Από τον Heretic κριτικό Γιάννη Κρουσίνσκυ

Από άποψη κινηματογραφικού παλμού, το δραματικό σοκαριστικό περιεχόμενο του σεναρίου σε συνδυασμό με τη μεθοδική προσέγγιση της σκηνοθεσίας, έχουν πράγματι βρει έναν δικό τους ρυθμό, που δημιουργεί αγωνία, απρόβλεπτη εξέλιξη, καθώς και ένταση στον θεατή!

Η ταινία του Λανς Όπενχαϊμ, με τη δημοσιογραφική αντικρουόμενη φιλοσοφία του ημι-μυθοπλαστικού Κρις Χάνσεν, θα ακονίσει την κριτική σκέψη των θεατών. Ακόμη και αν διαφωνούν μεταξύ τους, για την προσέγγιση της ταινίας.

Οφείλουμε να παρακολουθήσουμε πέραν του σκηνοθέτη Λανς Όπενχαϊμ και την εξελικτική πορεία -με περιθώρια βελτίωσης- του υποσχόμενου σεναριογράφου Αζόν Σινγκ.

Ωστόσο, εάν δεν ήταν ο έμπειρος Ρόμπερτ Πάτινσον πρωταγωνιστής, αυτό το έργο δεν θα αποκτούσε τόση εκφραστικότητα!

Ανάλυση

Εισαγωγή…

Η ταινία “Primetime” (2026), του σεναριογράφου Αζόν Σινγκ και του σκηνοθέτη Λανς Όπενχαϊμ, επιχειρεί να αποδώσει κάτι το ρεαλιστικό και αμήχανα ανθρώπινο από την αληθινή τηλεοπτική προσωπικότητα ενός ιδιαίτερου Αμερικανού δημοσιογράφου. Ενός δημοσιογράφου που παλιότερα έκανε στην καριέρα του ενδιαφέρουσες έρευνες και αποκαλύψεις, που βραβεύτηκε πολλές φορές, αλλά που στη συνείδηση πολλών τηλεθεατών έμεινε τελικά σαν πιο γνωστός ρεπόρτερ των mass media της δεκαετίας του 2000. Σαν ο φιλόδοξος, μαζικά προβεβλημένος, δημοσιογράφος Κρις Χάνσεν.

Ως ρεπόρτερ – παρουσιαστής στο κανάλι θεματικών για reality shows, Dateline NBC, ο αληθινός Χάνσεν διέθετε τη σοκαριστική αμερικάνικη τηλεοπτική εκπομπή “To Catch A Predator.” Αυτή λειτουργούσε διερευνητικά με τολμηρό, ημι-παραβατικό και συνάμα αποτελεσματικό τρόπο. Φυσικά, πρόθεσή της ήταν να αναπτύξει μεθόδους που θα εξασφάλιζαν μεγάλη τηλεθέαση. Ωστόσο σκοπός της, παρέμενε να ξεσκεπάζει παιδόφιλους – παιδεραστές. Να τους εκθέτει τηλεοπτικά. Και εν τέλει, να τους καταγράφει να οδηγούνται σε άμεση αστυνομική σύλληψη (καθότι η εκπομπή συνεργαζόταν με αστυνομικές αρχές).

Όλα αυτά, σε ζωντανά καταγεγραμμένο τηλεοπτικό – δημοσιογραφικό χρόνο, από τη στιγμή που η εκπομπή βρισκόταν κάθε φορά ένα μόλις βήμα πριν δράσουν οι παιδεραστές. Οπότε τους έπιανε επ’ αυτοφώρω και τότε ο δημοσιογράφος Χάνσεν έβγαινε στα πλάνα κρατώντας τα χαρτιά των καταγεγραμμένων διαδικτυακών συνομιλιών των δραστών. Οι δράστες είχαν ήδη κάνει συζητήσεις ερωτικού περιεχομένου στο ίντερνετ με ανήλικα άτομα, οπότε μέχρι εκείνο το στάδιο θεωρούνταν παιδόφιλοι. Όταν όμως εμφανίστηκαν σε ιδιωτικούς χώρους συνάντησης με τα ανήλικα άτομα, με σκοπό την παιδεραστία, πέρασαν σε άλλο στάδιο. Πρακτικά βεβαίως, τα άτομα που συζήτησαν διαδικτυακά μαζί τους και με τα οποία συναντήθηκαν σε ιδιωτικούς χώρους, ήταν ενήλικα πρόσωπα – “δολώματα” που παρίσταναν τους ανήλικους. Απεσταλμένα δολώματα από τη δημοσιογραφική εκπομπή του Χάνσεν “To Catch A Predator.”

Η εκπομπή επικρίθηκε, διότι ήταν εμφανής η πρόθεσή της για υψηλά νούμερα τηλεθέασης και όχι τόσο για την κοινωνική της συνδρομή. Επίσης, επειδή δεν διέθετε αξιόπιστες νομικές γνώσεις και πολλοί δράστες τελικά δεν καταδικάζονταν. Ωστόσο, κάποιες εξελίξεις κατά τις τηλεοπτικές αποκαλύψεις ήταν ακραίες. Μια περίπτωση θύτη αφορούσε δημόσιο πρόσωπο και μάλιστα σε θεσμικό ρόλο, όπου τότε η κατάσταση ξέφυγε εντελώς και επηρέασε το μέλλον της εκπομπής. Το σενάριο της ταινίας “Primetime” βασίζεται στο άρθρο του Λουκ Ντίτριχ “Tonight On Dateline This Man Will Die”, όπου περιγραφόταν η αληθινή αυτοκτονία του βοηθού εισαγγελέα, Μπιλ Κόνραντ. Εκείνος αυτοπυροβολήθηκε, επειδή πιάστηκε από την τηλεοπτική εκπομπή αυτή, να έχει ήδη συνομιλήσει διαδικτυακά και να έχει ανταλλάξει φωτογραφίες σε τόνους ερωτικού περιεχομένου με (ενήλικο άτομο της ομάδας παγίδευσης που παρίστανε το) ανήλικο αγόρι.

