Από τον Heretic κριτικό Γιάννη Κρουσίνσκυ

Η ταινία “Sinatra! Eternity” (2025), των συνσκηνοθετών Γιώργου Παπαθεοδώρου και Μάϊκλ Όμπλοβιτζ, συνιστά ένα διαδραστικό κινηματογραφικό ταξίδι.

Στον συνυπάρχοντα κόσμο των εκρηκτικών προσωπικοτήτων, Φρανκ Σινάτρα και Άβα Γκάρντνερ. Η Άβα σαγηνεύει, αποδιοργανώνει, αναζωογονεί και τελικά σημαδεύει τον Σινάτρα στα πάντα.

Δεν είναι τυχαίο, ότι η σκηνοθεσία και το μοντάζ ασχολούνται ρομαντικά, διακριτικά, αλλά μην παραλείποντας να αποδώσουν κιόλας το υπαρκτό έντονο πάθος, στη θυελλώδη σχέση του ζεύγους.

Ωστόσο, η ενθύμηση του Φρανκ στο τριπλό βίωμα του νεότερου εαυτού του, ως τραγουδιστή – ερωτευμένου – κινηματογραφικού ηθοποιού, καθορίζει τον πολυεπίπεδο καλλιτεχνικό σκελετό της ταινίας.

Ανάλυση

Εισαγωγή…

Η μυθοπλαστική υφή της ταινίας αποτυπώνει έντονα έχοντας καλλιτεχνική ελευθερία αλλά και την απαραίτητη αφοσίωση στη βιογραφική προσέγγιση των αληθινών προσώπων- την ενδιαφέρουσα συσχέτιση με τις απίστευτες και όμως αληθινές εμπειρίες, των Φρανκ Σινάτρα και Άβα Γκάρντνερ.

Με μορφή ώριμης επανεξέτασης, για εκείνη τη χρονική περίοδο του νεότερου, ανασφαλούς, μα πάντοτε ταλαντούχου Σινάτρα. Τον οποίο παρατηρούμε σε σύνθετη κινηματογραφική έκφραση, να βιώνει ισχυρά σκαμπανεβάσματα. Να φθίνει κάπως η φωνή του στο τραγούδι. Να ανεβοκατεβαίνει στάδια ο έρωτάς του με την Άβα Γκάρντνερ. Αλλά και να διεκδικείται, η συμμετοχή και καθιέρωση του Φρανκ στον Κόσμο του Σινεμά, έχοντας ως μακροπρόθεσμο διακαή πόθο την κατάκτηση του Χρυσού Αγαλματιδίου, που θα τον εκτόξευε κινηματογραφικά στη θέση μαζί με τους πιο αναγνωρισμένους ηθοποιούς παγκοσμίως.

Η ταινία “Sinatra! Eternity” (2025) θα πάρει διανομή σε Ελλάδα και Κύπρο, ενώ από τον επόμενο μήνα το έργο θα κυκλοφορήσει επιπροσθέτως στις αίθουσες των ΗΠΑ και του Καναδά! Όπως καταλαβαίνετε, αυτή είναι μια μεγάλη επιτυχία για τη διανομή, την παραγωγή και φυσικά, για τους συντελεστές της συγκεκριμένης ταινίας. Αν και η ταινία θεωρείται επισήμως κατά κανόνα ξένη, παρόλα αυτά υπάρχει κάπου μέσα της και το ελληνικό καλλιτεχνικό στοιχείο, σε συνσκηνοθεσία, σε συμμετοχή στο μοντάζ, σε σκηνογραφία, στο εταλονάζ, στον ήχο, σε ερμηνεία, στη διανομή και στη συμπαραγωγή.

Γενικώς…

Πάμε τώρα, στον κινηματογραφικό πυρήνα του έργου Sinatra! Eternity” (2025). Με μια απλή αναζήτηση στο imdb, διαπιστώνει κανείς, πως υπάρχει στη Φιλμογραφία του σκηνοθέτη Μάϊκλ Όμπλοβιτζ, το παλιότερο έργο, με τίτλο “Frank and Ava” (2018). Ένα έργο με ορατές πολλές ομοιότητες στην όλη κατασκευή του. Όμως στο “Sinatra! Eternity” (2025) πολλές επιδραστικές αλλαγές, είναι επίσης ορατές. Έτσι, εφόσον πρόκειται για ριζική αναβάθμιση στη δομή του έργου και τελικά για το αποτέλεσμα ουσιαστικά μιας άλλης ταινίας, τότε δεν υπάρχει κάποιο πρόβλημα με αυτό. Στον Κινηματογράφο, αλλά και στη Μουσική, γίνονται βελτιωμένες εκδόσεις, με πιο δουλεμένο και ώριμο σκεπτικό.

