Με αφορμή το ξεχωριστό μουσικό αφιέρωμα στο Νίκο Καββαδία την Τρίτη 2 Ιουνίου στην ιστορική Μπουάτ «Απανεμιά» υποδεχόμαστε στο The Look.Gr τον χαρισματικό ερμηνευτή και τραγουδοποιό Χρήστο Κωνσταντόπουλο. Σε μια εφ’ όλης της ύλης συζήτηση, μας ξεναγεί στα δικά του καλλιτεχνικά λιμάνια, μιλά για τη μαγεία της μελοποιημένης ποίησης και μας προσκαλεί σε ένα συναρπαστικό θαλασσινό ταξίδι.

 

 

 

 

1. Κύριε Κωνσταντόπουλε, στις 2 Ιουνίου επιστρέφετε στην ιστορική Μπουάτ «Απανεμιά» για ένα αφιέρωμα στον Νίκο Καββαδία, μετά την επιτυχημένη εμφάνιση του Μαρτίου. Πώς νιώθετε που μεταφέρετε τον «κόσμο του Κόλια» σε έναν τόσο φορτισμένο ιστορικά και συναισθηματικά χώρο στην Πλάκα;

Η επιστροφή στην «Απανεμιά» δεν είναι για μένα απλώς ένας επόμενος σταθμός, αλλά μια επιστροφή στο φυσικό λιμάνι αυτής της παράστασης. Είναι ο χώρος όπου γεννήθηκε αυτό το αφιέρωμα, ρίζωσε και τώρα διανύει τον τρίτο χρόνο του. Η Μπουάτ Απανεμιά κουβαλάει μια μοναδική ιστορική και συναισθηματική φόρτιση. Είναι ένας χώρος underground με την ουσιαστική έννοια του όρου: σκοτεινός, ζεστός, μυσταγωγικός, όπου η απόσταση ανάμεσα στον ερμηνευτή και τον ακροατή εκμηδενίζεται. Αυτή η συνθήκη ταιριάζει απόλυτα με την ιδιοσυγκρασία του Κόλια.

Ο Καββαδίας δεν ήταν ποιητής των μεγάλων σταδίων, ήταν ο άνθρωπος των χαμηλών φωτών, της απομόνωσης του ασυρματιστή και των σκοτεινών διαδρομών στα λιμάνια του κόσμου. Στην Απανεμιά, με ένα πιάνο και μια φωνή, ο κόσμος του Καββαδιά απογυμνώνεται από κάθε περιττό στολίδι. Όταν σβήνουν τα φώτα και ξεκινά η παράσταση, νιώθω ότι λειτουργώ σαν ένας σύγχρονος ραψωδός που μεταφέρει τις ναυτικές του ιστορίες σε ανθρώπους που κάθονται σε απόσταση αναπνοής. Αυτή η σιωπή που επικρατεί κατά τη διάρκεια της παράστασης και η ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα είναι η μεγαλύτερη δικαίωση. Νιώθω βαθιά ευγνώμων που το αθηναϊκό κοινό αγκαλιάζει αυτή τη μυσταγωγία με τόση θέρμη, κάνοντας κάθε βραδιά εκεί ανεπανάληπτη.

 

2. Στην παράσταση αυτή, τα μελοποιημένα ποιήματα του Καββαδία (κυρίως από τον Θάνο Μικρούτσικο) «μπερδεύονται» με αποσπάσματα από τη «Βάρδια» αλλά και με δικά σας προσωπικά τραγούδια. Πώς γεφυρώνονται μέσα σας αυτοί οι δύο κόσμοι – ο κόσμος του Καββαδία και η δική σας δισκογραφία;

Οι δύο αυτοί κόσμοι δεν γεφυρώνονται τεχνητά· συνυπάρχουν οργανικά μέσα μου, γιατί η δική μου δισκογραφία ανέκαθεν αναζητούσε αυτούς τους πιο εσωτερικούς, αντισυμβατικούς και ταξιδιωτικούς προορισμούς. Όταν αποφάσισα να εντάξω δικά μου τραγούδια ανάμεσα στα θηρία του Θάνου Μικρούτσικου, του Γιάννη Σπανού ή των Ξέμπαρκων και στα κείμενα από τη Βάρδια, το έκανα γιατί ένιωσα ότι μιλούν την ίδια ακριβώς γλώσσα. Για παράδειγμα, το τραγούδι μου «Κλειστή μου Θάλασσα», το οποίο έγραψα αμέσως μετά το τέλος της πρώτης καραντίνας —και ήταν η πρώτη φορά που κατέθεσα και δικό μου στίχο— δεν μιλάει για ανοιχτούς, άγριους ωκεανούς. Μιλάει όμως για μια θάλασσα εσωτερική, που κρύβει όλους τους κινδύνους των μεγάλων κυμάτων αλλά και την απόλυτη γαλήνη αν την αγαπήσεις αληθινά.