Γενικώς…

Πράγματι λοιπόν, στην ταινία “Primetime” (2026) του Λανς Όπενχαϊμ βρισκόμαστε σεναριακά πίσω στο έτος 2006 και στον τότε μιντιακό Κόσμο του φιλόδοξου παρουσιαστή, Κρις Χάνσεν. Έναν ανταγωνιστικό Κόσμο, δημοσιογραφικής επιβεβαίωσης σε καθημερινή βάση, με τα απαραιτήτως κατακτηθέντα νούμερα τηλεθέασης. Αλλά και με μια εσωτερική ανάγκη, αυτοσκοπού του Χάνσεν, προκειμένου η τηλεοπτική εκπομπή του να αποτελέσει κοινωνικά Λειτούργημα, εντοπίζοντας και οδηγώντας σε σύλληψη παιδόφιλους – παιδεραστές. Βεβαίως έτσι όπως κινείται η ταινία, αυτοί που συλλαμβάνονταν ήταν εν δυνάμει παιδεραστές.

Στην πρώτη του ταινία Μυθοπλασίας Μεγάλου Μήκους, “Primetime”, ο σκηνοθέτης Λανς Όπενχαϊμ, πραγματοποιεί ένα αρκετά σύνθετο κινηματογραφικό σκεπτικό, που καταφέρνει να το μετατρέψει και να το παρουσιάσει επικοινωνιακά, σαν κάτι το πιο απλοποιημένο. Δηλαδή επιχειρεί μέσα από τη βασική εξέταση μίας μόνο, ιδιαίτερης μα δύσκολης, Θεματικής (φαινομενικά απλοποιημένο σκεπτικό με κάποιες απαιτήσεις), τελικά να ασχοληθεί ενδοσκοπικά με την περαιτέρω ανάδειξη και ανάλυση αρκετών παραγόντων αυτής (αρκετά πιο σύνθετο σκεπτικό). Ας τα πάρουμε όμως, ένα ένα.

Η Θεματική της ταινίας αφορά ξεκάθαρα την αποφασιστική δημοσιογραφική δράση, που οδήγησε αποκαλυπτικά στη δημόσια έκθεση και κατακραυγή των (εν δυνάμει) παιδεραστών – θυτών, φράζοντάς τους τον ανήθικο δρόμο. Καθότι εκείνοι αναμενόταν να δράσουν επάνω σε ανήλικα θύματα σεξουαλικής κακοποίησης ή αποπλάνησης. Ενώ οι αναδεδειγμένοι και πιο αναλυτικοί παράγοντες σεναρίου και κινηματογραφικής αφήγησης, εντός αυτής της Θεματικής του έργου, ουσιαστικά συνιστούν ένα τριπλό φάσμα επικρατούσας σκηνοθετικής παρατήρησης. Εκεί, η κυρίαρχη σκηνοθεσία του Όπενχαϊμ κατορθώνει:

Α) Να παρουσιάσει το σκεπτικό μιας διπλής δημοσιογραφικής φιλοσοφίας (εγωιστική επιδίωξη τηλεθέασης / αλτρουιστική επιδίωξη ξεμπροστιάσματος παιδεραστών) σύμφωνα με την αντιφατική οπτική του σεναριακού κεντρικού ήρωα, δημοσιογράφου Κρις Χάνσεν. Β) Να ρίξει εκτυφλωτικό φως, στην κατάληξη των ζοφερών δραστών – θυτών με την τιμωρία τους, διότι εκείνοι πιάστηκαν ακριβώς ένα βήμα πριν από την ανήθικη πράξη που θα έκαναν επάνω σε ανήλικα θύματα σεξουαλικής κακοποίησης – αποπλάνησης. Γ) Να προσπαθήσει να εντοπίσει, την ουδέτερη ψυχοσύνθεση ενδιάμεσων χαρακτήρων. Όπως ο χαρακτήρας του 23χρονου ηθοποιού Νταν Πλαμ, που συνεργαζόταν με την τηλεοπτική δημοσιογραφική εκπομπή “To Catch A Predator”, παριστάνοντας τον 13χρονο, ως ερωτικό “δόλωμα” για τους θύτες.

Όπως θα διαπιστώσατε μόλις, από την τρίτη περίπτωση (Γ) του όλου τριπλού φάσματος σκηνοθετικής παρατήρησης, στην εκπομπή του παρουσιαστή Κρις Χάνσεν υπάρχει μια καθοριστική λεπτομέρεια. Ένα επιτελείο συνεργατών που μεριμνά, ώστε πρώτα να ξεγελάσει και έπειτα να ξεσκεπάσει τους θύτες! Πως το πετυχαίνει αυτό η ομάδα του; Η σημαντική λεπτομέρεια, βρίσκεται στο κρίσιμο ενδιάμεσο στάδιο, της “παγίδευσης” των θυτών. Εκεί ακριβώς, οι συνεργάτες του Χάνσεν χρησιμοποιούν κάθε φορά έναν ενήλικο ηθοποιό – δόλωμα, που παριστάνει τον 13χρονο έφηβο. Τώρα, ο 23χρονος Νταν Πλαμ παριστάνει τον 13χρονο έφηβο. Ενώ η νεαρή ενήλικη κοπέλα Ντελ Χάρβεϊ, παρουσιάζεται σαν αγόρια ή κορίτσια, που δήθεν βρίσκονται σε εφηβική ηλικία.

