας τον φέρνει σε επαφή με μια νέα τεχνολογία που κάνει τη δουλειά του πολύ απαιτητική. «Η πιο εξελιγμένη τεχνολογία βρίσκεται στην καμπίνα του οδηγού και του δείχνει τους δρόμους, επιτρέποντας στον πελάτη να ξέρει πού ακριβώς βρίσκεται το δέμα του και σε πόση ώρα θα φτάσει.

Ο πελάτης κάθεται σπίτι και μπορεί να δει τη διαδρομή του οχήματος. Το αποτέλεσμα είναι ότι οι οδηγοί εξαντλούνται στους δρόμους, τρέχοντας να προλάβουν τις προσδοκίες που γεννά αυτός ο εξοπλισμός. Η τεχνολογία είναι καινούρια, η εκμετάλλευση είναι παλιά ιστορία» εξηγεί ο σκηνοθέτης.

 

Η ταινία γυρίστηκε με χρονολογική σειρά και οι ηθοποιοί δεν ήξεραν την κατάληξη. «Κάναμε πρόβες με την οικογένεια για να καθορίσουμε τις σχέσεις μεταξύ τους. Μετά, κάναμε γύρισμα πολύ γρήγορα και ολοκληρώσαμε σε πεντέμισι εβδομάδες» λέει ο δημιουργός.

 

Η ταινία επικεντρώνεται στο κατά πόσο το σύγχρονο καθεστώς για τους αυτοαπασχολούμενους είναι βιώσιμο. «Είναι λογικό αυτό το σύστημα; Είναι λογικό να παραλαμβάνουμε τα ψώνια μας από έναν άνθρωπο σε ένα φορτηγό που τρέχει 14 ώρες τη μέρα; Θέλουμε έναν κόσμο στον οποίο οι άνθρωποι δουλεύουν κάτω από μεγάλη πίεση, επηρεάζοντας αρνητικά τους φίλους και τις οικογένειες τους και κάνοντας τις ζωές τους στενάχωρες;

Δεν είναι ότι η αγορά χάνει, αντιθέτως, αυτή είναι η λογική εξέλιξη της αγοράς, όπως ορίζεται από τον ανταγωνισμό για μείωση κόστους και αύξηση κέρδους. Η αγορά δεν ενδιαφέρεται για την ποιότητα της ζωής μας. Η αγορά ενδιαφέρεται να κερδίζει χρήματα. Η εργατική τάξη πληρώνει το τίμημα» επισημαίνει ο σκηνοθέτης.

 

Όπως σε κάθε ταινία του δημιουργού, ο άνθρωπος είναι στο επίκεντρο. «Αυτό που έχει σημασία είναι το κοινό να πιστέψει τους ανθρώπους που βλέπει στην οθόνη, να τους νοιάζεται. Οι εμπειρίες τους, που μοιάζουν αυθεντικές, πρέπει να μας αγγίζουν» λέει ο Loach.

 

 

Μία δεμένη οικογένεια

Abby

Μία μητέρα και σύζυγος σε έναν καλό γάμο. Είναι φίλοι με τον άντρα της και νιώθει τρυφερότητα απέναντι του. Τον εμπιστεύεται, ενώ και οι δύο προσπαθούν να είναι καλοί γονείς. Νιώθει τύψεις γιατί δεν μπορεί να είναι δίπλα στα παιδιά της όσο θα ήθελε. Δουλεύει εξαντλητικά ωράρια φροντίζοντας ηλικιωμένους. «Νιώθει συνέχεια τύψεις και θέλει να κάνει συνέχεια το καλύτερο για όλους, γιατί νοιάζεται. Προσέχει πολύ τους ηλικιωμένους για τους οποίους δουλεύει, παρόλο που η προτεραιότητα της είναι τα παιδιά και ο σύζυγος της, αλλά δεν τα προλαβαίνει όλα» λέει η Debbie Honeywood, που υποδύεται τον ρόλο.

 

H Debbie Honeywood ήθελε πάντα να γίνει ηθοποιός. Όταν έμαθε ότι το ζητούμενο για την νέα ταινία του Loach ήταν μία 40χρονη με δύο παιδιά στην εφηβεία που να είναι γλυκιά, δυνατή και συμπαθητική, αποφάσισε ότι έπρεπε να δηλώσει το ενδιαφέρον της. Πέρασε από οντισιόν, αλλά δεν ήξερε για ποιον ρόλο. Έμαθε ότι θα πάρει τον πρωταγωνιστικό ρόλο τελευταία στιγμή. Όσο για την εμπειρία του γυρίσματος λέει: «Μας έδιναν μια σκηνή, μαθαίναμε ό,τι μπορούσαμε και μετά η ιστορία εκτυλισσόταν μόνη της. Όταν καταλαβαίνεις ότι έτσι δουλεύει ο Ken, μαθαίνεις να δουλεύεις έτσι και είναι καταπληκτικά».