Στο βάθος, μιλάει για έναν δύσκολο έρωτα και τον φόβο να ξανοιχτείς σε αυτόν. Αυτό με συνδέει άμεσα με τον ίδιο τον Κόλια, ο οποίος φοβόταν τον έρωτα, τον κορόιδευε και πάντα ξεγλιστρούσε με τη δικαιολογία ότι «ήταν βιαστικός». Μέχρι που δύο χρόνια πριν πεθάνει, το 1973, στο Τραβέρσο του, αποκαλύφθηκε και αφιέρωσε ένα ποίημα στη Θεανώ Σουνά, τον μόνο άνθρωπο που ερωτεύτηκε πραγματικά Εκεί ακριβώς, στην παράσταση, έρχεται να δέσει το δικό μου τραγούδι «Ο έρωτας λένε πως θα ‘ρθει» από τον προσωπικό μου δίσκο Προορισμός. Παράλληλα, στο κομμάτι μου «Προστάτεψέ με», μιλώ για την ανάγκη που έχει κάθε ταξιδευτής και ναυτικός της ζωής: να έχει μέσα του έναν κρυμμένο φάρο, ένα αστέρι ή ένα «θλιμμένο φεγγάρι» από ψηλά για να του δείχνει τον δρόμο και να τον προστατεύει στα μακρινά, μοναχικά ταξίδια. Η δική μου δισκογραφία, λοιπόν, λειτουργεί ως ο προσωπικός μου καθρέφτης πάνω στο έργο του Καββαδιά. Δεν είναι δύο διαφορετικοί κόσμοι, αλλά το ίδιο υπαρξιακό ταξίδι, ιδωμένο μέσα από τη δική μου καλλιτεχνική προσωπικότητα.

 

 

3. Ο Καββαδίας είναι ένας ποιητής που έχει ταυτιστεί με το απόλυτο ταξίδι, τη φυγή, αλλά και τη μοναξιά της θάλασσας. Τι είναι αυτό που συγκινεί εσάς προσωπικά περισσότερο στο έργο του και πώς επιλέξατε να το προσεγγίσετε ερμηνευτικά, μαζί με τον πιανίστα Βαγγέλη Κουκουνιά;

Εκείνο που με συγκινεί βαθιά και με συνδέει με τον Κόλια είναι αυτό που ονομάζουμε Mal du départ – η αρρώστια της φυγής. Ανέκαθεν είχα κι εγώ μέσα μου αυτή την έντονη τάση φυγής, την άρνηση προς καθετί στατικό και την ανάγκη να αναζητώ διαρκώς το καινούργιο, το άγνωστο και το εξωτικό. Ίσως γι’ αυτό, το αγαπημένο μου ποίημα –μελοποιημένο ιδιοφυώς από τον Γιάννη Σπανό– είναι ο «Ιδανικός κι ανάξιος εραστής» . Όταν το ερμηνεύω, νιώθω ότι αυτό το τραγούδι είμαι εγώ: ένας άνθρωπος που θα πεθάνει αναζητώντας τον προορισμό του, χωρίς απαραίτητα να τον νοιάζει αν θα τον βρει ποτέ. Αυτή την υπαρξιακή ανησυχία, το σκοτάδι αλλά και τη γλυκύτητα του Καββαδιά, επιλέξαμε να τα αποδώσουμε μέσα από μια απόλυτα δωρική και γυμνή συνθήκη: μόνο με ένα πιάνο και μια φωνή.

Σε αυτό το ταξίδι, ο διακεκριμένος πιανίστας και πολύτιμος συνεργάτης μου, Βαγγέλης Κουκουνιάς, δεν είναι απλώς ένας συνοδός, αλλά ένας ισότιμος συνταξιδιώτης. Έχουμε αναπτύξει μια πολύ ιδιαίτερη καλλιτεχνική χημεία και επαφή πάνω στη σκηνή. Ο Βαγγέλης έχει την σπάνια ικανότητα να εναλλάσσεται με απίστευτη ευελιξία· άλλοτε γίνεται λυρικός και γλυκός, και άλλοτε εκρηκτικά δυναμικός. Όταν λειτουργώ ως σύγχρονος ραψωδός και αφηγούμαι τις ιστορίες ή τα αθησαύριστα ποιητικά αποσπάσματα του Καββαδιά, το πιάνο του με ακολουθεί με τρόπο εσωτερικό, πολύχρωμο, σχεδόν ψυχεδελικό. Αυτός ο ζωντανός μουσικός διάλογος μάς επιτρέπει να ξεκλειδώνουμε όλες τις κρυφές πτυχές του ποιητή και να παρασύρουμε το κοινό σε μια κοινή, ηλεκτρισμένη μυσταγωγία.