Η ταινία ασχολείται πολύ με την ουδέτερη οπτική γωνία του χαρακτήρα Νταν, που έπαιξε το δόλωμα (Decoy-Dan). Εκείνος απλώς ψάχνει ένα καλλιτεχνικό ξεκίνημα, ώστε να καθιερωθεί ως ηθοποιός με κάρτα επαγγελματικής πιστοποίησης, την οποία φιλοδοξεί να λάβει από το σχετικό Σωματείο Ηθοποιών. Ο Νταν αρχικώς δεν έχει καταλάβει καν που βρίσκεται. Ο Νταν είχε συνηθίσει, σε καταγεγραμμένες οντισιόν να τραγουδά, για να προωθήσει τη δουλειά του. Στις πρώτες ημέρες των γυρισμάτων της εκπομπής “To Catch A Predator”, ο Νταν θα αργήσει να ακούσει το ξυπνητήρι του και θα μπει αργοπορημένος και μουδιασμένος στο γύρισμα. Θα τον βοηθήσει η πανέξυπνη παραγωγός Άντυ. Όμως ο πρώτος θύτης, θα τον σοκάρει.

Ιδιαίτερη, είναι η φιλική σχέση του Νταν με έναν γνωστό του, τον Τρόϊ, ο οποίος στην αρχή τον ενθάρρυνε για τον ρόλο του εφήβου – δολώματος. Αλλά μετά είχε ανταγωνισμό μαζί του, ως άλλος ονειροπόλος εκκολαπτόμενος ηθοποιός (για άλλες επαγγελματικές ευκαιρίες). Πραγματικά κομβική όμως για τον Νταν, είναι η πατρικής μορφής προσέγγιση από τον παρουσιαστή Κρις Χάνσεν. Ο Χάνσεν κάνει τον Νταν να ξεχάσει, ότι παραλίγο να του ορμούσε σεξουαλικά ένας θύτης. Ο Χάνσεν του υπενθυμίζει την αντρική φιλία. Επιπλέον του εξηγεί στην πορεία, ότι στην εκπομπή υπάρχει κάτι ανώτερο από τη δημοσιογραφία και τις ερμηνείες των ρόλων. Δηλαδή μια ανώτερη ιδέα, κοινωνικής εξυγίανσης.

Η ταινία, δεν μας δείχνει σχεδόν καθόλου τη ζοφερή οπτική γωνία των παιδεραστών, αλλά επικεντρώνεται συχνάκις στο βίωμα του επιτελείου της τηλεοπτικής εκπομπής που τους έπιανε δημοσιογραφικά. Εκεί, από τη μια πλευρά φαίνεται η εγωιστική ανθρώπινη επιθυμία όλων στην παραγωγή της εκπομπής “To Catch A Predator”, για επίτευξη υψηλής τηλεθέασης. Ενώ από την άλλη, διακρίνεται μια πιο σπάνια φιλοσοφία. Αυτή του ευσυνείδητου ενημερωτικού Λειτουργήματος – Καθήκοντος, έχοντας ως προέκταση την κοινωνική εξυγίανση, που προκύπτει από το ξεσκέπασμα τέτοιων δραστών. Ωστόσο, η εκπομπή λειτουργεί με έναν δικό της κώδικα, που ισορροπεί περίεργα στους νόμους, μολονότι ακόμη και οι συζητήσεις των εν δυνάμει παιδεραστών είναι ηθικά κολάσιμες και ποινικά επιλήψιμες (δηλαδή ο Χάνσεν ακόμη και όλο το δίκιο του Κόσμου να έχει με το μέρος του, δεν είναι ούτε εισαγγελέας, ούτε ντετέκτιβ).

Ωστόσο η ταινία δεν εξετάζει πολύ το εάν ο Χάνσεν παριστάνει τον δικαστή, αλλά περισσότερο παρουσιάζει τις δύο αντικρουόμενες φιλοσοφίες του. Δηλαδή, τηλεθέαση και Λειτούργημα! Οι δύο αντικρουόμενες φιλοσοφίες, περιστρέφονται συνεχώς μέσα στο μυαλό του Κρις Χάνσεν. Αλλά στην ουσία, η επιθυμία της κοινωνικής εξυγίανσης εν συνόλω (με τον εντοπισμό, την αποκάλυψη και τη σύλληψη των εν δυνάμει παιδεραστών) κυριαρχεί στη δημοσιογραφική σκέψη του. Και αυτή η επιθυμία εξυγίανσης, διαθέτει μια εσωτερικευμένη πηγή στην όλη φιλοσοφία του Χάνσεν. Να πιάνονται όλο και περισσότεροι θύτες παιδικής σεξουαλικής κακοποίησης ή αποπλάνησης, διότι ο Κρις Χάνσεν ένιωθε, ότι έτσι εξάγνιζε από ένα “αρχέγονο κακό” την αμερικανική κοινωνία! Για την ακρίβεια, από ένα αρχέγονο κακό, το οποίο ο ίδιος κατανόησε πως όντως υφίσταται σε όλο τον Κόσμο, όταν παλιότερα σε απαιτητική δημοσιογραφική έρευνα που πραγματοποίησε στην Ινδία (τη δεκαετία του 1990) ο Χάνσεν παρατήρησε, μυστηριώδεις εξαφανίσεις παιδιών…

