Ο Ηλίας Φουντούλης επιστρέφει στο καλοκαίρι του 1993 και σε έναν γνώριμο ελληνικό λαϊκό μύθο, ξυπνώντας μνήμες από τα παιδικά μας χρόνια, τότε που μια ιστορία μπορούσε να μας τρομάξει περισσότερο από την ίδια την πραγματικότητα…

Υπάρχει μια στιγμή, κάπου ανάμεσα στο καλοκαιρινό μεσημέρι και στο απόγευμα, που μοιάζει να έχει χαθεί από τη ζωή μας. Είναι εκείνη η ώρα που οι δρόμοι άδειαζαν από κόσμο, τα παντζούρια έκλειναν για να κρατήσουν έξω τη ζέστη και οι φωνές των μεγάλων ακούγονταν από τα ανοιχτά παράθυρα: “Μπες μέσα. Είναι ώρα για ύπνο”. Κι εμείς, παιδιά ακόμη, προσπαθούσαμε να κερδίσουμε λίγα λεπτά παιχνιδιού, μια τελευταία βόλτα με το ποδήλατο, λίγο ακόμη καλοκαίρι πριν μας κλείσουν στο σπίτι για…ύπνο…

Τα καλοκαίρια εκείνα είχαν τη δική τους μυρωδιά, τον δικό τους ήχο και τους δικούς τους μικρούς φόβους. Μύριζαν χώμα και γιασεμί, αντηλιακό και καρπούζι. Είχαν τη γεύση του παγωτού που έλιωνε πριν προλάβουμε να το τελειώσουμε και τον ήχο από τα τζιτζίκια που δεν σταματούσαν ούτε λεπτό. Κι είχαν ιστορίες… Ιστορίες που ακούγαμε από τους μεγαλύτερους, άλλες για να γελάσουμε κι άλλες για να καθίσουμε φρόνιμα. 

Μία από αυτές ήταν και η ιστορία του Μεσημερά. Από αυτή τη μικρή, σχεδόν ξεχασμένη γωνιά της ελληνικής λαϊκής παράδοσης ξεκινά ο Ηλίας Φουντούλης το πρώτο του μυθιστόρημα, με τίτλο “Ο Μεσημεράς”, που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Κλειδάριθμος. Το σκηνικό είναι ένα χωριό της ορεινής Αρκαδίας, το καλοκαίρι του 1993. Μια παρέα παιδιών επιστρέφει για τις διακοπές της, σε έναν τόπο που μοιάζει οικείος και ασφαλής. Έναν τόπο όπου ο χρόνος κυλά διαφορετικά, οι άνθρωποι γνωρίζονται μεταξύ τους και οι παλιές ιστορίες εξακολουθούν να βρίσκουν τον δρόμο τους από τη μία γενιά στην επόμενη…

Το ενδιαφέρον στον «Μεσημερά» βρίσκεται, εξαρχής, στην ίδια την ιδέα του. Ο συγγραφέας δεν αναζητά τον τρόμο σε κάποιο μακρινό, άγνωστο μέρος. Τον φέρνει πίσω σε έναν κόσμο που πολλοί από εμάς αναγνωρίζουμε…. Στο ελληνικό χωριό, στις καλοκαιρινές διακοπές, στις ώρες της μεσημεριανής σιέστας και στις προειδοποιήσεις των γονιών μας που τότε θεωρούσαμε υπερβολικές.

Πόσες φορές δεν ακούσαμε μικροί πως υπάρχουν πράγματα που δεν πρέπει να κάνουμε?  Ο Φουντούλης,  επιστρέφει σε αυτόν τον μύθο και θέτει ένα ερώτημα που μοιάζει απλό, αλλά κρύβει μέσα του ολόκληρη τη γοητεία του τρόμου… Τι θα συνέβαινε αν εκείνο που κάποτε μας έλεγαν για να φοβηθούμε είχε τελικά μια δόση αλήθειας?

Εδώ η νοσταλγία αρχίζει να αποκτά μια διαφορετική όψη. Ήταν και η εποχή που δεν μπορούσαμε πάντοτε να ξεχωρίσουμε το πραγματικό από το φανταστικό. Ένα σκοτεινό δωμάτιο αρκούσε για να γεννήσει χίλιες σκέψεις. Ένας ανεξήγητος θόρυβος μπορούσε να μετατρέψει μια συνηθισμένη νύχτα σε περιπέτεια. Και μια ιστορία που είχαμε ακούσει το πρωί μπορούσε να μας ακολουθεί μέχρι την ώρα που θα κλείναμε τα μάτια μας.