Χαρακτηριστικό σημείο διαφοροποίησης είναι ο νεοεισελθών χαρακτήρας δημοσιογράφου – βιογράφου, Μπομπ Νέλσον, τον οποίο υποδύθηκε (δυστυχώς σε έναν από τους τελευταίους του ρόλους) ο πασίγνωστος και εμπνευσμένος ηθοποιός, Μάϊκλ Μάντσεν. Σε μια περσόνα που εμπλουτίζει τα γυρίσματα και που αλλάζει τη δομή σεναρίου – σκηνοθετικών πλάνων, μοντάζ και τελικά συνολικής κινηματογραφικής αφήγησης. Και εδώ φαίνεται η σημασία της σφραγίδας του σκηνοθέτη Γιώργου Παπαθεοδώρου. Καθότι, το Sinatra! Eternity” (2025) διαθέτει τώρα άλλη προοπτική. Πρόκειται αφενός για ένα περιπετειώδες ταξίδι αντιφατικών εμπειριών, όσον αφορά τις ίδιες τις κεντρικές περσόνες, Φρανκ και Άβα. Ενώ αφετέρου το έργο συνιστά ένα απολαυστικό ταξίδι σύνθετης θέασης, ως προς την παρακολούθηση των κινηματογραφόφιλων.

Το συνεκτικό σενάριο της ταινίας από τους Ρίκο Σιμονίνι και Γουίλαρντ Μάνους προσκαλεί τους θεατές στο πολυεπίπεδο βίωμα του Φρανκ Σινάτρα. Το επί της ουσίας τριπλό βίωμα αυτό, περιλαμβάνει: Α) Την απειλούμενη καριέρα του Σινάτρα ως τραγουδιστή. Β) Την αναπτερωμένη γοητεία του Φρανκ ως το δίπολο καρδιοκατακτητή – ερωτοχτυπημένου στη θυελλώδη σχέση με την Άβα. Γ) Την υποσχόμενη επαγγελματική σταδιοδρομία του Σινάτρα ως ηθοποιού, που διεκδίκησε και μάλιστα κέρδισε, το Όσκαρ Καλύτερης Υποστηρικτικής Ερμηνείας” ή αλλιώς “Β΄ Ανδρικού Ρόλου.” Για τη βραβευμένη συμμετοχή του στην ταινία του σκηνοθέτη Φρεντ Τσίνεμαν “From Here to Eternity” (1953). Εξού και ο πλέον κατάλληλος, προσδιοριστικός τίτλος “Sinatra! Eternity” (2025) στην τωρινή ταινία των συνσκηνοθετών Γιώργου Παπαθεοδώρου και Μάϊκλ Όμπλοβιτζ, για την τότε ψυχοσύνθεση και κομβική στιγμή επανόδου χαραγμένης ευτυχίας – επιτυχίας στη ζωή του κινηματογραφικού Φρανκ Σινάτρα, με την οποία εκείνοι επέλεξαν να ασχοληθούν.

Αυτές οι τρεις ιδιότητες του Φρανκ (τραγουδιστική, συντροφική, ερμηνευτική), που απασχολούν τη γραφή του σεναρίου, στριφογυρίζουν πολύ έξυπνα κατά τη συνεργασία του μοντάζ και της σκηνοθεσίας της ταινίας Sinatra! Eternity.” Με την αξιοπρόσεκτη, περιπετειώδη, φρενήρη μα και οργανωμένη, κινηματογραφική αφήγηση του έργου. Όπως θα δούμε παρακάτω, αυτές οι τρεις ιδιότητες ανοίγουν μια βεντάλια πιο διευρυμένης αναζήτησης στο άτομο του Σινάτρα. Στις φιλοδοξίες, στους αληθινούς φόβους, στη διασκέδαση, στις εμμονές, στις φοβίες, στις φιλίες, στα πάθη, αλλά και στην ώριμη συνειδητοποίησή του για όλα αυτά. Και για αυτό το λόγο, η ταινία είναι επιτυχημένη, αξιοπρόσεκτη και κινηματογραφικά ολοκληρωμένη. Η αναζήτηση στο άτομο του Σινάτρα στην ταινία Sinatra! Eternity” (2025) περιλαμβάνει συνολικά έξι διαστάσεις παρατήρησης – εμβάθυνσης. Ας δούμε όμως, πώς ξεκινά κάτι τέτοιο, πώς κινείται κινηματογραφικά και πώς εξελίσσεται καλλιτεχνικά, με ωφέλιμο τρόπο.

Όπως προείπαμε, όλα ξεκινούν από τις τρεις ιδιότητες, στις οποίες ενυπάρχει η πρωταγωνιστική παρουσία του Φρανκ (σε Μουσική, σε Ερωτική Ζωή και σε Κινηματογράφο). Τρεις σημαντικές ιδιότητες, που υποστηρίζουν τον κεντρικό στόχο έκφρασης της πρωταγωνιστικής περσόνας Σινάτρα, αποτελώντας αντιστοίχως τρεις σημαντικές διαστάσεις (Μουσικότητα, Ερωτισμός, Υποκριτική) στην ψυχή του σεναριακού χαρακτήρα. Κυρίαρχο ρόλο μεταξύ αυτών των τριών γενικών διαστάσεων παίζει η Άβα Γκάρντνερ. Η Άβα είναι όμως κυρίαρχο πλάσμα και μέσα στην ειδική διάσταση, της ερωτικής ζωής του Σινάτρα. Η ίδια πάντοτε υπερέχει των υπολοίπων γυναικών στην ψυχή του Φρανκ. Η Άβα σαγηνεύει, αποδιοργανώνει, αναζωογονεί και τελικά σημαδεύει τον Σινάτρα στα πάντα. Δεν είναι τυχαίο, ότι η σκηνοθεσία και το μοντάζ ασχολούνται ρομαντικά, διακριτικά, αλλά μην παραλείποντας να αποδώσουν κιόλας το υπαρκτό έντονο πάθος, στη θυελλώδη σχέση του ζεύγους. Ένα ανεξέλεγκτο πάθος, που συνέχιζε να μεταφέρεται σε ιδιωτικές συζητήσεις σχέσεων εμπιστοσύνης (και όχι μόνο), για τις επαγγελματικές κινήσεις – φιλοδοξίες στην καριέρα των Άβα και Φρανκ.