 

4. Πόσο σημαντική είναι η χημεία μεταξύ πιάνου και φωνής σε έναν τόσο ζεστό και «γυμνό» χώρο όπως η μπουάτ;

Σε έναν χώρο όπως η «Απανεμιά», η χημεία μεταξύ πιάνου και φωνής δεν είναι απλώς σημαντική· είναι το παν. Η μπουάτ είναι ένας απόλυτα «γυμνός» και ειλικρινής χώρος. Δεν υπάρχουν μεγάλες ενορχηστρώσεις, ηχητικά εφέ ή εντυπωσιακά φώτα για να κρύψουν μια ατέλεια ή μια στιγμή αμηχανίας. Τα πάντα είναι εκτεθειμένα σε απόσταση αναπνοής από τον ακροατή. Αυτή η συνθήκη απαιτεί από εμένα και τον Βαγγέλη Κουκουνιά να λειτουργούμε σαν ένας ενιαίος οργανισμός.

Πρέπει να αναπνέουμε μαζί σε κάθε στίχο, να νιώθουμε τις παύσεις, να ελέγχουμε τις δυναμικές μας με χειρουργική ακρίβεια. Όταν αυτή η επικοινωνία επιτυγχάνεται, συμβαίνει κάτι μαγικό: η ενέργεια μεταδίδεται ακαριαία στο κοινό. Είναι συγκλονιστικό να βλέπεις ότι σε μια γεμάτη μπουάτ, όπου δεν πέφτει καρφίτσα, επικρατεί μια απόλυτη, καθηλωτική σιωπή. Ο κόσμος δεν έρχεται απλώς για να ακούσει, έρχεται για να συμμετάσχει στη μυσταγωγία. Αυτή η σιωπηρή προσήλωση των θεατών είναι που τρέφει τον μουσικό μας διάλογο και μας επιτρέπει να περνάμε από το σκοτάδι στο φως και από τη δωρική απαγγελία στην εκρηκτική ερμηνεία, προσφέροντας στο κοινό μια βαθιά, σχεδόν λυτρωτική εμπειρία.

 

5. Εκτός από τα πασίγνωστα τραγούδια που όλοι έχουμε σιγοτραγουδήσει, στο δελτίο τύπου αναφέρονται και «αθησαύριστα έργα» του ποιητή. Τι εκπλήξεις να περιμένει το κοινό που θα βρεθεί στην «Απανεμιά» στις 2 Ιουνίου;

Το κοινό που θα βρεθεί στην «Απανεμιά» στις 2 Ιουνίου δεν πρέπει να περιμένει απλώς μια συναυλία με γνωστά μελοποιημένα ποιήματα, αλλά μια θεατρική και υπαρξιακή ραψωδία. Η μεγαλύτερη έκπληξη κρύβεται στον τρόπο που φωτίζουμε τη ζωή και το έργο του Κόλια, μέσα από κείμενα, αφηγήσεις και αθησαύριστα κομμάτια που αποκαλύπτουν τον πιο βιωματικό και αντισυμβατικό του εαυτό. Μία από τις πιο δυνατές στιγμές της παράστασης είναι η αφήγηση του αθησαύριστου ποιήματός του «Κάσμπα», που διαδραματίζεται στο Αλγέρι. Εκεί, ο Καββαδίας έρχεται αντιμέτωπος με μια γυναίκα σε ένα κακόφημο ισλαμικό φρούριο, η οποία τον ταπεινώνει πετώντας του τα χρήματα στο πρόσωπο. Τον αναγκάζει να συνειδητοποιήσει ότι οι ναυτικοί ξέρουν μόνο να κοιτάζουν τους «μερκατορικούς χάρτες», αλλά δεν έχουν ιδέα για το βαθύ, «ασάλευτο ταξίδι των πορνών».

Παράλληλα, το κοινό θα ακούσει μια καθηλωτική απαγγελία του εμβληματικού «Μαραμπού» του 1933. Είναι η στιγμή που ο ποιητής αποδέχεται όλες τις σκληρές φήμες που τον ακολουθούσαν —για το χασίσι, την κοκαΐνη και τη μοναξιά του— για να ταυτιστεί τελικά με αυτό το εξωτικό πουλί, τον ερημίτη. Μαραμπού στα αραβικά σημαίνει ακριβώς αυτό: ερημίτης. Ανάμεσα στα τραγούδια, ξεδιπλώνω πολύ ιδιαίτερες ιστορίες που φωτίζουν το παρασκήνιο των έργων. Από τη μία, τη μαγική, απόκοσμη εξομολόγηση του Καββαδιά για το οπτικό φαινόμενο της Φάτα Μοργκάνα. Από την άλλη, μια πιο εύθυμη αλλά βαθιά ανθρώπινη ιστορία παρεξήγησης με τον Γιώργο Σεφέρη στη Μασσαλία, εξαιτίας της ξακουστής τσιγγάνας Εσμεράλδας, η οποία οδήγησε σε χρόνια σιωπής ανάμεσά τους μέχρι τη συμφιλίωση μέσω της αφιέρωσης του ομώνυμου ποιήματος στο Τραβέρσο. Αυτές οι ιστορίες και τα κείμενα είναι που μετατρέπουν την παράσταση σε μια ζωντανή, τρισδιάστατη εμπειρία.

