Είναι γεγονός πως τώρα που ανοίγουν οι παιδικοί σταθμοί, οι περισσότεροι γονείς αγχώνονται στην ιδέα της πρώτης μέρας στον σταθμό. Είναι λογικό, αφού η μέρα είναι συνδεδεμένη με γοερό κλάμα, παρακάλια και φοβισμένα παιδικά μάτια. 

 

 

 

 

Η εικόνα του παιδιού να κλαίει καθώς το απομακρύνουν με το ζόρι από την μητέρα, καθησυχάζοντάς την πως “όλα τα παιδιά αντιδρούν έτσι” και διαβεβαιώνοντάς την πως “μόλις φύγετε θα σταματήσει”, είναι μια εικόνα που στοιχειώνει τις περισσότερες μαμάδες, αν όχι όλες, λίγο πριν πάνε τα παιδιά τους στον παιδικό σταθμό. 
 
Η συντριπτική πλειοψηφία των παιδικών σταθμών στην Ελλάδα, και όχι μόνο, ακολουθεί την μέθοδο “άφησε το και φύγε”, δηλαδή την ίδια μέθοδο που ακολουθείτο και πριν μισό αιώνα, ενώ οι εξελίξεις στην επιστήμη της παιδαγωγικής αναπτύσσονται διαρκώς.
 
Πρόκειται για ένα ξένο περιβάλλον γεμάτο με άγνωστους ενήλικες και άγνωστα παιδιά. Η αλήθεια είναι ότι αυτό φαντάζει λίγο αγχωτικό, αν όχι τρομακτικό, ακόμη και για εμάς τους ενήλικες, όταν βρισκόμαστε σε ανάλογη θέση.
 
Αν προσθέσουμε στον φόβο για το άγνωστο, το άγχος του αποχωρισμού από την μητέρα, την περιορισμένη ικανότητα λεκτικής επικοινωνίας και την περιορισμένη ικανότητα αυτοσυντήρησης του νηπίου, είναι λογικό οι παλιές μέθοδοι ελλιπούς περιόδου προσαρμογής να έχουν κάποια αρνητικά αποτελέσματα.
 
 
Μελέτη που διενεργήθηκε από το πανεπιστήμιο του Βερολίνου το 2004, έδειξε πως η μηδενική ή ελλιπής προσαρμογή νεαρών νηπίων στον παιδικό σταθμό αυξάνει τα επίπεδα κορτιζόλης, γνωστή και ως ορμόνη του άγχους, τα οποία παραμένουν αυξημένα ακόμη και πέντε μήνες μετά από την ένταξή του νηπίου στον παιδικό σταθμό (βλ. πηγή νο1).
 
Ακόμη παλαιότερα, το 1984-85, διενεργήθηκε μελέτη από το ανοιχτό πανεπιστήμιο του Βερολίνου (βλ. πηγή νο2), η οποία συμπέρανε πως τα παιδιά των οποίων οι γονείς παρέμειναν μαζί τους στον χώρο του παιδικού σταθμού για λιγότερο από 6 ημέρες, παρουσίασαν μεταξύ άλλων:
 
  • εμφανείς καθυστερήσεις στην ανάπτυξή τους μετά από διάστημα εφτά μηνών

  • είχαν μετά από έξι μήνες αυξημένη ανασφάλεια ως προς την προσκόλληση με την μητέρα τους

  • είχαν περιορισμένη ικανότητα προσαρμογής 

  • παρουσίαζαν αύξηση στα επίπεδα φόβου

 

Το μοντέλο προσαρμογής Βερολίνου

Τα τελευταία χρόνια γίνεται όλο και πιο γνωστή στην Ελλάδα η ήπια μέθοδος προσαρμογής των νηπίων στον σταθμό γνωστή και ως μοντέλο Βερολίνου. Η μέθοδος αυτή προσαρμογής εισάγει ομαλά το νεαρό νήπιο στο περιβάλλον του παιδικού σταθμού καθώς και στην επαφή του με τους επαγγελματίες φροντιστές, έχοντας κοντά του τον βασικό του φροντιστή, συνήθως την μητέρα. Η προσαρμογή για παιδιά κάτω των 2,5 ετών διαρκεί από 2 έως 4 εβδομάδες.
 
