Ο Γιώργος Λιβανός κερδίζει ένα μεγάλο στοίχημα με τον εαυτό του, όταν εξασφαλίζοντας τα δικαιώματα του Τζον Όσμπορν, ανεβάζει μια τεράστια και φιλόδοξη παραγωγή σε ένα μικρό θέατρο. Μια εκδοχή η οποία και θεωρείται η καλύτερη ανάμεσα στις άξιες θεατρικές διασκευές του εμβληματικού πλέον έργου του Όσκαρ Ουάιλντ «Το Πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέι», ενός έργου που ανήκει στην κλασσική γοτθική λογοτεχνία με έντονο Φαουστικό θέμα.

 

Κριτική – Παρουσίαση: Γιάννης Ζαμπατής

Photos: Γιάννης Ζαμπατής

 

 

Το μυθιστόρημα του Όσκαρ Ουάιλντ θεωρήθηκε προκλητικό, σκανδάλισε τα βικτοριανά ήθη και ξεσήκωσε θύελλα διαμαρτυριών για την ανηθικότητα του ήρωα, που τοποθετεί την ηδονή πάνω από κάθε πνευματική αξία.

Σήμερα, έναν αιώνα μετά την πρώτη της έκδοση, η ιστορία του Ντόριαν Γκρέι εξακολουθεί να συμβολίζει το άπιαστο όνειρο της αιώνιας νεότητας και της άφθαρτης ομορφιάς, γι’ αυτό και θεωρείται ένα έργο επίκαιρο και διαχρονικό.

Αυτήν την εκδοχή του Όσμπορν, μελετάει ενδελεχώς ο Γιώργος Λιβανός και στήνει μια άρτια παράσταση, σε μια σύγχρονη εκδοχή, ακολουθώντας όμως πιστά το πνεύμα του συγγραφέα. Εμβαθύνει στους χαρακτήρες έναν προς έναν, αναδεικνύει την καθαρά υπαρξιακή διάσταση του κεντρικού ήρωα αυτού του ποιητικού εξπρεσιονιστικού μυθιστορήματος, όπως και όλων των χαρακτήρων, μέσα από τους οποίους ο Όσκαρ Ουάιλντ με ραφινάτη οξυδέρκεια, καταγράφει και καυτηριάζει τις συνήθειες της βρετανικής καλής κοινωνίας της εποχής του, με τις δεξιώσεις, τις συγκεντρώσεις, τα τσάι, τις υπερφίαλες και εκκεντρικά ντυμένες γηραιές κυρίες, τις φιλανθρωπίες και τον καμουφλαρισμένο σνομπισμό.

 

 

Eίναι σίγουρο ότι ο θεατής θα μπορέσει να βρει πολλές ομοιότητες με την σημερινή εποχή, και μέσα από δραματικό αυτό ψυχογράφημα προσφέρεται τροφή για σκέψη και προβληματισμό. Όχι έναν μόνο αλλά πολλούς. Πόσο τρωτός είναι ο άνθρωπος μπροστά στον πειρασμό της αιώνιας ομορφιάς και νεότητας; Τι είναι διατεθειμένος να κάνει και ποιο το κόστος μιας τέτοιας πράξης που μπορεί να στοιχίσει αθώες ζωές;

Το ανέβασμα μιας τέτοιας παραγωγής μπορεί να μην είναι εύκολη δουλειά, αλλά ο Γιώργος Λιβανός με αρωγούς ένα επιλεγμένο καστ και ένα αξιόλογο επιτελείο, καταφέρνει να μας μεταφέρει την ατμόσφαιρα και το πνεύμα της εποχής του Ουάιλντ.

Τα σκηνικά της Δέσποινας Βολίδη μας δίνουν ευθύς εξαρχής μια ευχάριστη νότα που μας είχε λείψει λίγο μετά από την πληθώρα αφαιρετικών σκηνικών που διευκολύνουν και την μεταφορά τους για περιοδεία. Έξυπνα μοιρασμένα στην μικρή σκηνή όλοι οι χώροι των δρώμενων, που με τους εναλλασσόμενους φωτισμούς του Γιώργου Λιβανού, τονίζοντας το κόκκινο και το πράσινο χρώμα αναδεικνύονταν κάθε φορά τα σημεία της σκηνικής δράσης.

 

 

Πρωταγωνιστής είναι ο Ντόριαν Γκρέι, ένας πλούσιος και πολύ όμορφος νεαρός, γόνος της αριστοκρατίας, ο οποίος συνειδητοποιεί τη γοητεία που ασκεί στους ανθρώπους, όταν στέκεται θαμπωμένος μπροστά στο πορτρέτο που του φιλοτέχνησε ο φημισμένος ζωγράφος, ο Μπάζιλ Χόλγουορντ.