 

 

6. Πηγαίνοντας τον χρόνο λίγο πίσω, πώς μπήκε το μικρόβιο της μουσικής και του τραγουδιού στη ζωή σας; Υπήρξε κάποια συγκεκριμένη στιγμή ή κάποιο άκουσμα που είπατε «αυτό θέλω να κάνω στη ζωή μου»;

Το μικρόβιο της μουσικής υπήρχε μέσα μου από πολύ νωρίς, αλλά πήρε συγκεκριμένη μορφή μέσα από την κλασική παιδεία που έλαβα στα νεανικά μου χρόνια. Μεγαλώνοντας, οι σπουδές μου στη μουσική μού έδωσαν τα απαραίτητα τεχνικά εφόδια, αλλά ταυτόχρονα άρχισε να ξυπνάει μέσα μου και μια πιο αντισυμβατική, ροκ ενέργεια. Δεν υπήρξε απαραίτητα μία και μόνο «κινηματογραφική» στιγμή, αλλά μια σταδιακή, βαθιά εσωτερική ανάγκη για έκφραση.

Το καθοριστικό σημείο, όμως, όπου το μικρόβιο έγινε πλέον συνειδητή απόφαση ζωής, ήρθε όταν κατάλαβα τη δύναμη που κρύβει ο λόγος μέσα στο τραγούδι. Όταν συνειδητοποίησα ότι δεν ήθελα απλώς να είμαι ένας τραγουδιστής που εκτελεί όμορφα μια μελωδία, αλλά ένας ερμηνευτής που αφηγείται ιστορίες και καταθέτει βιώματα. Η ανάγκη μου να επικοινωνήσω το συναίσθημα με τρόπο δωρικό, θεατρικό και απόλυτα ειλικρινή ήταν αυτή που με ώθησε να αφοσιωθώ ολοκληρωτικά σε αυτόν τον δρόμο. Έναν δρόμο που, όπως αποδείχθηκε, δεν είχε επιστροφή.

 

7. Έχετε επιλέξει έναν δρόμο στο ελληνικό τραγούδι που απαιτεί ερμηνευτικό βάθος και προσεγμένες επιλογές. Πόσο εύκολο ή δύσκολο είναι για έναν δημιουργό και ερμηνευτή της γενιάς σας να παραμένει πιστός στο καλό, έντεχνο τραγούδι στους σημερινούς, γρήγορους ρυθμούς της μουσικής βιομηχανίας;

Δεν είναι καθόλου εύκολο, αλλά είναι ο μόνος δρόμος που ξέρω να βαδίζω και ο μόνος που με γεμίζει αληθινά. Σήμερα η μουσική βιομηχανία κινείται με φρενήρεις ρυθμούς, κυνηγώντας το εφήμερο, το εύπεπτο και αυτό που θα κάνει γρήγορα νούμερα στα ψηφιακά charts. Μέσα σε αυτή τη mainstream πραγματικότητα, το να επιλέγεις να υπηρετείς τον ποιητικό λόγο και τη μελοποιημένη ποίηση μοιάζει σχεδόν με πράξη αντίστασης. Ωστόσο, η δική μου εμπειρία, ειδικά τα τελευταία τρία χρόνια με το αφιέρωμα στον Καββαδία, μου απέδειξε κάτι συγκλονιστικό: ο κόσμος διψάει για βάθος και αλήθεια.

Υπάρχει ένα τεράστιο κοινό, και μάλιστα πολύ νεανικό, που αναζητά έναν ποιοτικό αντίποδα σε αυτή τη φθηνή αισθητική. Όταν βλέπεις τα βίντεο από τις παραστάσεις να κατακλύζουν τα social media, να συγκεντρώνουν χιλιάδες προβολές, κοινοποιήσεις και βαθιά συγκινητικά σχόλια, καταλαβαίνεις ότι το καλό ελληνικό τραγούδι δεν αφορά το παρελθόν, αλλά το παρόν. Η δυσκολία, λοιπόν, μετατρέπεται σε τεράστια χαρά και δικαίωση όταν βλέπεις μια μπουάτ γεμάτη, όπου δεν πέφτει καρφίτσα, ή ένα θέατρο sold out, και νιώθεις ότι η επιμονή σου να μην κάνεις εκπτώσεις στην αισθητική σου δικαιώνεται απόλυτα. Δεν είναι εύκολο να παραμένεις πιστός, αλλά όταν το κάνεις με ειλικρίνεια, ο κόσμος το εισπράττει και σου το επιστρέφει διπλά.