Αυτή η διπλή όψη της μνήμης είναι που κάνει την επιστροφή στον κόσμο του «Μεσημερά» ενδιαφέρουσα.  Και ίσως γι’ αυτό οι ιστορίες τρόμου που συνδέονται με την παιδική ηλικία να έχουν μια ξεχωριστή δύναμη. Δεν χρειάζεται να μας πείσουν ότι το τέρας υπάρχει… Αρκεί να μας θυμίσουν πως κάποτε φοβόμασταν ότι μπορεί να υπάρχει…

Η επιλογή της ορεινής Αρκαδίας και της δεκαετίας του ’90 δίνει στην ιστορία ένα συγκεκριμένο πολιτισμικό και χρονικό πλαίσιο. Το χωριό λειτουργεί απλώς σαν ένας κόσμος με τους δικούς του ρυθμούς, τις δικές του συνήθειες και τις δικές του παραδόσεις…

Σε αυτόν τον κόσμο, οι λαϊκές δοξασίες δεν αποτελούν απλώς κατάλοιπα του παρελθόντος. Επιβιώνουν μέσα από τις αφηγήσεις των ανθρώπων, τις οικογενειακές συνήθειες και τις προειδοποιήσεις που μεταφέρονται από γενιά σε γενιά. Ακόμη κι όταν κανείς δεν δηλώνει πως τις πιστεύει πραγματικά, εξακολουθούν να αποτελούν μέρος της κοινής μας μνήμης. 

Ο Μεσημεράς, είναι μια αφορμή να θυμηθούμε πόσο πλούσια είναι η ελληνική λαϊκή φαντασία και πόσες ιστορίες παραμένουν ακόμη ζωντανές, περιμένοντας κάποιον να τις αφηγηθεί ξανά…

Ίσως το πιο ενδιαφέρον στοιχείο αυτής της επιστροφής στην παιδική ηλικία να μην αφορά τελικά το υπερφυσικό, αλλά την ίδια την ενηλικίωση… Τα παιδιά του βιβλίου βρίσκονται σε έναν κόσμο που γνωρίζουν, αλλά αρχίζουν σταδιακά να αντιλαμβάνονται διαφορετικά. Όπως συμβαίνει σε κάθε παιδική ηλικία, έρχεται κάποια στιγμή που η περιέργεια υπερισχύει της υπακοής και η ανάγκη να ανακαλύψεις την αλήθεια γίνεται μεγαλύτερη από την επιθυμία να παραμείνεις ασφαλής…

Κάπως έτσι μεγαλώνουμε όλοι. Αμφισβητούμε όσα μας έμαθαν, αναζητούμε τις δικές μας απαντήσεις και αφήνουμε πίσω μας τις βεβαιότητες που κάποτε μας προστάτευαν. Μόνο που η ενηλικίωση έχει και το δικό της τίμημα…. Μαζί με τους παιδικούς φόβους χάνουμε σταδιακά και ένα κομμάτι από εκείνη την ανεξάντλητη φαντασία που έκανε τον κόσμο να μοιάζει απέραντος…

Δεν χρειάζεται να έχουμε περάσει όλοι τα ίδια καλοκαίρια για να αναγνωρίσουμε αυτό το συναίσθημα. Άλλοι μεγάλωσαν σε χωριά, άλλοι σε πόλεις, άλλοι πέρασαν τις διακοπές τους δίπλα στη θάλασσα. Κοινός τόπος, όμως, παραμένει εκείνη η αίσθηση πως το καλοκαίρι στην παιδική ηλικία διαρκούσε περισσότερο, πως οι ημέρες είχαν περισσότερο χώρο και πως ακόμη και οι πιο απλές στιγμές μπορούσαν να μετατραπούν σε αναμνήσεις μιας ολόκληρης ζωής…

Και κάπου ανάμεσα σε όλες αυτές τις αναμνήσεις υπήρχαν και οι φόβοι μας…

Εκείνοι που σήμερα μπορεί να μας κάνουν να χαμογελάμε, αλλά τότε έμοιαζαν απολύτως αληθινοί…

Ίσως τελικά να μη φοβόμασταν τόσο τον Μεσημερά όσο την ίδια τη στιγμή που έπρεπε να σταματήσει το παιχνίδι, να κλείσει η πόρτα και να μείνουμε μόνοι με τη φαντασία μας…

Και ίσως γι’ αυτό, ακόμη και σήμερα, όταν το καλοκαιρινό μεσημέρι βυθίζεται στην απόλυτη ησυχία, να υπάρχει μέσα μας ένα μικρό κομμάτι που θυμάται…

Ένα κομμάτι που δεν μεγάλωσε ποτέ εντελώς…

Ένα κομμάτι που, για μια στιγμή, αναρωτιέται αν όλες εκείνες οι ιστορίες ήταν πράγματι μόνο ιστορίες…

Κεντρική φωτογραφία κειμένου: Μαρία Χαρίτου κάπου στη Βαλέτα της Μάλτας.

Από τις εκδόσεις Κλειδάριθμος