Επιπροσθέτως, ο θεατής θα γνωρίσει και μια τέταρτη διάσταση. Με τον ηλικιακά πιο ώριμο Φρανκ Σινάτρα, ο οποίος δίνει μέσα στο σπίτι του συνέντευξη για όλες εκείνες τις παρελθοντικές του σπάνιες εμπειρίες, σε έναν δημοσιογράφο – βιογράφο με συμπεριφορά και μεθόδους της “παλιάς σχολής.” Αυτή η παροντική συνέντευξη με τον ιδιόρρυθμο, χύμα” τυπάκο, μα καλοπροαίρετο δημοσιογράφο – βιογράφο Μπομπ Νέλσον, κάνει ωραίο κοντράστ με τις παρελθοντικές μορφές αντιμετώπισης όλου του Τύπου, που έζησε ο Σινάτρα, από κακοπροαίρετους, υποτίθεται “κυριλέ”, δημοσιογράφους της εποχής. Αυτή, με τους δημοσιογράφους αμφισβητίες, είναι λοιπόν ακολούθως η πέμπτη διάσταση. Ενώ το σύνολο της κινηματογραφικής αφήγησης συμπληρώνει περίτεχνα, ως έκτη διάσταση, η αποτυπωμένη άποψη πολλών ανθρώπων, φιλικά προσκείμενων για τον Φρανκ Σινάντρα, μιλώντας μπροστά στην κάμερα. Και συνεισφέροντας σε πολυποίκιλο χαρακτήρα, υπό ανάμιξη στοιχείων ύφους Documentary – Fiction.

Οι έξι διαστάσεις υποστηρίζονται από όμοια ή αλλιώτικα πλαίσια χρωματισμού στην ταινία. Σε γενικές γραμμές, έχουμε έγχρωμη θέαση με έντονα χρώματα ενισχυμένης απόχρωσης του μωβ, του κίτρινου και του πράσινου, αλλά παρατίθεται σε ειδικές στιγμές και η αυτόνομη ασπρόμαυρη θέαση (*για αυτά τα ειδικά ζητήματα Αισθητικής, θα μιλήσουμε παρακάτω, στην κατηγορία “Συμπερασματικά”). Οι έξι διαστάσεις υποστηρίζονται επίσης από όμοια ή αλλιώτικα κοστούμια, θεάσεις, περσόνες, μακιγιάζ. Αυτές οι εν συνόλω έξι διαστάσεις δεν θα μπορούσαν με τίποτα να καταγραφούν έχοντας χαρακτήρα αριστοτελικής αφήγησης (αρχή, μέση και τέλος). Ούτε όμως και με το κινηματογραφικό αποτύπωμα μιας απόλυτα ελλειπτικής αφήγησης. Έτσι ο Γιώργος Παπαθεοδώρου μαζί με τους συνεργάτες του στη σκηνοθεσία, στο μοντάζ και στο σενάριο, δικαίως και ευστόχως επέλεξαν μια ελεγχόμενη, μη γραμμική αφήγηση! Καθότι, εάν κοιτάξει κανείς πιο προσεκτικά την ταινία, διαπιστώνει, ότι αν και στριφογυρίζουμε σε τόσες ιδιότητες και διαστάσεις – συνθήκες που βίωνε ο Σινάτρα, επιστρέφουμε ελεγχόμενα σαν βάση στη δημοσιογραφική συνέντευξη του Παρόντος της σεναριακής πλοκής (με τον ηλικιακά ώριμο Φρανκ και τον δημοσιογράφο – βιογράφο Μπομπ).

Το στριφογύρισμα σε πτυχές και η επιστροφή στη βάση, κάνουν τον θεατή να βρει κινηματογραφική ισορροπία, αλλά παράλληλα και να αισθανθεί το βίωμα στη φρενήρη ζωή των Σινάτρα και Γκάρντνερ! Επομένως, τα κομβικά καθήκοντα – εργαλεία της αφήγησης (σενάριο, σκηνοθεσία, μοντάζ, διεύθυνση φωτογραφίας) επιλέγουν εδώ στο έργο μια πολύ τολμηρή, μα άκρως κατάλληλη προσέγγιση κινηματογραφικής αφήγησης. Αυτή αποτυπώνει σκοπίμως το συνολικό εκφραστικό μοτίβο, της επιλεγμένης μη γραμμικότητας. Τα τακτικά χρώματα και η αφήγηση μη γραμμικότητας, ίσως, στα πρώτα λεπτά παρακολούθησης να παραξενέψουν κάποιους μη εξοικειωμένους θεατές σε τέτοιες κινηματογραφικές ιδέες. Ωστόσο, ακόμη και αυτοί μετά από κάποια λεπτά θα αντιληφθούν την όλη μεθοδολογία. Για τους Σινεφίλ δεν τίθεται κανένα θέμα, θα τα αντιληφθούν όλα αυτά πολύ γρήγορα και θα τους αρέσει η μεθοδολογία αυτή.