 

 

8. Αν κοιτάξετε την προσωπική σας δισκογραφία μέχρι σήμερα, ποιο τραγούδι ή ποια συνεργασία θεωρείτε ότι αποτέλεσε «σταθμό» για εσάς, ή σας καθόρισε περισσότερο ως καλλιτέχνη;

Αν κοιτάξω πίσω, ο πρώτος και πιο καθοριστικός σταθμός ήταν αναμφίβολα το δισκογραφικό μου ντεμπούτο το 2011, στον δίσκο «Στου χρόνου τις καταπακτές» του σπουδαίου Νότη Μαυρουδή. Ο Νότης μού εμπιστεύτηκε τέσσερα τραγούδια και μαζί κάναμε πάνω από 50 συναυλίες σε όλη την Ελλάδα, σε θέατρα, ραδιόφωνα και τηλεοράσεις. Αυτή η συνεργασία ήταν ένα ανεκτίμητο σχολείο· μου διαμόρφωσε την αισθητική και μου έμαθε τι σημαίνει να σέβεσαι τη σκηνή και τον ακροατή. Ο επόμενος μεγάλος σταθμός ήταν το 2014 με τον πρώτο μου προσωπικό δίσκο, τον «Προορισμό». Εκεί συστήθηκα για πρώτη φορά στο κοινό και ως συνθέτης, παρουσιάζοντας δικά μου τραγούδια σε ποίηση της αδελφής μου, Νίκης Κωνσταντοπούλου, όπως το «Αερόστατο» και το ομώνυμο «Προορισμός».

Από το 2017 μέχρι και σήμερα, συνεχίζω να κυκλοφορώ singles, ερμηνεύοντας σπουδαίους ποιητές και στιχουργούς, αλλά και δικά μου κομμάτια. Αν έπρεπε όμως να ξεχωρίσω ένα τραγούδι που με καθόρισε απόλυτα, αυτό είναι η «Κλειστή μου Θάλασσα», που κυκλοφόρησε μετά την πρώτη καραντίνα. Ήταν η πρώτη φορά που κατέθεσα και δικό μου στίχο, πέρα από τη μουσική, και η σύνδεσή του με το υπαρξιακό σύμπαν του Καββαδιά στην τωρινή μου παράσταση με έκανε να συνειδητοποιήσω τη δική μου ταυτότητα. Όλες αυτές οι στιγμές με διαμόρφωσαν για να μπορώ σήμερα να σταθώ απέναντι στο έργο του Κόλια με την απαραίτητη ωριμότητα.

 

9. Ποιοι ήταν οι δικοί σας «φάροι» ή δάσκαλοι στη μουσική; Υπάρχουν καλλιτέχνες –Έλληνες ή ξένοι– που θεωρείτε ότι έχουν αφήσει έντονο το αποτύπωμά τους στον τρόπο που ερμηνεύετε ή γράφετε;

Τα ακούσματά μου από την εφηβεία ακόμα ήταν μάλλον αντισυμβατικά και σίγουρα διέφεραν από εκείνα των συμμαθητών μου. Δεν με συγκινούσε το τραγούδι που έπαιζε στις πίστες και η διασκέδαση αυτού του είδους, ούτε όμως και το κλασικό έντεχνο, παρότι το σέβομαι βαθιά. Η ψυχή μου αναζητούσε πάντα κάτι πιο εσωτερικό και ιδιαίτερο. Έτσι, αγάπησα πολύ τη Λένα Πλάτωνος, αυτή την ιέρεια της ηλεκτρονικής μουσικής, και τον τρόπο που μελοποίησε τον Καρυωτάκη. Παράλληλα, με γοήτευαν και με συγκλόνιζαν πάντα φωνές που χρησιμοποιούσαν τους φωνητικούς αυτοσχεδιασμούς με έναν τρόπο σχεδόν ψυχογραφικό, μεσογειακό και απόκοσμο, όπως η υπέρτατη Σαβίνα Γιαννάτου αλλά και η αρχέγονη Σωτηρία Λεονάρδου ή η δική μας, «ξένη» ,Diamanda Galás .

Ένιωσα επίσης τεράστια οικειότητα με τον ηλεκτρονικό, εναλλακτικό ήχο του Μιχάλη Δέλτα και του Κωνσταντίνου Βήτα. Μάλιστα, ο δίσκος «Το χρώμα της μέρας» του Μιχάλη Δέλτα με την Τάνια Τσανακλίδου με καθόρισε απόλυτα, γιατί μιλούσε με έναν πρωτοποριακό, σύγχρονο τρόπο για την εποχή του. Φυσικά, ο Θάνος Μικρούτσικος ήταν για μένα ο πρώτος από τους κλασικούς Έλληνες συνθέτες που θαύμασα και μελέτησα το έργο του, όπως και άλλους σπουδαίους δημιουργούς που υπηρέτησαν τον ποιητικό λόγο όπως ο Αλκίνοος Ιωαννίδης. Με επηρέασε όμως πολύ και η ξένη σκηνή. Συγκροτήματα όπως οι 16 Horsepower με τον folk εναλλακτικό ροκ ήχο τους, οι Depeche Mode, αλλά και η ποιητική γαλλική σκηνή με κορυφαίο τον αγαπημένο μου Jacques Brel.