Στην ταινία του Λανς Όπενχαϊμ δεν είναι ολόϊδια η ζωή του αληθινού προσώπου Κρις Χάνσεν (π.χ. εδώ υπονοείται ότι ο γάμος του κατέρρευσε τότε. Όσο για τις επαγγελματικές του διευρυμένες σκέψεις; Θυμίζω, ταινία Fiction βλέπουμε). Έπειτα, αποδίδεται κινηματογραφικά, ένας συνδυασμός, ρεαλιστικής αλλά και μυθοπλαστικής, ακολουθίας δραματικών εξελίξεων. Οι δραματικές αυτές εξελίξεις σκιαγραφούνται από τα αποκαλυπτικά επεισόδια της τολμηρής τηλεοπτικής εκπομπής, με ηχηρό τίτλο “To Catch A Predator.” Μια εκπομπή που –όπως χαρακτηριστικά επισημαίνει και ο τίτλος της ταινίας για τη ζώνη υψηλών προβολών “Primetime”– κατέληξε να αποτελεί βαρόμετρο τηλεθέασης! Φτάνοντας έτσι εν έτει 2006, να κονταροχτυπιέται σε αναμέτρηση ζώνης τηλεθέασης ακόμη και με την πασίγνωστη τηλεοπτική σειρά “Lost” (η οποία τότε είχε κάνει θραύση).

Συμπερασματικά

Η υψηλή τηλεθέαση της εκπομπής “Το Catch A Predator” επηρεάζει άμεσα τους κεντρικούς ήρωες της ταινίας. Η δουλειά αυτή, είναι η ζωή τους! Τόσο εξαιτίας της υπερβατικής ενέργειας, συνεισφέροντας διαδραστικά στη σύλληψη των εν δυνάμει παιδεραστών, όσο και λόγω της εντατικής προσπάθειας του οργανωτικού επιτελείου της ίδιας εκπομπής, προκειμένου να αναπτύξουν υψηλά νούμερα τηλεθέασης. Μα πιο πολύ από όλους, αυτό το δίπολο επηρεάζει τον Χάνσεν. Επομένως, ο εύστοχος τίτλος της ταινίας “Primetime”, αντικατοπτρίζει ιδανικά τον εννοιολογικά Προβεβλημένο πυρήνα της αναπόσπαστης διπλής δημοσιογραφικής φιλοσοφίας του Χάνσεν (τηλεθέαση / ξεμπρόστιασμα δραστών), που εξετάζεται από το έργο.

Ένα έργο, που δεν κρίνει αυτή την παράτολμη και εκτός εγχειριδίου ενδεδειγμένων κανόνων δημοσιογραφική άποψη, του χαρακτήρα Χάνσεν. Απλώς την παρατηρεί. Μια αντιμαχόμενη δημοσιογραφική φιλοσοφία, την οποία όχι μόνο διέθετε στο σενάριο ο παρουσιαστής Κρις Χάνσεν, αλλά τη μετέδιδε και στους άλλους. Το έργο έχει και μια στοιχειώδη κοινωνικοπολιτική ματιά. Διότι μιλά για σύλληψη, εκδίκαση, φυλάκιση των παιδεραστών. Ενώ φαίνεται να διαφοροποιείται από απόλυτες θέσεις άλλων ανθρώπων, όπως εκείνος που βρισκόταν στο αεροπλάνο δίπλα στον Κρις Χάνσεν. Και που ήθελε να θανατώνονται, όσοι πιάνονταν στην εκπομπή (απρόβλεπτος ρόλος από τον ηθοποιό Κριντ Μπράτον, που είχε παίξει στην κωμική σειρά “The Office”). Βεβαίως, το έργο μάς κάνει να αμφιβάλουμε λίγο τότε, για το ποιος ακριβώς μπορεί να στεκόταν απέναντι στον Χάνσεν… Ο Χάνσεν πάντως μεριμνά μόνο στο να συλληφθούν οι δράστες.

Φυσικά, το έργο εστιάζει διαρκώς από διάφορες οπτικές γωνίες στον εμπνευστή και καθρέφτη της εκπομπής, στον σεναριακά ημι-μυθοπλαστικό αυτό δημοσιογράφο – παρουσιαστή, Κρις Χάνσεν. Σύμφωνα με τη δομή της κινηματογραφικής αφήγησης της ταινίας, αυτός ο κυρίαρχος κεντρικός ήρωας του έργου, διαθέτει επαναλαμβανόμενα ψυχολογικά μοτίβα με πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα στο χαρακτήρα του. Πιο συγκεκριμένα, η μάχη στην ψυχοσύνθεση του Χάνσεν συνεχίζεται σε άλλα μονοπάτια του μυαλού. Αφενός δείχνει έναν άνθρωπο, ο οποίος λόγω της καριέρας του δίνει βάση στη διάσωση των παιδιών, της οικογένειας, της κοινωνίας. Αφετέρου παρουσιάζει έναν άνθρωπο, που έχει αγνοήσει παντελώς την ίδια του την οικογένεια. Δηλαδή δεν βλέπει καθόλου τακτικά τους δύο γιους του. Και όχι μόνο αυτό, αλλά έχει απατήσει και τη Μαίρη Τζόαν, τη σύζυγό του!