Ο Μπάζιλ Χόλγουορντ, ένας βαθιά ηθικός άνδρας, πέφτει θύμα της γοητείας του Ντόριαν. Το πορτραίτο που φιλοτεχνεί για τον νεαρό είναι το απαύγασμα της τέχνης του, αντιπροσωπευτικό των καλλιτεχνικών του δυνατοτήτων.

«Σ’ αγαπάει; – Νομίζω με συμπαθεί. Πολύ… Αν και κάποιες στιγμές, μοιάζει να απολαμβάνει τον πόνο που μου προκαλεί. Τον κολακεύω…» Μέσα από αυτήν την στιχομυθία με τον φίλο του Λόρδο Χένρυ, διαφαίνεται η αποδοχή του ανεκπλήρωτου έρωτα προς τον Ντόριαν τον οποίον και εξωτερικεύει δημιουργώντας ένα αριστουργηματικό πορτρέτο.

Τόσο απλός και με ανεπιτήδευτη φυσικότητα, ο Γιώργος Λιβανός είναι ιδανικός ως ο τρυφερός και ηθικός άνδρας, που με τις στίξεις και τις παύσεις πείθει για τον χαρακτήρα που ερμηνεύει.

 

 

Ο Στάθης Παναγιωτίδης, σοφή επιλογή του Γιώργου Λιβανού να ενσαρκώσει τον εμβληματικό Ντόριαν. Επί τέλους μια αρρενωπή εκδοχή του ήρωα, έτσι όπως θα φανταζόταν κανείς τον όμορφο αυτό ναρκισσιστή αριστοκρατικό γόνο που σαγηνεύει στο πέρασμά του γυναίκες και άνδρες.

Αεικίνητος στην σκηνή ανταποκρίνεται στο έπακρον με δυνατή υποκριτική σε έναν απαιτητικό ρόλο, με μετρημένες ανάσες, χωρίς να χάνει στιγμή την αυτοσυγκέντρωσή του και σε στιγμές εκρήξεων και εναλλαγής συναισθημάτων που τόσο εύγλωττα μεταφέρει με τις εκφράσεις του.

Ο Γιάννης Τσιώμου, συμπληρώνει το πρωταγωνιστικό τρίο ερμηνεύοντας τον Λόρδο Χένρυ με μεγάλη ευχέρεια στην γρήγορη ροή του λόγου και μεγάλη σιγουριά και αυτοπεποίθηση στη σκηνή, ανάλογος με τον ρόλο του υπερόπτη δανδή, που προτεραιότητα ζωής είναι η αναζήτηση της ηδονής και των απολαύσεων.

Άλλωστε είναι ο καταλύτης στην μετάβαση του Ντόριαν από την περίοδο της αγνότητας και της αθωότητας στην ηθική πτώση και τον κατακερματισμό της ψυχής του, αφού αυτή η φύση του αναλαμβάνει να παίξει τον ρόλο του διαβόλου του Φάουστ, αυτού που προσφέρει τον πειρασμό στον Ντόριαν.

 

 

Και όλα αυτά σε συνέχεια της μιας στιγμιαίας ευχής, την στιγμή που ο Ντόριαν αντίκρισε το θεσπέσιο πορτραίτο του και ένοιωσε σοκ και δέος όταν συνειδητοποίησε ότι αυτό δεν πρόκειται να γεράσει ποτέ σε αντίθεση με εκείνον, να συμβεί το αντίθετο.

Εδώ έχουμε μια τολμηρή έμπνευση από τον Γιώργο Λιβανό που γίνεται για πρώτη φορά στη θεατρική σκηνή παγκοσμίως. Το πορτραίτο όχι απλά να γερνάει αλλά να ζωντανεύει και να βγαίνει από το κάδρο και να αναμετριέται σώμα με σώμα και επί ίσοις όροις με τον ήρωα.

Η σκηνή αυτή του γυμνού μυστικισμού, με τους δυο άντρες να έρχονται σε αντιπαράθεση στην υποβλητική ατμόσφαιρα του χαμηλόφωτου και αχνού από τους ατμούς σκηνικού, ξεπερνάει τα όρια του ρεαλιστικού σε άλλα επίπεδα μεταφυσικά.

Την ευθύνη για τον ρόλο της παγκόσμιας αυτής πρωτοτυπίας του «ζωντανού» πορτραίτου επωμίζεται ο Γιώργος Καρατζάς στο πρώτο του βήμα στο θεατρικό σανίδι, άκρως ερωτικός, που εντυπωσιάζει με το εκτόπισμα του και το αγαλμάτινο σώμα, τον καθαρό λόγο με την βαθειά φωνή, αντάξια «σκιά» του κολασμένου ήρωα.