Για να μην μπερδευόμαστε όμως, όσον αφορά τον Καλλιτεχνικό Σκελετό, ξεκαθαρίζουμε, πως τούτο το σενάριο, ακόμη και για θεατές που δεν συνηθίζουν την μη γραμμική αφήγηση, παρόλα αυτά, παρουσιάζει το στοιχειώδες εκφραστικό, κινηματογραφικό νήμα του σκεπτικού του. Καθότι καταφέρνει να αποδώσει αίσθηση εξελικτικής δομής με λογική σκέψη, σε κάποια σημαντικά πράγματα. Αρχίζει να αφηγείται, αναζητά ενδιαμέσως στιγμές και φυσικά καταλήγει κάπου. Όλα αυτά τα στοιχεία, όσον αφορά το σεναριακό τους στοιχειώδες επίπεδο, έχουν ένα λεπτό μεν, μα υπαρκτό νήμα σκέψης, που θυμίζει αρχή, μέση και τέλος. Το οποίο επηρεάζει με θετικό τρόπο επικοινωνιακά τη διάρκεια των κινηματογραφικών λεπτών (και κατά συνέπεια, τη διακύμανση στον Άξονα της Ψυχαγωγίας του όποιου θεατή). Ενώ παράλληλα, αυτά τα στοιχεία με το υπαρκτό (υποβοηθητικό) νήμα αφηγηματικού σκεπτικού διέπονται μαζί από την ίδια ακριβώς πηγή πληροφόρησης στο σενάριο. Δηλαδή, από τη δημοσιογραφικά καταγεγραμμένη, νοσταλγία του ηλικιακά ώριμου Φρανκ Σινάτρα, για τα κρίσιμα νεανικά χρόνια της καλλιτεχνικής επανόδου του.

Συμπερασματικά

Οπότε, αυτή η όλη διαβάθμιση που πραγματοποιεί το έργο, έχει τελικά νόημα. Καθότι στρώνει καλύτερα τη ροή της ταινίας. Με μουσικούς όρους, είναι σαν να προστέθηκε σύνθεση και ενορχήστρωση μαζί, αλλάζοντας την προοπτική. Οπότε μιλάμε για αναβάθμιση ταινίας. Βεβαίως, επειδή η σαγήνη του Σινεμά (αναπόφευκτα) δεν παύει ποτέ να εκπέμπεται κατά κύριο λόγο από τη δύναμη της Εικόνας, οφείλουμε να επισημάνουμε και να αναλύσουμε περισσότερο την Αισθητική, με τη γοητευτική *χρωματική επεξεργασία της εν λόγω ταινίας. Η χρωματική επεξεργασία του έργου καλείται και ως Εταλονάζ.” Αυτό συνήθως πραγματοποιείται στις ταινίες, με τη συνεργασία σκηνοθέτη, διευθυντή φωτογραφίας και εταλονέρ. Εδώ, ο συνσκηνοθέτης Γιώργος Παπαθεοδώρου είχε λόγο, για το πώς θα αποκτούσε ατμοσφαιρικό και παραστατικό χρώμα το έργο Sinatra! Eternity.” Ο ίδιος ήθελε να αποτυπωθεί στη Μεγάλη Οθόνη μία κυρίαρχη αίσθηση ενθύμησης (ή προσέγγισης) εκείνων των δεκαετιών. Κυρίως της δεκαετίας του 1950.

Το θέμα είναι λοιπόν, ότι εκείνος μαζί με τους συνεργάτες του, όσον αφορά το έγχρωμο μοτίβο της ταινίας, επέλεξαν τρεις κυρίαρχους γοητευτικούς χρωματισμούς. Μωβ, κίτρινο και πράσινο χρώμα. Αυτοί οι χρωματισμοί κάνουν δημιουργικό κοντράστ, ανεξαρτητοποιούνται πλήρως ή ακόμη και συνυπάρχουν κατά τμήματα, στα πλάνα της ταινίας. Κατ’ εμέ, αυτοί οι χρωματισμοί ερμηνεύονται εκλογικευμένα. Το μωβ, αφορά την αίσθηση παρανομίας – παρατυπίας, την οποία απολαμβάνουν (συνήθως μαζί) οι Άβα και Φρανκ (ξεκινώντας από το δειλινό, όπου ο Φρανκ δίνει ένα όπλο στην Άβα για να πυροβολήσει εκείνη στον αέρα, ενόσω ο ίδιος οδηγεί και πίσω τους είναι ένα “αμήχανο περιπολικό”). Το κίτρινο, αφορά την επαγγελματική επιτυχία – προσωπική ευτυχία του ζεύγους (σε ό,τι συμφέρουσα επαγγελματική συμφωνία κάνει ο καθένας τους, αλλά και στις κοινές τους συντροφικές στιγμές).