Βεβαίως η αίσθηση υποκρισίας και ντροπής που βιώνει ο Χάνσεν, ως μη ιδανικός οικογενειάρχης (απατούσε τη γυναίκα του με μια άλλη κοπέλα έχοντας εφήμερη ερωτική σχέση, εκβιάζεται δημοσιογραφικά για τούτη την απιστία του και ο ίδιος εξακολουθεί να ζητά δεύτερες ευκαιρίες από την ενήμερη πια σύζυγο Μαίρη Τζόαν), δεν έχει ΚΑΜΊΑ απολύτως λογική σύγκρισης, με το να παραβρεθεί ο Χάνσεν –έστω και νοητά- δίπλα στην εν κρυπτώ ζωή των παιδεραστών. Εξυπακούεται, ότι αυτό ψυχολογικά και σωματικά δεν ταιριάζει καθόλου. Και θα ήταν, όχι απλά μια από τις μεγάλες αδυναμίες του σεναρίου, αλλά παραλογισμός με γιγάντιο σεναριακό ατόπημα! Όμως επειδή υπάρχει ο “κιτρινισμένος” δημοσιογραφικός εκβιασμός για την επιζήμια γνωστοποίηση της απιστίας του Χάνσεν, το σενάριο μάς οδηγεί να συμπεράνουμε κάτι άλλο, που απεναντίας είναι ορθολογικό. Ότι ο Χάνσεν ίσως να φοβόταν, όχι την παρατήρηση εκλογικευμένων ανθρώπων για την εξωσυζυγική του σχέση, ούτε φυσικά να συγκρίνει ο ίδιος το απόλυτο κακό με τα ανθρώπινα λάθη, αλλά το πώς θα φαινόταν με “κίτρινη” δημοσιογραφία η απιστία προς τα έξω! Στην απερίσκεπτη μάζα! Ότι ο επαγγελματικά καθαρός δημοσιογράφος που εξυγιαίνει την κοινωνία, έχει “βρωμίσει” την προσωπική του, οικογενειακή ζωή. Άρα οι φοβικές τύψεις του Χάνσεν βρίσκονται εκεί. Όπως και στο ότι ο ίδιος πιστεύει στον θεσμό της οικογένειας, τον οποίο νιώθει πως δεν τον σεβάστηκε…

Το σενάριο καταφέρνει μέσα στη σκοτεινή του πλοκή να βρει κάποια τυφλά σημεία, με λυτρωτικό χιούμορ. Όπως ο αρκετά αστείος, ανώριμος δημοσιογραφικός ανταγωνισμός, του Κρις Χάνσεν με τον ρεπόρτερ – παρουσιαστή ειδήσεων Στόουν Φίλιπς (ο οποίος είχε εμφανώς καλύτερα ρεπορτάζ εκείνη την περίοδο στην καριέρα του). Επιπροσθέτως, από άποψη κινηματογραφικού παλμού που πείθει και αποτελεί μύηση για τον θεατή, το δραματικό σοκαριστικό περιεχόμενο του σεναρίου σε συνδυασμό με τη μεθοδική προσέγγιση της σκηνοθεσίας, έχουν πράγματι βρει έναν δικό τους ρυθμό, που δημιουργεί αγωνία, απρόβλεπτη εξέλιξη, καθώς και ένταση στον θεατή! Μαζί με τη διεύθυνση φωτογραφίας έχουν δημιουργήσει Εικόνες, που μιλούν από μόνες τους. Τα χρώματα στα κινηματογραφικά κάδρα της ταινίας εκφράζουν ψυχρότητα (μπλε αποχρώσεις) και θέρμη (κάπως πορτοκαλί αποχρώσεις), κυρίως ως προς τα αντικρουόμενα και αλλαγμένα ψυχολογικά συναισθήματα, του προσώπου Κρις Χάνσεν. Οι ερμηνείες τραβούν την προσοχή του θεατή. Ποιοτική η Μέριτ Γουίβερ, με φωνητική προσέγγιση και εκφράσεις (ως ρόλος της παραγωγού Άντυ). Αρκετά καλός, ο Σκάϊλερ Τζισόντο (στο ρόλο του ουδέτερου δολώματος Νταν). Σοκαριστικά πειστικός, ο Μπομπ Άρι (στο ρόλο του θυμωμένου ραβίνου παιδεραστή).

Η καλύτερη ερμηνεία πραγματοποιήθηκε από τον *Ρόμπερτ Πάτινσον, στον πρωταγωνιστικό ρόλο του Κρις Χάνσεν (αλλά αυτό θα το δούμε παρακάτω, στην κατηγορία “Πιο Αναλυτικά” της Heretic κριτικής). Εντυπωσιάζει, η κειμενική και οπτικοποιημένη αρμονία ανάμεσα στις διαμοιρασμένες περσόνες του επιτελείου της εκπομπής “To Catch A Predator.” Σενάριο, σκηνοθεσία και μοντάζ, επιτρέπουν να αναδειχτεί, ότι η συνεργασία των Άντυ, Κρις, Νταν, Ξαβιέ, στην τηλεοπτική εκπομπή ήταν κομβική. Ενώ παράλληλα, αφήνεται χώρος στις περσόνες να ξεχωρίσουν, για την προβληματισμένη ατομικότητά τους. Επιπλέον, όσον αφορά αποκλειστικά τις υγιείς συντροφικές σχέσεις, έχουμε μια σκηνοθετική μύηση στο απειλητικό βούλιαγμα του γάμου. Δηλαδή, η οπτικοποιημένη ενότητα, στην οποία ο Χάνσεν ζητά συγχώρεση από τη γυναίκα του δίχως λόγια, είναι κινηματογραφικά εξαιρετική από άποψη σκηνοθεσίας! Αν και σύντομη, μεταφέρει μια παρατεταμένη αγωνία στην ατμόσφαιρα. Μια συμφωνία της τελευταίας ευκαιρίας, θα γίνει χωρίς χειραψία. Η Μαίρη Τζόαν ξαπλωμένη στο κρεβάτι, απλώνει το πόδι της ανάμεσα στα χέρια του παρακλητικού Χάνσεν, για να συμφωνήσει δίχως λόγια, ότι θα προχωρήσουν παρακάτω σώζοντας το γάμο.