 

Ricky

Ένας εργατικός άντρας που θέλει το καλύτερο για την οικογένεια του. Έχει μόλις αρχίσει τη δική του δουλειά και βρίσκεται σε περίεργη θέση. Συμβαίνουν πράγματα στην οικογένεια που δεν μπορεί να ελέγξει. «Έχει φτάσει σε ένα σημείο που αρχίζει να έχει αμφιβολίες για τον ίδιο του τον εαυτό και αναρωτιέται αν οι αποφάσεις του είναι σωστές για την οικογένεια του. Γιατί όλα αυτά; Ποιο το νόημα;» λέει ο Kris Hitchen  που υποδύεται τον ρόλο.

 

O Kris Hitchen έγινε ηθοποιός στα 40 του, έχοντας δουλέψει ως υδραυλικός 20 χρόνια. Αρχικά, η παραγωγή έψαχνε ηθοποιούς από το Newcastle, αλλά για τον συγκεκριμένο ρόλο ήθελαν κάποιον από το Manchester ή το Bolton, που να έχει δουλέψει εργάτης σε οικοδομές. Ο Hitchen κάλυπτε όλα τα ζητούμενα.

 

Seb

Ο έφηβος γιος που κανείς δεν καταλαβαίνει. Έχει ταλέντο στο γκράφιτι και του αφιερώνει πολύ χρόνο σε βάρος του σχολείου. Η σχέση με τον πατέρα του είναι σε κρίση και, παρόλο που αγαπάνε ο ένας τον άλλον, τσακώνονται συνεχώς.

Τον ρόλο ανέλαβε ο Rhys Stone που έμαθε να κάνει γκράφιτι για τις ανάγκες της ταινίας. «Τα γυρίσματα ήταν ωραία. Δεν είχαν πίεση για τους ηθοποιούς και το συνεργείο. Κάναμε μια σκηνή που με άγγιξε τόσο πολύ που κατέρρευσα. Αν συνδεθείς πραγματικά είναι μια καλή εμπειρία» λέει ο νεαρός για το γυρίσμα.

«Είναι συναρπαστικό να μην ξέρεις ακριβώς τι θα γίνει σε μία σκηνή. Σου δίνει ενέργεια. Έχεις μερικές καλές εκπλήξεις. Σε μία σκηνή τρώγαμε με τον Kris και είπε μια τυχαία ατάκα που ακούστηκε αστεία. Προφανώς, γέλασα. Ήταν γνήσιο και όχι βεβιασμένο» καταλήγει ο Stone.

 

Liza

Η μικρή κόρη της οικογένειας, κοκκινομάλλα σαν τον μπαμπά της. Έχει καλές σχέσεις με τους γονείς της, αλλά έχει αρχίσει να περνάει λιγότερο χρόνο μαζί τους και αυτό τη στενοχωρεί. Κρατάει την ισορροπία στην οικογένεια, ή τουλάχιστον προσπαθεί,  έχει χιούμορ και είναι πολύ έξυπνη.

 

Η Katie Proctor, που υποδύεται το μικρότερο μέλος της οικογένειας,  έμαθε για τον ρόλο στο σχολείο της και πέρασε από τέσσερις οντισιόν, χωρίς να ξέρει ποιον ρόλο θα υποδυόταν.

 

 

Συντελεστές

Σκηνοθεσία: Ken Loach
Σενάριο: Paul Laverty
Ηθοποιοί: Kris Hitchen, Debbie Honeywood, Rhys Stone, Katie Proctor, Rob Brewster, Charlie Richmond, Julian Ions, Sheila Dunkerley, Maxie Peters, Christopher John Slater, Heather Wood, Alberto Dumba, Natalia Stonebanks, Jordan Colard, Dave Turner, Stephen Clegg Producer: Rebecca O’Brien
Διεύθυνση Φωτογραφίας: Robbie Ryan
Σχεδιασμός Παραγωγής: Fergus Clegg
Κοστούμια: Joanne Slater
Μουσική: George Fenton
Μοντάζ: Jonathan Morris

 

 

7 Νοεμβρίου στους κινηματογράφους από τη Feelgood

 

Με την υποστήριξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης – CREATIVE EUROPE MEDIA