Ενώ το πράσινο, είναι η πιο οξυδερκής χρωματική (και όχι μόνο) στιγμή των συντελεστών της ταινίας! Διότι, το πράσινο αντικατοπτρίζει την τεράστια επιρροή, που ασκεί η Άβα Γκάρντνερ στον ερωτευμένο Φρανκ Σινάτρα. Τα πράσινα μάτια της Άβα, είναι πάντοτε επάνω του και μέσα στην ψυχή του. Για αυτό το λόγο και ο θεατής αντιλαμβάνεται μέσω του πράσινου χρώματος την όλη σαγήνη της Άβα (σε έπιπλα του σπιτιού και σε διάφορα άλλα σημεία, ακόμη και στα κάγκελα της φυλακής, όπου ακόμη και εκεί η συνύπαρξη του Φρανκ με την Άβα είναι μαγνητική). Οι χρωματισμοί ή μη χρωματισμοί όμως συνεχίζονται και στο ανεξάρτητο ασπρόμαυρο μοτίβο της ταινίας. Εκεί, παρακολουθούμε τους ραδιοφωνικούς δημοσιογράφους να “θάβουν” κάθε βήμα προόδου στη ζωή του Σινάτρα. Αλλά και στο Αφήγημα Ντοκιμαντέρ, με τα φιλικά προσκείμενα πρόσωπα, βλέπουμε ασπρόμαυρη θέαση. Τα χρώματα επομένως, μας βοηθούν να παρατηρούμε καλύτερα και τις έξι συνολικές διαστάσεις (που προαναφέραμε) κατά την αφήγηση της ταινίας.

Άρα, η αίσθηση της επιλεγμένης μη γραμμικής αφήγησης, ουσιαστικά, συνυποστηρίζεται επάξια από σενάριο, σκηνοθεσία – μοντάζ, διεύθυνση φωτογραφίας και εταλονάζ. Η δομή του σεναρίου κινεί τα πάντα. Διότι εάν δεν τολμούσε το σενάριο να καταπιαστεί με κρίσιμα βιώματα του Σινάτρα, τίποτα δεν θα ήταν το ίδιο στην ταινία. Ο συνδυασμός σκηνοθεσίας και μοντάζ ξυπνά το όλο σύμπαν. Διότι η παρουσία του Σινάτρα με την Άβα, με τον “χύμα” δημοσιογράφο – βιογράφο Μπομπ, με τον παραγωγό ταινιών Χάρι Κον και γενικότερα με όλους, αποκτά ζωντάνια. Η επιλογή επεξεργασίας χρωμάτων που “ντύνουν” την οπτικοποίηση του σύμπαντος της ταινίας κατορθώνει και αποδίδει συναισθήματα, κάνοντας πιο ξεκάθαρες τις συμπάθειες – αντιπάθειες των προσώπων.

Το Καστ της ταινίας είναι διεθνές και πραγματικά εντυπωσιακό. Και δικαιολογεί τη φήμη του, καθότι οι ερμηνευτικές αποδόσεις βρίσκονται σε υψηλό εκφραστικό επίπεδο, αναδεικνύοντας τη ζωντάνια του έργου! Πολύ καλός ο Ρίκο Σιμονίνι (ρόλος Φρανκ Σινάτρα), με άνεση, φινέτσα και νεύρο στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Άψογη η Έμιλυ Ελίσια Λο (ρόλος Άβα Γκάρντνερ), θυμίζοντας τη λάμψη και την παραξενιά των χολιγουντιανών ηθοποιών. Ο αποβιώσας Μάϊκλ Μάντσεν (ρόλος δημοσιογράφου – βιογράφου Μπομπ Νέλσον), σε έναν από τους τελευταίους του ρόλους, έπαιξε με τον γνώριμα ποιοτικό του κινηματογραφικό Ρεαλισμό. Ο Έρικ Ρόμπερτς (ρόλος παραγωγού Χάρι Κον) μάς μεταφέρει πειστικά στα παρασκήνια με τις συμφωνίες των τότε ταινιών. Και ο αποβιώσας Χάρι Ντιν Στάντον (ρόλος σερίφη Λόϊντ) στον τελευταίο του ρόλο (ουσιαστικά με το κράμα των ταινιών “Frank & Ava” και “Sinatra! Eternity”) κατόρθωσε να μεταδώσει ντελικάτη κωμικότητα, με ώριμη τεχνική υποκριτικής.

Στο έργο πραγματοποιείται υπόνοια για την ανάμιξη του Σινάτρα με τη μαφία. Η ταινία θαυμάζει τον Σινάτρα. Αυτό είναι καλλιτεχνική επιλογή. Δεν ισχύουν ατάκες περί “αγιογραφίας.” Αυτό φαίνεται από τις μη λογοκριμένες στιχομυθίες. Γυναίκες και άντρες πολύ πιθανόν να μιλούσαν έτσι, με βρισιές σε ιδιωτικές συναντήσεις, χρησιμοποιώντας ωμότητες, σεξιστικά σχόλια και ατάκες παθητικής επιθετικότητας. Καθότι αυτό τότε νόμιζαν, πως έσπαγε τον αμερικανικό καθωσπρεπισμό. Ωραίες πινελιές: Ο γάμος με την Άβα. Ο ταυρομάχος αντίζηλος του Φρανκ. Η εμμονή του Σινάτρα για την καθαριότητα (σχόλιο για πλύσιμο χεριών). Οι καυγάδες με τη σύζυγο Νάνσι. Η μετέπειτα αποδοχή των παιδιών τους για τον χωρισμό. Ξεχωρίζει, το δράμα της Άβα στην Ιταλία. Κίνηση με επιλεγμένη αργή θέαση και μετά έρχεται πίσω της ο Φρανκ. Για να καταλήξουν στο συντριβάνι οι δύο ερωτευμένοι. Ταυτοχρόνως, τούτες οι σκηνές συνιστούν Μελόδραμα με Σάτιρα, αλλά και δραματική θέαση ψυχολογικού αντικατοπτρισμού του πώς έβλεπε τα πράγματα μέσα στο μυαλό της η Άβα. Ίσως και να τα έβλεπε, μεταξύ ρόλων Σινεμά και Ζωής.