Ο γονέας συμμετέχει ενεργά στην προσαρμογή του παιδιού ακολουθώντας συγκεκριμένα βήματα του μοντέλου σε συνεργασία με τον επαγγελματία φροντιστή. Σε πρώτη φάση, ο γονέας επισκέπτεται τον παιδικό σταθμό μαζί με το παιδί του και μένει μαζί με αυτό για μία ώρα μέσα στον χώρο. Μετά αποχωρεί μαζί με το παιδί. Η πρώτη φάση διαρκεί 3 ημέρες.
 
Στην δεύτερη φάση, δηλαδή την τέταρτη ημέρα, ο γονιός χαιρετά αποφασιστικά το παιδί του και αποχωρεί για να επιστρέψει το αργότερο μετά από 30 λεπτά. Είναι υποχρέωση του επαγγελματία φροντιστή να στηρίξει το παιδί κατά το διάστημα της απουσίας του γονέα. Εάν το παιδί συνεχίσει να δείχνει ενδιαφέρον για το περιβάλλον του, η φάση σταθεροποίησης μπορεί να ξεκινήσει την πέμπτη μέρα και η απουσία του γονέα να καλύψει όλο το διάστημα των 30 λεπτών. Αν το παιδί αντιδράσει αγχωμένα, χωρίς να μπορεί να καταλαγιάσει το κλάμα του, ο γονέας πρέπει να επιστρέψει άμεσα και η δεύτερη προσπάθεια αποχωρισμού να μην γίνει νωρίτερα από την έβδομη ημέρα.

 

Φάση σταθεροποίησης. Αν το παιδί μπορέσει να παρηγορηθεί από τον φροντιστή την πρώτη φορά του αποχωρισμού, την επόμενη μέρα ο γονέας πρέπει να αυξήσει τα 30 λεπτά απουσίας του. Από την επόμενη μέρα αποχωρισμού (την 5η ή την 8η ημέρα αν χρειάστηκε δεύτερη απόπειρα προσαρμογής), ο γονέας δεν χρειάζεται να είναι μέσα στον χώρο αλλά σε χώρο που το παιδί μπορεί να τον προσεγγίσει όποτε θελήσει. Από την πέμπτη ημέρα και μετά, η παραμονή του παιδιού (και του γονέα) στον σταθμό αυξάνεται σε χρονική διάρκεια. Ανάλογα με την ηλικία του παιδιού, η τελική φάση προσαρμογής διαρκεί από 10 έως 20 ημέρες.
 
 
Είναι πολύ σημαντικό να σημειωθεί πως για να πετύχει η ομαλή προσαρμογή του νηπίου στον σταθμό, τεράστιας σημασίας ρόλο παίζει ο επαγγελματίας φροντιστής. Ο παιδαγωγός καλείται να φροντίσει το παιδί σε προσωπικό επίπεδο, να το παρηγορήσει, να το κάνει να αισθανθεί ασφάλεια. Κατά την διάρκεια δε της φάσης σταθεροποίησης, η επαφή του παιδιού με τον φροντιστή πρέπει να εντατικοποιηθεί.
 
Αυτός είναι και ο λόγος που προτείνεται να υπάρχει σταδιακή προσαρμογή των παιδιών του κάθε τμήματος ανά δυάδες ή το πολύ τριάδες από τους ελάχιστους ελληνικούς παιδικούς σταθμούς που προσπαθούν να εισάγουν το μοντέλο Βερολίνου ως ομαλή μέθοδο προσαρμογής.
 
 
 
 
Καλή σχολική χρονιά με αγάπη, φροντίδα και κατανόηση για τους λιλιπούτειους φίλους μας!
 
 
Πηγή 1: https://www.theguardian.com/society/2005/sep/19/childrensservices.earlyyearseducation
Πηγή 2: https://www.uniulm.de/fileadmin/website_uni_ulm/zuv/zuv.dezIII.abt1/familie/pdf/Kita/Berliner_Eingew%C3%B6hnungsmodell_engl.pdf