Αυτή η γαλλική, θεατρική σκοτεινιά με γοητεύει ανέκαθεν, γι’ αυτό και εκτιμώ πολύ την Ευρυδίκη, η οποία πατάει πάνω σε αυτά τα ερμηνευτικά μονοπάτια. Είχα μάλιστα τη χαρά να συνεργαστώ μαζί της στο παρελθόν στην παράσταση «Εγώ, η Edith & o Elvis..Το Μπλε Ταξίδι». Τέλος, κουβαλάω έντονα τις επιρροές από την εναλλακτική και indie ροκ σκηνή. Συγκροτήματα όπως οι Placebo, αλλά και η ελληνική σκηνή με τη Θεοδοσία Τσάτσου ή τον Δημήτρη Κοργιαλά, άφησαν έντονο αποτύπωμα μέσα μου. Από αυτούς τους ήχους επηρεάστηκα, άλλωστε, και στο ύφος του δικού μου τραγουδιού «Προστάτεψέ με». Όλοι αυτοί οι φαινομενικά ετερόκλητοι κόσμοι είναι οι δικοί μου «φάροι»· με έμαθαν να παντρεύω την κλασική μου παιδεία με έναν πιο σκοτεινό, ποιητικό και ηλεκτρισμένο τρόπο ερμηνείας.

 

10. Είστε και ερμηνευτής αλλά και τραγουδοποιός. Όταν γράφετε ένα δικό σας τραγούδι, η έμπνευση έρχεται συνήθως από μια προσωπική βιωματική ιστορία, ή λειτουργείτε περισσότερο ως «παρατηρητής» των όσων συμβαίνουν γύρω σας;

Λειτουργώ και με τους δύο τρόπους, αλλά πάντα η αφετηρία είναι βαθιά εσωτερική και βιωματική. Ακόμα και όταν ξεκινώ ως παρατηρητής μιας κατάστασης, μιας εικόνας ή μιας ιστορίας γύρω μου, για να γίνει αυτό τραγούδι πρέπει πρώτα να περάσει μέσα από το δικό μου φίλτρο, να με αγγίξει και να γίνει δικό μου βίωμα. Υπάρχουν όμως και στιγμές που η ανάγκη για δημιουργία πηγάζει από μια απόλυτα προσωπική, εσωτερική ανάγκη, όπως συνέβη για παράδειγμα με την «Κλειστή μου Θάλασσα».

Ήταν ένα κομμάτι που γεννήθηκε αμέσως μετά το τέλος της πρώτης καραντίνας, σε μια περίοδο έντονης εσωτερικής πίεσης και απομόνωσης, και με οδήγησε για πρώτη φορά να αποτυπώσω τις σκέψεις μου όχι μόνο στη μουσική, αλλά και στον στίχο. Είτε λοιπόν εμπνέομαι από κάτι που παρατηρώ στην κοινωνία και στους ανθρώπους γύρω μου, είτε από έναν δικό μου προσωπικό κραδασμό, ο στόχος μου ως τραγουδοποιός είναι ο ίδιος: να μετατρέψω αυτή την αφορμή σε μια ειλικρινή καλλιτεχνική κατάθεση. Για να μπορέσει ένα τραγούδι να αγγίξει τον ακροατή, πρέπει ο δημιουργός να έχει βουτήξει πρώτα ο ίδιος μέσα στην αλήθεια του, χωρίς φίλτρα και προστατευτικές δικλίδες.

 

11. Ζούμε σε μια εποχή που η επικοινωνία της μουσικής γίνεται κυρίως ψηφιακά (Spotify, YouTube, Social Media). Σας λείπει η εποχή του φυσικού προϊόντος (του βινυλίου, του CD) και η ιεροτελεστία που είχε το να κρατάει κανείς ένα άλμπουμ στα χέρια του;

Η αλήθεια είναι ότι η ιεροτελεστία του φυσικού προϊόντος, το να κρατάς το βινύλιο ή το CD στα χέρια σου, να ξεφυλλίζεις το ένθετο και να διαβάζεις τους στίχους, έχει μια μοναδική γοητεία που λείπει από την ψηφιακή εποχή. Υπήρχε μια άλλη σύνδεση του ακροατή με το έργο, πιο βαθιά και ουσιαστική. Από την άλλη πλευρά, όμως, δεν μπορώ να είμαι αφοριστικός με την τεχνολογία. Τα ψηφιακά μέσα και τα social media έχουν μια τεράστια, άμεση δύναμη. Το βλέπω ξεκάθαρα τα τελευταία χρόνια με το αφιέρωμα στον Καββαδία· τα βίντεο που ανεβάζω στις επίσημες σελίδες μου στο Facebook, το Instagram και το TikTok έχουν πάρει κυριολεκτικά φωτιά, ξεπερνώντας τις 20.000 προβολές, με αμέτρητα σχόλια, κοινοποιήσεις και αποθηκεύσεις.