Στα μειονεκτήματα του έργου, να σημειώσουμε, ότι δεν αποτυπώθηκε η περίφημη πολύ αρνητική συμπεριφορά του Σινάτρα, όταν ο ίδιος βρισκόταν υπό την επήρεια αλκοόλ. Αντιθέτως, εδώ εκείνος φάνηκε αρκετά ήρεμος και κάπως συμπαθής. Το ίδιο ισχύει και για τους δημοσιογράφους, που κατά καιρούς τον πρόσβαλλαν ακόμη και από κοντά. Κανονικά, ακούγεται, πως ο Σινάτρα είχε τότε βίαιες αντιδράσεις ή γεμάτες πείσμα. Αντιθέτως, εδώ είναι πιο χαμηλών τόνων. Όμως το ξαναλέω, δεν αποτελεί κάτι τέτοιο “αγιογραφία.” Είναι όμως κάποιες παραλείψεις. Ένα ακόμη αρνητικό στοιχείο είναι, ότι κάποια στιγμή, μέσα στην εξέλιξη της σχέσης των Φρανκ – Άβα, η ταινία χρονοτριβεί αχρείαστα, για αρκετά λεπτά. Δηλαδή δεν υπάρχει ωφέλιμη εξέλιξη τότε, ούτε σκηνοθετικά, ούτε σεναριακά, ούτε και μονταζιακά. Μάλιστα, ίσως να είχε ενδιαφέρον να βλέπαμε γενικότερα κάποιες πιο τολμηρές τεχνικές στο μοντάζ, κατά την άμεση εναλλαγή πλάνων. Η ερμηνεία της Μαρία Παρί (ρόλος της συζύγου, Νάνσι) ξεφεύγει κάπως από το συγχρονισμό των συναισθημάτων που της αναλογούν, κατά τον τσακωμό με τον Σινάτρα.

Όμως αυτά τα μειονεκτήματα δεν αλλοιώνουν το σύνολο της ταινίας. Τα πλεονεκτήματα υπερισχύουν. Τούτο λοιπόν είναι ένα οργανωμένο και αξιόλογο κινηματογραφικό έργο, του οποίου τη δομή, την ανάπτυξη και την επιτυχή γλώσσα επικοινωνίας, διαμόρφωσαν: Η Θεματική (ενασχόληση με την προσωπικότητα του Σινάτρα). Οι Κινηματογραφικές Παράμετροι (σενάριο, σκηνοθεσία, μοντάζ, διεύθυνση φωτογραφίας, ερμηνείες, μουσική). Τα Επιμέρους Στοιχεία των Κινηματογραφικών Παραμέτρων (Ντεκουπάζ στα γυρίσματα, Εταλονάζ μετά τα γυρίσματα). Καθώς και η Επιλογή Καλλιτεχνικού Σκελετού (μη γραμμική αφήγηση).

Σκεπτικό…

Το Θαυμαστικό!

Το Όσκαρ. Σαν θαυμαστικό, στον τίτλο “Sinatra! Eternity.” Όχι τυχαία. Αποκορύφωμα θέασης, είναι η νίκη του Φρανκ με το Βραβείο Όσκαρ, για τη συμμετοχή στην ταινία From Here to Eternity” (1953). Εκεί ο Σινάτρα έπαιξε τον κομβικό ρόλο του Άντζελο Μάτζιο.” Η ταινία των Παπαθεοδώρου – Όμπλοβιτζ ασχολείται ιδιαίτερα με την εμμονή και με το πάθος του Φρανκ Σινάτρα να κερδίσει τούτη την ευκαιρία, ώστε να παίξει πάση θυσία τον εν λόγω ρόλο. Και δικαίως, όπως αποδείχτηκε στη συνέχεια της ζωής του Σινάτρα.

Στην κλιμάκωση του έργου Sinatra! Eternity”, την προσοχή τραβά η θέαση μέσα από το “τηλεορασάκι”, απευθείας στο γεμάτο συναισθήματα πρόσωπο του Φρανκ. Είναι γνωστό, ότι τα Βραβεία Όσκαρ, σχεδόν από τότε που άρχισαν να διαθέτουν τηλεοπτική κάλυψη της Τελετής Απονομής, επέλεξαν να δείχνουν τις εναγώνιες αντιδράσεις στο πρόσωπο των υποψήφιων για βράβευση καλλιτεχνών. Όμως εδώ η ταινία με την επιλογή αυτή, κάτι άλλο θέλει να μας πει. Δεν είναι η κυριολεκτική μετάδοση το θέμα.

Μα αντιθέτως, το ότι οι άνθρωποι που γνώριζε ο Σινάτρα (από τις πιο προσωπικές σχέσεις, μέχρι ακόμη και τις πιο απλές συναναστροφές), ήξεραν την ακατανίκητη επιθυμία του να κατακτήσει το Όσκαρ. Και ήθελαν να τον δουν, να το κατακτά. Κάτι το οποίο συμβαίνει και με εμάς, τους θεατές της ταινίας. Έτσι, μέσα από αυτό το αλληγορικό “τηλεορασάκι”, με το πλανοθετημένο” πρόσωπο του Φρανκ, περσόνες, θεατές και κεντρικός πρωταγωνιστής, γινόμαστε Ένα!