Μια σκηνή που θα πρέπει να μνημονεύεται στο εξής, όχι μόνο για την πρωτοτυπία της έμπνευσης, αλλά και την άψογή εκτέλεση και την χημεία των ερμηνευτών.

 

 

Έρχεται όμως η στιγμή που ο Ντόριαν ερωτεύεται μια όμορφη και ταλαντούχα, αλλά φτωχή, ηθοποιό και τραγουδίστρια, την Σίμπιλ Βέιν. Τον ερωτεύεται και αυτή παράφορα και παύει να βρίσκει ευχαρίστηση στον ψεύτικο έρωτα του θεάτρου, πράγμα που την καθιστά πλέον ανίκανη να παίξει. Όμως ο υπερόπτης Ντόριαν γι’ αυτήν την τέχνη της την ερωτεύτηκε και όταν της είπε ότι δεν την αγαπάει πια η Σίμπιλ αυτοκτονεί.

Αυτήν την εύθραυστη και άτυχη πανέμορφη κοπέλα ερμηνεύει η Νίνα Ακτύπη δίνοντας της την λάμψη της. Από την επόμενη κιόλας ημέρα η Σίμπιλ Βέιν ήταν για τον Ντόριαν παρελθόν, σα να μην υπήρξε ποτέ. Όμως στο πέρασμα του χρόνου, η Σίμπιλ πυρπολεί το μυαλό του, σαν τη θύμηση της μοναδικής γυναίκας που αγάπησε, και η αυτοκτονία της είναι σαφώς η αρχή της πτωτικής πορείας του. Αιώνια ιδανική αγαπημένη η Νίνα Ακτύπη κουβαλά στο ρόλο την τρυφερή ευαισθησία της.

Η συμβουλή του Χάρυ, ότι «ο μόνος τρόπος για να απαλλαγείς από τον πειρασμό είναι να ενδώσεις σε αυτόν. Κάνε ότι αντιστέκεσαι, και η ψυχή σου θα αρρωστήσει από την λαχτάρα» άρχισε να γίνεται βίωμα για τον Ντόριαν, αφού και η ευχή του να γερνάει το πορτραίτο αντ’ αυτού εκπληρώνεται και καθώς βυθίζεται όλο και περισσότερο σε μία έκλυτη ζωή ακολασίας στο κυνήγι των αισθήσεων, το πορτρέτο εξυπηρετεί ως μία διαρκής υπενθύμιση του αντίκτυπου που έχει κάθε πράξη στην ψυχή, με το κάθε αμάρτημα να παρουσιάζεται είτε ως παραμόρφωση της σιλουέτας του είτε ως σημάδι γήρανσης. 

Το πορτραίτο του γίνεται το μέσο μέσω του οποίου μπορούν και οι υπόλοιποι, όπως ο Μπάζιλ, να δουν την παραμορφωμένη ψυχή του.

 

 

Τα επόμενα χρόνια θα γευτεί κάθε απαγορευμένο καρπό και θα πειραματιστεί με κάθε διαστροφή, κυρίως υπό την επίδραση ενός γαλλικού παρακμιακού λογοτεχνήματος, δώρο του Λόρδου Χένρυ.

Στο μυθιστόρημα δεν αποκαλύπτεται ποτέ ο τίτλος του βιβλίου, στις δίκες του Ουάιλντ όμως ο συγγραφέας παραδέχεται πως όταν το έγραφε είχε στο μυαλό του το περιβόητο «À rebours» του Γάλλου συγγραφέα Ζορίς-Καρλ Υσμάν. Σε κάποια στιγμή ο Ντόριαν σχολιάζει περιπαικτικά το βιβλίο στον Λόρδο Χένρυ λέγοντας του ότι δεν πρέπει να πέσει σε άλλα χέρια, γιατί διαφθείρει.

Εκτός από τους βασικούς χαρακτήρες όλοι αφήνουν το στίγμα τους στην καλοστημένη αυτή και ακριβή παραγωγή. Η Αγάπη Μανουρά, μα πόσο υπέροχη και στους τρεις ρόλους που με τόση ευκολία εναλλάσσεται. Συγκινητική και δραματική ως μητέρα της Σίμπιλ, εντυπωσιακή και φανφαρόνα ως Δούκισσα του Χάρλι, έκτακτη ως οικονόμος του Ντόριαν, γενικά αξιαγάπητη.

 

 

Ο Σωτήρης Αντωνίου, πειστικότατος στον ρόλου του Τζέιμς Βέιν, αδελφού της Σίμπιλ, είναι σαν να έχουν χαραχτεί στο πρόσωπο του η μοίρα ενός αδικημένου από την ζωή και η αγωνία για την προστασία της αδελφής του.