Στον αντίποδα, οι παιδεραστές παρουσιάζονται έχοντας επαγγελματικές ιδιότητες ή κοινωνικές ιδιαιτερότητες που φαινομενικά (εάν δηλαδή κάποιος πολίτης δεν μάθαινε ποτέ ότι αυτοί είναι παιδεραστές) συνιστούν βαρόμετρο σεβασμού στην αμερικανική κοινωνία. Σκεφτείτε στιγμιαία, μόνο την επαγγελματική τους εικόνα, προς τα έξω. Στρατιωτικός, ιερέας, βοηθός εισαγγελέα. Σκεφτείτε τώρα στιγμιαία, μόνο την κοινωνική ιδιαιτερότητα, ενός αναπήρου ατόμου. Και ξαφνικά να αποκαλυφθεί, ότι όλοι τους ήταν παιδεραστές. Εδώ λοιπόν η ταινία δεν συμβιβάστηκε καλλιτεχνικά, όσον αφορά στην εξερεύνηση της Δραματουργίας της και τόλμησε να αγγίξει και να σκάψει δύσκολα σεναριακά, κοινωνιολογικά θέματα! Και μην μου πείτε, “μα ήταν αληθινό γεγονός η περίπτωση του βοηθού εισαγγελέα Κόνραντ” διότι φυσικά και ήταν, αλλά θα μπορούσε κάλλιστα το σενάριο να το αποφύγει. Αντιθέτως, το έθιξε γενναία! Ίσως κάποιοι θεατές να επικρίνουν αυτή τη συνολική, γεμάτη από ευθύτητα, ψυχοκοινωνική σεναριακή προσέγγιση. Ωστόσο, αυτή η μη αυτολογοκριμένη σεναριακή τόλμη του Αζόν Σινγκ, με βαθιές ψυχοκοινωνικές αναζητήσεις, είναι βέβαιο, ότι με τον καιρό θα εκτιμηθεί από άλλους σεναριογράφους στο χώρο του Σινεμά! Επιπλέον το έργο δεν κρίνει καμία σεξουαλικότητα, δείχνοντας ότι δεν έχει σημασία εάν κάποιος είναι ετεροφυλόφιλος ή ομοφυλόφιλος. Αλλά ορθά η ταινία τονίζει το ίδιο το νοσηρό πρόβλημα της παιδοφιλίας – παιδεραστίας, ανεξαρτήτως σεξουαλικότητας. Όμως ειλικρινά, δεν κατάλαβα, πώς γίνεται να βλέπουμε στην ταινία μόνο άντρες – θύτες για την παιδεραστία;

Έχει αποδειχθεί, ότι στην Αμερική και γυναίκες – θύτες κατά καιρούς επιχείρησαν να προσεγγίσουν ανήλικους ή ανήλικες. Γιατί η ταινία επικεντρώνεται μόνο στο αντρικό φύλο, αφήνοντας έτσι μια μονοδιάστατη, υπόκωφη σεξιστική σκέψη στο θεατή, σαν να υπογραμμίζεται εν μέρει το “κακό αρσενικό”; Δεν είναι κοινωνιολογικά ακριβές κάτι τέτοιο, ιδίως εάν σκεφτεί κανείς τον πληθυσμό και την ειδησεογραφία – εγκληματολογία της Αμερικής. Δηλαδή, ούτε μία γυναίκα παιδόφιλη – παιδεράστρια δεν υπήρχε; Τώρα βέβαια θα μου πείτε, ότι η ταινία βασίζεται στην έρευνα που έκανε ο αληθινός Κρις Χάνσεν (όπου καταγράφονταν κατά 99% μόνο άντρες δράστες στις εκπομπές του)… Πληροφορίες δείχνουν, ότι ίσως έχει να κάνει κάτι τέτοιο με την ίδια τη “διαδικτυακή παγίδευση”, που χρησιμοποίησε η δημοσιογραφική ομάδα του Χάνσεν (και όχι μόνο). Όπου εκεί, “απέναντί τους” σε ένα άλλο πληκτρολόγιο, μάλλον κατέληγαν να χρησιμοποιούν το διαδίκτυο περισσότερο οι άντρες – θύτες, παρά οι γυναίκες – θύτες. Επιπλέον, στις ΗΠΑ υπήρξαν γυναίκες – θύτες μαζί με άντρες – θύτες. Δηλαδή σαν μορφή συν-αυτουργών σε τέτοια σοκαριστικά θέματα καταγεγραμμένων εγκλημάτων παιδοφιλίας – παιδεραστίας (πηγές: https://link.springer.com/article/10.1007/s12119-023-10188-7) και https://files.calio.org/BIBS/Female_perpetrators_CSA_bib_NCAC06_240120.pdf). Επίσης, οι γυναίκες στις ΗΠΑ συνήθως επέλεγαν πιο ασφαλή περιβάλλοντα για εκείνες, όπου οι ίδιες κυριαρχούσαν σαν θύτες (π.χ. καθηγήτρια σε μαθητές ή γενικότερα σε στενό οικογενειακό περιβάλλον ή ήδη γνωστών ατόμων). Ουσιαστικά δηλαδή, έχει να κάνει με τη μέθοδο των θυτών και το πώς κινούνται αλλιώτικα, άντρες – θύτες και γυναίκες – θύτες (εάν καταφέρει κάποιος να μπει σαν ντετέκτιβ στον τρόπο στρατηγικής τους, προκειμένου να τους παγιδεύσει).