Πιο Αναλυτικά…

Πρόοδος & Καταγραφή

Μέσα από πολλούς συντελεστές, ξεχωρίζει στη συνσκηνοθεσία ο Γιώργος Παπαθεοδώρου. Όμως ο σκηνοθέτης Παπαθεοδώρου δεν “ξεφύτρωσε” τώρα ξαφνικά από το πουθενά. Η κινηματογραφική πρόοδός του επεξηγείται. Ο ίδιος είχε μια εξελικτική κινηματογραφική πορεία, την οποία διαπιστώσαμε από την ενδιαφέρουσα, έχουσα λάθη και σωστά στοιχεία, ταινία Ciao Italia” (2020). Ώστε να φτάσει πλέον τώρα στο αναβαθμισμένο “Sinatra! Eternity” (2025). Υπήρχε μεν και το ενδιάμεσο Εύρηκα: Μη Μου τους Κύκλους Τάραττε”, αλλά εντάξει, αυτό ήταν μια αρκετά απλοποιημένη μορφή ταινίας. Λειτουργικής και εύληπτης παρακολούθησης για κάθε θεατή, όμως! Και το σενάριό της είχε στοιχεία κωμικότητας. Στην οποία ταινία, πάλι κάτι κέρδισε ο Παπαθεοδώρου. Δηλαδή να προσαρμόζεται σε ταινίες, με συγκεκριμένα δεδομένα. Γιατί σημασία έχει ως κριτικοί, θεατές και καλλιτέχνες, όλοι μαζί να αξιολογούμε ποια ακριβώς στοιχεία – δεδομένα έχει στα χέρια του κάθε φορά ένας σκηνοθέτης, για να δουλέψει.

Και ο Παπαθεοδώρου έδειξε, ότι ιδέες πάντοτε είχε και τις υλοποιεί σε επαγγελματικό επίπεδο, όταν συνεργαστεί με τα κατάλληλα πρόσωπα. Και όταν διευρυνθούν οι ορίζοντες, είτε αφορούν το budget, είτε τις κινηματογραφικές παραμέτρους της ταινίας, εκεί φαίνονται και άλλα πράγματα. Μιλάμε για έναν προσαρμόσιμο καιβάσει του πληρώματος στην πορεία του φιλμογραφικού του χρόνου- ευπροσάρμοστο σκηνοθέτη, που αντιμετωπίζει σοβαρά τις συνεργασίες του. Σε όποια κινηματογραφικά δεδομένα και αν ο ίδιος βρίσκεται. Υπενθυμίζω, στο “Ciao Italia” συνεργάστηκε με ποιοτικούς και έμπειρους Έλληνες ηθοποιούς. Σαν τον αείμνηστο Ηλία Λογοθέτη (υπήρξε αστείρευτο ταλέντο ακόμη και στον τελευταίο του ρόλο σε ταινία μεγάλου μήκους) και την αλησμόνητη Τιτίκα Σαριγκούλη (υπήρξε ιδανική ερμηνεύτρια ακόμη και στον τελευταίο της ρόλο σε ταινία μεγάλου μήκους). Αλλά και με τη νεότερη, μα παράλληλα έμπειρη ηθοποιό, Ελισάβετ Κωνσταντινίδου (θα έχει ενδιαφέρον να την ξαναδούμε στο Σινεμά, διότι εκεί έδειξε κάτι παραπάνω, όσον αφορά την πραγματική της ερμηνευτική δύναμη). Τώρα o Παπαθεοδώρου συνεργάστηκε σε πιο παγκόσμια κλίμακα, με ηθοποιούς σαν τον αξέχαστο Μάϊκλ Μάντσεν (αρκεί εδώ να πούμε περί Μάντσεν, ότι θα μιλάμε πάντα για έναν από τους πιο διαχρονικούς ταραντινικούς εκφραστές).

Άρα, δεν μπορούμε να αγνοούμε, ούτε να προσπερνάμε εύκολα τέτοιες συνεργασίες! Ας μην ξεχνάμε επίσης, πως o Παπαθεοδώρου τόλμησε και έβγαλε και νέους ηθοποιούς μπροστά. Όπως την Κυριακή Υψηλάντη, η οποία πρωταγωνίστησε και διακρίθηκε στα “Ciao Italia” και “Εύρηκα.” Στο “Sinatra! Eternity” μπορεί μεν η ίδια να έπαιξε πολύ μικρό ρόλο (βοηθητική νοσοκόμα του Σινάτρα, με το πιεσόμετρο), αλλά δεν είναι και λίγο να επεκταθεί η κινηματογραφική υποκριτική σου στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, σε ταινία που αφορά τον θρυλικό Σινάτρα. Όλα γίνονται με μέθοδο και υπομονή, step by step. Επιπλέον, από παλιότερα ο Παπαθεοδώρου είχε ορισμένες ωραίες ιδέες με την κάμερα. Πλάνο βάθους πεδίου και μάλιστα σε μικρή απόσταση. Καταγραφή με διαμοίραση χαρακτήρων σε διάφορες ομάδες – ηλικίες. Χρωματικές διαμοιράσεις. Και είχε υπολογίσιμο, γλυκόπικρο χιούμορ το κείμενό του. Υπήρχαν βεβαίως και ορισμένα λάθη οπτικής δομής και καλαισθησίας. Κάποιοι τα είχαμε δει όλα αυτά (αρνητικά και θετικά) και τα είχαμε γράψει, αντικειμενικά (αν θέλετε, μπορείτε να διαβάσετε την παλιότερη κριτική για το “Ciao Italia”, με την τότε Eretiki Ανάλυση της συγκεκριμένης ταινίας, εδώ: https://eretikos.gr/perissotera/eretiki-analysi-tis-tainias-ciao-italia/290113/).