Αυτό το ψηφιακό κύμα έφερε έναν απίστευτο κόσμο στις παραστάσεις μας, τόσο στην Μπουάτ Απανεμιά όσο και στο πρόσφατο sold out στο Μηχανουργείο στην Πάτρα. Επομένως, αν και μου λείπει η υλική υπόσταση ενός δίσκου, βλέπω τα social media ως ένα σύγχρονο, πανίσχυρο εργαλείο επικοινωνίας. Το ζητούμενο για μένα είναι να χρησιμοποιείς την ψηφιακή τεχνολογία για να μεταφέρεις την ίδια εκείνη παλιά, καλή αλήθεια. Όταν το περιεχόμενο έχει βάθος, η ιεροτελεστία δεν χάνεται· μεταφέρεται από την οθόνη απευθείας στη σκηνή, εκεί όπου ο κόσμος έρχεται πλέον υποψιασμένος και έτοιμος να ζήσει τη μυσταγωγία από κοντά.

 

 

12. Η θάλασσα και το ταξίδι είναι τα κεντρικά θέματα της παράστασής σας. Για τον Χρήστο, τι αποτελεί «λιμάνι» στην καθημερινότητά του και ποιο είναι το δικό του ιδανικό «ταξίδι»;

Για μένα, «λιμάνι» στην καθημερινότητά μου είναι οι δικοί μου άνθρωποι, εκείνοι που με ξέρουν στην ολότητά μου και με ηρεμούν, αλλά και η ίδια η στιγμή της δημιουργίας. Λιμάνι είναι η απομόνωση με την κιθάρα μου όταν γράφω μουσική, εκεί όπου οι θόρυβοι της καθημερινότητας σβήνουν και μένει μόνο η αλήθεια των σημείων και των λέξεων. Όσο για το δικό μου ιδανικό «ταξίδι», αυτό δεν μετριέται με χιλιόμετρα ή με προορισμούς σε κάποιον γεωγραφικό χάρτη.

Το ιδανικό ταξίδι είναι εσωτερικό. Είναι η διαρκής αναζήτηση, η άρνηση να μείνω στάσιμος και η ανάγκη να εξελίσσομαι καλλιτεχνικά και ανθρώπινα, ξεπερνώντας τις ίδιες μου τις προδιαγεγραμμένες δυνατότητες. Όπως ακριβώς το έθετε και ο Κόλιας, το ταξίδι έχει αξία όταν νομιμοποιεί τη φυγή από μια στεγνή πραγματικότητα και σε σπρώχνει να κατακτήσεις το αδύνατο. Κάθε φορά λοιπόν που ανεβαίνω στη σκηνή της Απανεμιάς και μοιράζομαι αυτές τις ιστορίες με τον κόσμο, νιώθω ότι σαλπάρω για το πιο όμορφο και ιδανικό ταξίδι της ζωής μου.

 

13. Μετά την παράσταση της 2ης Ιουνίου, ποια είναι τα επόμενα σχέδιά σας για το καλοκαίρι; Υπάρχουν στα σκαριά προγραμματισμένες εμφανίσεις ή ίσως νέο υλικό που ετοιμάζετε στο στούντιο;

Είναι πραγματικά πολύ συγκινητικό για μένα το γεγονός ότι αυτή η παράσταση έχει δεχτεί πάρα πολλές προτάσεις. Μετά την «Απανεμιά» στις 2 Ιουνίου, το καλοκαιρινό μας ταξίδι ανοίγει τα πανιά του. Επόμενος επίσημος σταθμός μας είναι η Πάτρα, την Παρασκευή 17 Ιουλίου, στον πανέμορφο κήπο του Royal Theater. Εκεί, μαζί με τον πολύτιμο συνεργάτη μου και πιανίστα Βαγγέλη Κουκουνιά, θα παρουσιάσουμε ένα διευρυμένο πρόγραμμα που πατάει πάνω στη φιλοσοφία του αφιερώματός μας, με τίτλο «Από το Μαραμπού ως τις θάλασσες του κόσμου».

Στη συγκεκριμένη εμφάνιση, εκτός από επιλεγμένα μελοποιημένα ποιήματα του Καββαδία, θα εντάξουμε αρκετά τραγούδια από την προσωπική μου δισκογραφία, αλλά και παλιά, νοσταλγικά λαϊκά κομμάτια σπουδαίων Ελλήνων συνθετών που αγαπώ ιδιαίτερα. Πρόκειται για τραγούδια που μιλούν για λιμάνια, θάλασσες και μέρη της Μεσογείου, καθώς και ορισμένα παραδοσιακά ακούσματα. Όλο αυτό το υλικό θα το φέρουμε με τον δικό μας εσωτερικό και ιδιαίτερο τρόπο στο σήμερα, μέσα από τη λιτή συνθήκη του πιάνου και της φωνής. Στη συνέχεια, με μεγάλη ανυπομονησία, ετοιμαζόμαστε να μεταφέρουμε το αφιέρωμα στον Καββαδία στην Κίμωλο, στο ιδιαίτερο φεστιβάλ του νησιού που γίνεται κάθε χρόνο, για δύο εμφανίσεις στις αρχές και στα τέλη Αυγούστου, με τις ακριβείς ημερομηνίες να ανακοινώνονται πολύ σύντομα.