Επομένως, μπορεί μεν να υπάρχει μεγαλύτερο ποσοστό αντρών – θυτών στην εκπομπή του αληθινού Χάνσεν (και γενικώς κοινωνιολογικά), αλλά η κάθε μυθοπλασία ταινιών κανονικά οφείλει να σκέφτεται περισσότερο, κοιτάζοντας κατάματα και τις κοινωνιολογικές αλήθειες που επιχειρεί να θίξει στη Θεματική της! Κανένα ποσοστό γυναικών – θυτών μέσα στην ταινία, είναι σεναριακή και κατ’ επέκταση καλλιτεχνική εθελοτυφλία (εφόσον δεν περιγράφει την κοινωνική πραγματικότητα). Δεν μου κάνει εντύπωση βεβαίως, γιατί είναι γενικότερα κοινωνικό ταμπού, το να θίγουμε τέτοια θέματα, ψάχνοντάς τα σε κάθε τους ρεαλιστική γωνία. Επίσης, ακόμη και σε άλλα θέματα, που έχουν να κάνουν με τελείως διαφορετικό επίπεδο ανθρώπινης προσέγγισης, δηλαδή με ερωτική συγκατάθεση, ενήλικων υγιών σχέσεων, πάλι υπάρχει κάτι παράξενο στην ταινία. Φερειπείν στις σχέσεις των παντρεμένων ζευγαριών, ο Χάνσεν απατά τη γυναίκα του. Δεν βλέπω όμως καμιά γυναίκα να παραδίδεται εδώ στα πάθη της. Η παραγωγός Άντυ, λόγου χάριν, δεν έχει ερωτική ζωή. Η ερωτική ζωή είναι η δουλειά της. Η ερωμένη του Χάνσεν ως νεότερη, κάπως μοιάζει, να έχει μια ποσοστιαία παρορμητικότητα. Αλλά σε πολύ μικρό βαθμό. Θέλω να πω δηλαδή, ότι κοιτώντας σε συνολικό βαθμό πιο προσεκτικά στα οργανικά σημεία του το έργο, στις έμφυλες διασταυρώσεις χαρακτήρων, διαπιστώνουμε, ότι δεν βλέπει το ίδιο τους άντρες και τις γυναίκες. Δηλαδή ακόμη και σε εκφράσεις ενήλικων, συντροφικά υγιών σχέσεων, πάλι “το κακό αρσενικό” φταίει; Μόνο εκείνο απατά; Πολύ συντηρητική άποψη. Ποια αληθινή Φεμινίστρια και ποιος Προοδευτικός άνθρωπος, θα ήθελαν ως θεατές να τους “σερβίρουν” τέτοιες ανακρίβειες και επιπολαιότητες στη Μεγάλη Οθόνη;

Εν κατακλείδι, η ταινία “Primetime” έχει μεγάλο ενδιαφέρον αισθητικά, στο κομμάτι σκηνοθεσίας, μοντάζ και ερμηνειών. Φέρει ρεαλιστικό τρόμο μέσα της. Από απότομη αντρική γύμνια περσόνας παιδεραστή, που μαζί με τον φοβισμένο ρόλο Νταν θα αναγκάσει στιγμιαία και ορισμένα άτομα μέσα στο Σινεμά, να τιναχτούν σοκαρισμένα τότε προς τα πίσω… Μέχρι τα εγκεφαλικά μονοπάτια του Κρις Χάνσεν, για όλη την αρρωστημένη περιρρέουσα ατμόσφαιρα… Αλλά η ταινία υπερβάλλει και σφάλλει, στο κομμάτι της μονοδιάστατης επίκρισης της αντρικής κοινωνικής περσόνας. Δεν μπορεί να υπονοείται ότι η παιδεραστία εμφανίζεται, επειδή αφορά μόνο θέματα φύλου (αντιθέτως στην πραγματικότητα, άντρες και γυναίκες μπορούν να είναι το ίδιο ύποπτοι για να πράξουν κάτι τέτοιο). Παρόλα αυτά, η τόλμη του σεναρίου να μην αυτολογοκριθεί, ρίχνοντας έτσι φως στο εύρος του ποιος μπορεί να είναι ένας παιδεραστής στην καθημερινότητά του, επαγγελματικά (ιερέας, βοηθός εισαγγελέα, στρατιωτικός) ή σωματικά (ακόμη και κάποιος με αναπηρία), εκφράζει μεγάλο Ρεαλισμό ξεγυμνώνοντας πτυχές της παγκόσμιας κοινωνίας. Οπότε, οφείλουμε να παρακολουθήσουμε πέραν του σκηνοθέτη Λανς Όπενχαϊμ και την πορεία -με περιθώρια βελτίωσης- του υποσχόμενου σεναριογράφου Αζόν Σινγκ. Καταληκτικά συμπεραίνουμε, ότι η ταινία, με τη δημοσιογραφική αντικρουόμενη φιλοσοφία του ημι-μυθοπλαστικού Χάνσεν, καθώς και με το επερχόμενο αδιέξοδο στον απελπισμένο ψυχισμό του χαρακτήρα βοηθού εισαγγελέα Κόνραντ (τον οποίο έπιασε επ’ αυτοφώρω η εκπομπή του Χάνσεν), θα ακονίσει την κριτική σκέψη των θεατών. Και τελικά, μετά την παρακολούθησή της, η ταινία θα δώσει βάσεις κριτικής ικανότητας σε πιο μελετημένους Σινεφίλ. Ακόμη και αν διαφωνούν μεταξύ τους, για την προσέγγιση της ταινίας.

Σκεπτικό…

Αντιθέσεις για Εγγύτητα

Χρωματική Αντίθεση

Μια από τις πιο χαρακτηριστικές στιγμές, αποτελεί η κόντρα του δημοσιογράφου – παρουσιαστή Κρις Χάνσεν ενάντια στον θύτη – παιδεραστή που ήταν ιερέας. Ο ιερέας αυτός θα θυμώσει πολύ, με το ξεμπρόστιασμα που υπέστη. Και θα βρει ένα απρόβλεπτο θράσος, ώστε να πει στον Χάνσεν, ότι ξέρει μέσα του, πως δεν έχει το απόλυτο δικαίωμα να κάνει τέτοιες αποκαλύψεις στην κάμερα. Τότε ακριβώς, η σκηνοθεσία δείχνει, ότι το πρόσωπο του Χάνσεν σκοτεινιάζει και η αμφιβολία τον καταπνίγει.