Παρομοίως στο Sinatra! Eternity”, υπήρχαν καλές σκηνοθετικές ιδέες. Αυτές εντοπίζονται καί όταν αποκτά η κάμερα κάτι από το ύφος του Παπαθεοδώρου. Λόγου χάριν, όταν ο ρόλος δημοσιογράφου – βιογράφου Μπομπ Νέλσον ετοιμάζεται να πατήσει το κουδούνι της έπαυλης Σινάτρα, η κάμερα τον ακολουθεί πλαγίως μέσα από το εσωτερικό του πολυτελούς σπιτιού (εκμεταλλευόμενη το ημιδιάφανο τζάμι) μέχρι την εξώπορτα του κουδουνιού. Το γιατί λοιδορήθηκε (μόνο με αρνητικά και απαξιωτικά σχόλια) από μερικούς Έλληνες κριτικούς τότε το 2020 στο Ciao Italia” ο Παπαθεοδώρου Ο οποίος πάντοτε παλεύει με πιο ανεξάρτητους τρόπους (σε μια σχέση αμοιβαίας εμπιστοσύνης με την εταιρεία Crisis Cinema) να γυρίζει ταινίες… Παραμένει ανεξήγητοΓια την ακρίβεια, αδικαιολόγητο… Και εξαιτίας του μεγέθους, της τότε αφοριστικής κριτικής διάθεσης, εν τέλει υπερβολικό… Αν λοιπόν και στην τωρινή του ταινία, που προβάλλεται στην Ελλάδα και θα προβληθεί και στο εξωτερικό με διανομή μέσα στο έτος 2026… Που έγινε συνεργασία με τον Μάϊκλ Μάντσεν… Που παράλληλα το έργο έχει σεβαστεί την αύρα του Σινάτρα και αποτελεί ενδιαφέρουσα παρακολούθηση και κινηματογραφική πρόταση… Κάποιοι δεν δουν – δεν καταλάβουν – δεν παραδεχτούν την πρόοδό του… Είναι δικαίωμά τους να γράψουν την τεκμηριωμένη όποια γνώμη τους. Μα σε ενδεχόμενο αρνητικής γνώμης με χλεύη, με απαξίωση και με αφοριστική διάθεση, δεν λαμβάνω σοβαρά υπόψιν μου τέτοιες περιπτώσεις σαν παράγοντα εύστοχης αξιολόγησης. Μα απεναντίας, άστοχης κριτικής ματιάς. Για να μην πω αμετρωπίας. Διότι αντιθέτως, η κινηματογραφική πρόοδος του Παπαθεοδώρου αντικειμενικά υπάρχει. Και φαίνεται. Το θέμα είναι πλέον, τι θα κάνει ο ίδιος κινηματογραφικά από εδώ και πέρα…

Μια διανομή της Crisis Cinema

Συντελεστές

Σενάριο: Willard Manus, Rico Simonini. Σκηνοθεσία: Γιώργος Παπαθεοδώρου, Michael Oblowitz. Διεύθυνση Φωτογραφίας: Nathaniel Elegino, Michael Oblowitz, Daniele Poli. Μοντάζ: Christopher Cibelli, Cody Miller, Δημοσθένης Ράπτης. Πρωταγωνιστούν/Συμμετέχουν: Rico Simonini, Emily Elicia Low, Eric Roberts, Michael Madsen, Harry Dean Stanton, Lukas Haas, Michael Woods, Dionne Warwick, Κυριακή Υψηλάντη κ.ά. Κοστούμια: Emily Elicia Low, Olga Michalowska, Swinda Reichelt, Mikael Sarafyan. Σκηνικά: Χρήστος Ανδριόπουλος. Μακιγιάζ/Κομμώσεις: Jake Porath, Jennifer Corona, Jen Fregozo, Cindy Escalande. Εταλονάζ και Επιμέλεια: Γιάννης Καλογερόπουλος. Ήχος: Ellis Burman III, Δημοσθένης Ράπτης, Erik Goodrich, Thai Long Lee κ.ά. Sound Design: Αναστάσιος Κατσάρης. Μουσική: Donald Barret. Soundtrack: Dionne Warwick. Παραγωγή: CRISIS CINEMA, 8TH HOUSE ENTERTAINMENT, ALL ENTERTAINMENT. Marketing Team: Ειρήνη Θεοδωρακάκη, Ιωάννα Αφροδίτη Θεοδωρακάκη. Επικοινωνία – Δημόσιες Σχέσεις: Ειρήνη Θεοδωρακάκη, Ιωάννα Αφροδίτη Θεοδωρακάκη.