Ο Μάνος Χατζηγεωργίου, κύριος των ρόλων του, ευθυτενής σαν Λόρδος Φέρμορ, θείος του Λόρδου Χένρυ, χαριτωμένος ως κύριος Χάμπαρντ και δυνατός ως Άλαν Κάμπελ.  

Η Καίτη Ιμπροχώρη, πόσο όμορφη ως guest star σε video wall στο ρόλο της Λαίδης Άγκαθα, έδωσε μια νοσταλγική νότα, που ήταν όμως αισθητή η απουσία της δια ζώσης από την σκηνή.

 

 

Ο Όσκαρ Ουάιλντ βουτάει το πινέλο του στα «αγγελικά και μαύρα» χρώματα του άνευ ορίων ηδονισμού για να φιλοτεχνήσει το λαμπερό και συνάμα αποκρουστικό του πορτρέτο και αυτό ακριβώς είναι εκείνο που δεν κατανόησαν οι πουριτανοί της εποχής του.

Αντίστοιχα, ο Γιώργος Λιβανός βουτάει το δικό του πινέλο στα χρώματα της έμπνευσης και της επιμονής του να πραγματοποιήσει μια επιθυμία χρόνων, να ανεβάσει μια σύγχρονη προσέγγιση του μεταφυσικού αυτού δράματος εποχής. Ευελπιστώ ότι ο σύγχρονος κόσμος έχει αποβάλει αρκετά τον ανόητο και άσκοπο πουριτανισμό και θα κατανοήσει το νόημα της δημιουργίας του περίφημου πορτραίτου.

Η μετάφραση και θεατρική απόδοση του Θωμά Βούλγαρη, ξεκάθαρη και κατανοητή, ισχυρό εφόδιο για τους ερμηνευτές. Η καλλιτεχνική επιμέλεια του Γιάννη  Σολδάτου απέδωσε, ως γνώριμοι συνεργάτες και στο παρελθόν, αλλά και η συμβολή της αείμνηστης Ροζίτας Σώκου στην οποίαν οφείλετο και η πρώτη θεατρική εκδοχή, στο Θέατρο Έρευνας με τον Δημήτρη Ποταμίτη που σηματοδότησε τα θεατρικά δρώμενα της δεκαετίας του ΄80.

Η εξασφάλιση των δικαιωμάτων για την πρωτότυπη και ολόφρεσκη τότε electro-pop μουσική του Μίμη Πλέσσα, αλλά και τα λαμπερά αυθεντικά κοστούμια εποχής της Δέσποινας Βολίδη με την προσεγμένη εκτέλεση τους από την Βάνια Αλεξάντροβνα, αλλά και η χορογραφική προσέγγιση της Ειρήνης Τσότρα, συνέβαλαν στην ολοκλήρωση μιας άρτιας παράστασης που είχαμε χρόνια να δούμε, αφού στην Ελλάδα και αλλού πέρασαν «Πορτραίτα» κάπως αδιάφορα, έως και βαρετά.

 

 

Και έτσι μιλάμε για μια καθόλα ολοκληρωμένη και άρτια παράσταση, με εντυπωσιακή και συγκινητική αρχή, ακούγοντας την πρωτότυπη ηχογραφημένη εισαγωγή από τον Δημήτρη Ποταμίτη, αλλά και ένα σπουδαίο και λυτρωτικό τέλος.

Ο Ντόριαν έχει μεταφέρει το πορτραίτο στη σοφίτα του και κάθε τόσο το ελέγχει για να δει τις αλλαγές με το πέρασμα του χρόνου. Όταν ο Μπάζιλ τον ρωτάει γι’ αυτό αποφασίζει να του αποκαλύψει την αλήθεια, μια αλήθεια που θα πάρει για πάντα μαζί του όταν δεν το αντέχει και διαπράττε το έσχατο έγκλημα μαχαιρώνοντας τον.

 

 

Αφού έχει διαπράξει και το έσχατο έγκλημα μαχαιρώνοντας τον πραγματικά ηθικό μέντορα του, συνειδητοποιεί ότι μόνο η αληθινή μετάνοια θα τον λυτρώσει και αποφασίζει να καταστρέψει και το τελευταίο ίχνος της συνείδησής του.

Έτσι, σε μια στιγμή αλλοφροσύνης μπήγει το μαχαίρι που είχε χρησιμοποιήσει για να σκοτώσει τον Μπάζιλ στον πίνακα. Ο Ντόριαν κείτεται νεκρός με ένα μαχαίρι στο στήθος, γερασμένος και μαραζωμένος, ενώ η φιγούρα στο πορτραίτο στέκει νεαρή και υπέροχη, όπως την είχε φιλοτεχνήσει ο ζωγράφος… ενδεδυμένη με το λευκό κοστούμι του Μπάζιλ… Ο χώρος κατακλύζεται από χιόνι… έχει επέλθει η κάθαρση…!!!

 

 

5