Η σκηνοθεσία συνεχίζει να επεξηγεί, πως εκείνο που θα τον συνεφέρει, είναι να πολεμήσει με αυτο-επιβεβαίωση το τοπίο της ψυχικής σύγκρουσης, λέγοντας “είμαι ο Κρις Χάνσεν.” Η ιδιότητα του παρουσιαστή δηλαδή, ζωντανά μπροστά στην κάμερα, επαναφέρει ψυχολογικά και υπαρξιακά τον Κρις Χάνσεν στον δυναμισμό της προσωπικότητάς του! Και όλο αυτό συνοδεύεται, με όρους κινηματογραφικής Αισθητικής (διεύθυνση φωτογραφίας & σκηνοθεσία), από μια αντιφατική εικονοποίηση. Το σκοτείνιασμα αντικαθίσταται, από μια απότομη φωτεινή τόνωση στο πρόσωπο, του ψυχικά αναπτερωμένου πλέον Χάνσεν!

Ηχητική Αντίθεση

Για πάρα πολύ ώρα στο έργο, ζούμε την επαγγελματική ζήλια της παραγωγού Άντυ. Εκείνη σκέφτεται να εγκαταλείψει την εκπομπή “To Catch A Predator”, για να μεταπηδήσει επαγγελματικά σε άλλη συνεργασία. Όμως το μεγάλο θέμα της Άντυ δεν ήτανε ποτέ οι περισσότερες οικονομικές απολαβές. Μα αντιθέτως η αναγνώριση, του πόσο απαραίτητη ήταν η ίδια με τη δουλειά της, ως παραγωγός της εκπομπής.

Όταν ο Κρις Χάνσεν (μέσα στον πανικό της εκπομπής που κινδυνεύει να καταρρεύσει) λέει για πρώτη φορά στην Άντυ “σε χρειάζομαι”, τότε παρατηρείται μια απρόβλεπτη ηχητική αντίθεση. Η Άντυ, πλέον με ένα ύφος πρωτόγνωρης ικανοποίησης και με πολλή ήρεμη, απαλή φωνή, ξαναβρίσκει κίνητρο συνεργασίας και μια ανυπέρβλητη δυναμική! Ο ήχος μάς αιφνιδιάζει με αυτή την εντυπωσιακή αντίθεση! Δηλαδή με την απόδοση, χαμηλής φωνητικής έντασης από την ομιλούσα περσόνα Άντυ και αντιφατικά έντονου συναισθηματισμού, μέσα στο μυαλό εκείνης.

Πιο Αναλυτικά…

*Καλύτερη Ερμηνεία

Ρόμπερτ Πάτινσον (ρόλος παρουσιαστή Κρις Χάνσεν)

Εδώ ο ερμηνευτής Πάτινσον είναι εκείνος που υπερβαίνει το σενάριο και συνυποστηρίζει τη σκηνοθεσία, με αποτέλεσμα να μας συστήσει πέραν του δέοντος, αυτόν τον χαρακτήρα Κρις Χάνσεν. Ο ηθοποιός καταφέρνει να μας ξεναγήσει στα επαγγελματικά δρώμενα, στα προσωπικά θέματα, ακόμη και στα πιο μύχια εγκεφαλικά μονοπάτια της περσόνας του παρουσιαστή Χάνσεν.

Η άνεση του Χάνσεν στην κάμερα και η αμηχανία του στη ζωή, είναι από τα πιο σημαντικά σημεία της ερμηνείας! Έπειτα, υπάρχει μια πληθώρα εκφράσεων αυτή της ατομικότητας.

Ο δημοσιογραφικός μικρόκοσμος της διεκδικηθείσας τηλεθέασης, η αίσθηση Καθήκοντος για κοινωνική εξυγίανση, ο ανταγωνισμός και θαυμασμός προς τον αντίπαλο παρουσιαστή ειδήσεων, η πατρική καθοδήγηση στον νεαρό Νταν, είναι όλα εκεί. Εάν δεν ήταν ο έμπειρος Πάτινσον πρωταγωνιστής, αυτό το έργο δεν θα αποκτούσε τόση εκφραστικότητα! Ο ηθοποιός το υπερ-ενίσχυσε και μάλιστα, χωρίς να φαίνεται εύκολα κάτι τέτοιο, ταιριάζοντας έτσι με την όλη δομή της ταινίας.

Μια διανομή της Spentzos Film

Συντελεστές

Σενάριο: Ajon Singh, βασισμένος σε άρθρο του Luke Dittrich. Σκηνοθεσία: Lance Oppenheim. Μοντάζ: Daniel Garber. Διεύθυνση Φωτογραφίας: David Bolen. Πρωταγωνιστούν/συμμετέχουν: Robert Pattinson, Merritt Wever, Skyler Gisondo, Matthew Maher, Phoebe Bridgers, Alex Winter, Creed Bratton, Matt Smith, Tony Revolori, Jonathan Lipnicki, Bob Ari κ.ά. Διεύθυνση Διανομής Ρόλων: Francine Maisler, Molly Rose. Κοστούμια: Alex Bovaird. Μακιγιάζ: Chrissy Morris, Courtney Lether κ.ά. Διεύθυνση Σκηνογραφίας: Alex DiGerlando. Εσωτερική Διακόσμηση: Chere Theriot. Μουσική: Ari Balouzian. Ήχος: Jules Stockton, Paul Hsu κ.ά.