Το ταξίδι όμως δεν σταματά εκεί, καθώς μας ζητούν την παράσταση από πολλές ακόμα πόλεις και νησιά της χώρας. Ήδη σχεδιάζουμε τα επόμενα βήματα για τον χειμώνα, όπου το αφιέρωμα θα συνεχίσει την πορεία του στην ελληνική περιφέρεια, ενώ θα επιστρέψει και στην Αθήνα, σε έναν πολύ ιδιαίτερο χώρο που προς το παρόν παραμένει έκπληξη και δεν μπορώ ακόμα να ανακοινώσω. Δισκογραφικά, αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει κάτι άμεσο στα σκαριά, καθώς η ενέργειά μου είναι δοσμένη στις ζωντανές εμφανίσεις. Ωστόσο, γράφω συνεχώς καινούργια πράγματα στην κιθάρα μου. Ευελπιστώ μέσα στο 2027 να έχω κατασταλάξει απόλυτα στο τι ακριβώς θέλω να πω σε αυτό το επόμενο βήμα, ώστε να μπω στο στούντιο και να ξεκινήσω τις ηχογραφήσεις. 

 

14. Αν μπορούσατε να στείλετε ένα μήνυμα σε έναν νέο άνθρωπο που ξεκινάει τώρα τα βήματά του στο τραγούδι και ονειρεύεται μια πορεία σαν τη δική σας, ποια θα ήταν η πιο πολύτιμη συμβουλή που θα του δίνατε;

Η πιο πολύτιμη συμβουλή που θα έδινα σε ένα νέο παιδί είναι να μην φοβηθεί ποτέ να βουτήξει στην προσωπική του αλήθεια και να υπηρετήσει το ένστικτό του με απόλυτη ειλικρίνεια, ακόμη κι αν αυτό το σπρώχνει κόντρα ρεύμα. Στις μέρες μας, η πίεση για γρήγορη επιτυχία και εύκολη αποδοχή είναι τεράστια, όμως η πραγματική καλλιτεχνική διάρκεια κερδίζεται μόνο όταν καταθέτεις την ψυχή σου χωρίς εκπτώσεις και φίλτρα.

Θα του έλεγα να μελετήσει, να αναζητήσει σπουδαία κείμενα και αντισυμβατικά ακούσματα, αλλά κυρίως να θυμάται αυτό που μας δίδαξε ο Θάνος Μικρούτσικος για τον Καββαδία: ότι αξίζει να ζούμε σε αυτόν τον πλανήτη μόνο αν προσπαθούμε διαρκώς να ξεπεράσουμε τις προδιαγεγραμμένες μας δυνατότητες. Να μην ψάχνει για έτοιμους, ασφαλείς δρόμους. Το τραγούδι και η ερμηνεία είναι ένα συνεχές, εσωτερικό ταξίδι προς το άγνωστο. Αν καταφέρει να γίνει ο ίδιος ο «φάρος» του εαυτού του και να αγαπήσει την αναζήτηση περισσότερο από τον τελικό προορισμό, τότε ο κόσμος θα το εισπράξει, θα τον ακολουθήσει και θα του το ανταποδώσει με την πιο βαθιά σιωπή και το πιο θερμό χειροκρότημα.

 

15. Κλείνοντας, και αφού σας ευχαριστήσουμε θερμά για αυτή τη συζήτηση, με ποιους στίχους του Καββαδιά (ή δικούς σας) θα θέλατε να προσκαλέσετε τους αναγνώστες του TheLook.Gr στην «Απανεμιά»;

Εγώ σας ευχαριστώ θερμά για αυτή την πολύ όμορφη και ουσιαστική κουβέντα. Θα ήθελα να κλείσω και ταυτόχρονα να προσκαλέσω τους αναγνώστες του TheLook.gr στην «Απανεμιά» στις 2 Ιουνίου, με τους αγαπημένους στίχους του Κόλια από το «Γράμμα σ’ έναν ποιητή»: «Μακρυά, πολύ μακρυά να ταξιδεύουμε, και ο ήλιος πάντα μόνος να μας βρίσκει, εσύ τσιγάρο Κάμελ να καπνίζεις κι εγώ σε μια γωνιά να πίνω ουίσκυ. Οι πολιτείες οι ξένες να μας δέχονταν, οι πολιτείες οι πιο απομακρυσμένες…» Μέσα από τα λιμάνια και τα ταξίδια του Καββαδία, σκοπεύουμε να δημιουργήσουμε τις δικές μας μουσικές «πολιτείες» εκείνο το βράδυ. Κι ας είναι άγνωστες στην αρχή για τον καθένα μας, ο στόχος είναι στο τέλος της παράστασης να έχουν γίνει οικείες και αγαπημένες. Σας περιμένουμε λοιπόν στην Απανεμιά, σε απόσταση αναπνοής, για να ταξιδέψουμε μαζί.

 

Ακολουθείστε τον Χρήστο Κωνσταντόπουλο στα Social Media: