Από τον Heretic κριτικό Γιάννη Κρουσίνσκυ
H ταινία του Μάλκολμ Βένβιλ έχει καλύψει σε έναν ικανοποιητικό βαθμό, ευχάριστης εικονοποίησης, αυτό που θέλουν να δουν όσοι λατρεύουν τους Maiden. Έρευνα και Ενημέρωση, μέχρι ένα σημείο, είναι καλές. Τα θετικά στοιχεία αρκετά!
Για να δικαιολογήσει το ειδικό Τρίγωνο κρίσιμων Σχέσεων (Μουσικό Συγκρότημα / Θαυμαστές / Αντικατοπτρισμός μπάντας μέσω Eddie) στην κινηματογραφική της αφήγηση, η ταινία τοποθετεί σαν σημείο διασύνδεσης περισσότερο τις Live Εμφανίσεις των Iron Maiden.
Ωστόσο, δεν είναι όλα τέλεια. Υπάρχουν και αρνητικά στοιχεία! Η ταινία προσεγγίζει επιφανειακά τη μπάντα και ενώ μεν αντικατοπτρίζει την υπέροχη σχέση ζωής, που το συγκρότημα φέρει με τους ακροατές του, δυστυχώς κατά καιρούς χάνει την ουσία των Maiden. Δεν εμβαθύνει…
Ανάλυση
Εισαγωγή…
Η προώθηση της εν λόγω ταινίας ταιριάζει ιδανικά με την επερχόμενη μουσική περιοδεία ζωντανών εμφανίσεων των Iron Maiden μαζί με τους Anthrax, σε μεγάλα στάδια στην Ευρώπη. Μεταξύ αυτών των πολυαναμενόμενων εμφανίσεων, ευτυχώς, έρχονται και στη χώρα μας (23/05/2026 στο Ο.Α.Κ.Α.). Το ντοκιμαντέρ “Iron Maiden: Burning Ambition” (2026), του σκηνοθέτη Μάλκολμ Βένβιλ, κυκλοφορεί λοιπόν παγκοσμίως στις κινηματογραφικές Αίθουσες. Εξυπακούεται, πως για τους ανθρώπους που λατρεύουν τη μουσική των Iron Maiden και που γνωρίζουν την ενδιαφέρουσα ιστορία -ίσως- του πιο κορυφαίου Metal συγκροτήματος, το ντοκιμαντέρ αυτό θα αποτελέσει άλλη μια ευχάριστη εικονοποίηση. Με καλοπροαίρετη και -μέχρι ένα σημείο- μη αυστηρή κριτική ματιά, στην καταγεγραμμένη και διεθνώς αναγνωρισμένη ποιοτική πορεία της μπάντας.
Όταν λέω μερικώς “μη αυστηρή κριτική ματιά”, δεν εννοώ από τον σκηνοθέτη, που κανονικά όφειλε έτσι και αλλιώς να είναι ουδέτερος στην καταγραφή των δεδομένων και των ανθρώπων του ντοκιμαντέρ του. Μα εννοώ από τους θεατές, για το αποτέλεσμα της ταινίας. Θεατές που έχουν συγκεκριμένο λόγο να προσέλθουν στην παρακολούθηση τούτου του ντοκιμαντέρ. Διότι στην ουσία, δεν μιλάμε τώρα για κάθε γνώριμο σε Σινεφίλ κύκλους θεατή, ο οποίος θα πάει κλασικά για ακόμη μια φορά στο Σινεμά. Μα απεναντίας, εδώ μιλάμε εκτάκτως για ορκισμένους υποστηρικτικούς ακροατές της μουσικής Heavy Metal, λάτρεις του είδους New Wave Of British Heavy Metal (NWOBHM), στο οποίο ανήκαν πρωτοποριακά οι Iron Maiden. Και τελικά ακόμη πιο συγκεκριμένα, για τους αποκλειστικούς θαυμαστές της μουσικής των Maiden, μα και του ίδιου του μουσικού σχήματος.
Κυρίως αυτοί θα πάνε, να δουν το έργο. Και η ματιά τους είναι συγκεκριμένη. Καθότι, δεν νομίζω, ότι οι θαυμαστές των Iron Maiden έχουν σαν πρώτη έγνοια να καταλάβουν και να εξακριβώσουν εδώ εάν οι κινηματογραφικές παράμετροι αυτού του ντοκιμαντέρ είναι αριστουργηματικές. Μάλλον όχι. Κατά κύριο λόγο, θέλουν απλώς να απολαύσουν στη Μεγάλη Οθόνη την αγαπημένη τους μπάντα! Μια σπουδαία, πολύπειρη και περιπετειώδη μπάντα, που έχει δικαίως δημιουργήσει πολλές συγκινήσεις και έχει μεταδώσει μουσική και μεταλλική αλληλεγγύη παγκοσμίως. Με τους εκφραστικούς στίχους, τις μελωδικές συνθέσεις, τους ταξιδιάρικους ρυθμούς, τα ατμοσφαιρικά σκηνικά και φυσικά, με τις δυναμικές προσωπικότητες των μελών της. Ναι, σαφώς και με τον τόσο εικονογραφημένο, όσο και παραστατικό, εμβληματικό Eddie. Βασικές προϋποθέσεις στη ματιά των θεατών υπάρχουν βεβαίως.
Άρα, οι θαυμαστές (ειλικρινά, δεν μου αρέσει η λέξη “οπαδοί”, θεωρώ, ότι γενικότερα δεν υπάρχει σοβαρή έννοια “οπαδός τεχνών”, όχι μόνο στο Metal και στη Μουσική, αλλά σε οποιαδήποτε Τέχνη), λογικά, πιο πολύ θα ενδιαφέρονται, για τρία απλά πράγματα. Πρώτον, εάν παρουσιάζεται κατάλληλα ο εκρηκτικός παλμός με τη σπάνια αύρα ζωντάνιας στο μουσικό πλήρωμα του αρχιμάστορα Στιβ Χάρις. Δεύτερον, εάν το εν λόγω ντοκιμαντέρ φέρει ορθή έρευνα – ενημέρωση. Και τρίτον, εάν από άποψη αξιοπρεπούς κινηματογραφικής προσέγγισης, σέβεται υφολογικά την αγαπημένη μπάντα τους. Για την ακρίβεια, μία από τις πιο αγαπημένες μπάντες όλων όσοι κατανοούμε, τι σημαίνει αληθινή ποιοτική μουσική (σε τεχνική κατάρτιση, σύνθεση, ενορχήστρωση, ηχητική απόδοση, ατμοσφαιρική αίσθηση, θεατρικότητα, στιχουργική, γοητευτικές Θεματικές, καλλιτεχνική έκφραση κτλ).
Ωστόσο, όλα αυτά δεν σημαίνουν, επειδή μια ταινία ασχολείται με ένα από τα πιο σημαντικά συγκροτήματα του σκληρού, ρυθμικού, μελωδικού και ευφάνταστου ήχου, πως ξαφνικά θα απουσιάσει η απαραίτητη -κάθε- εποικοδομητική κριτική στην ίδια την ταινία. Όχι φυσικά. Εξάλλου, άλλο πράγμα είναι η ιστορία και η ποιότητα του ίδιου του μουσικού συγκροτήματος. Και άλλο, είναι η ποιοτική διάσταση του ίδιου του μουσικού ντοκιμαντέρ. Μην μπερδευόμαστε. Μάλιστα από ένα σημείο και μετά, ειδικά εάν κάποιος έχει ασχοληθεί με τη μουσική της μπάντας και δεν περίμενε την ταινία για να ενημερωθεί περί Maiden, εννοείται, πως δικαίως έχει υψηλές προσδοκίες και ορισμένες απαιτήσεις, κατά την παρακολούθηση της ταινίας. Βεβαίως, το ντοκιμαντέρ λειτουργεί με σωστή ενημέρωση για κάποιον που επιθυμεί να μάθει τώρα την ιστορία της μπάντας ή που γνωρίζει ορισμένα στοιχεία και ήθελε επιπροσθέτως μια πιο τακτοποιημένη αφηγηματική προσέγγιση.
Γενικώς…
Καταρχάς, το πιο σημαντικό από όλα είναι να αντιληφθούμε την καλλιτεχνική φιλοσοφία και την κινηματογραφική μεθοδολογία του ντοκιμαντέρ “Iron Maiden: Burning Ambition.” Το πολύ θετικό στοιχείο αυτής της ταινίας είναι, ότι καλλιτεχνική φιλοσοφία και κινηματογραφική μεθοδολογία ευθυγραμμίζονται. Με ποιον τρόπο; Μα φυσικά, μέσα από την αποκάλυψη του πυρήνα της ταινίας, που δεν είναι άλλος από την ιδιαίτερη σχέση του μουσικού συγκροτήματος Iron Maiden, με τους αφοσιωμένους θαυμαστές και κατά συνέπεια ορκισμένους υποστηρικτές της μπάντας. Καθότι όλα τροφοδοτούνται από τη μουσική αλληλεπίδραση, μεταξύ μπάντας και ακροατών. Έτσι και στους Maiden. Απλώς σε τούτο το συγκρότημα, όλα αποκτούν τεράστια και ταχύτατη πρόοδο.
Η μουσική αλληλεπίδραση φέρνει και την πολύτιμη μουσική εμπιστοσύνη, ώστε κάποιος ακροατής / ακροάτρια να θέλει να συνεχίσει την ολοένα και πιο αναλυτική αναζήτηση στις διαπιστευμένες, ιδιαίτερης ομορφιάς, καλλιτεχνικές δουλειές της maiden-ικής, πλούσιας σε ποιότητα και ποσότητα, δισκογραφίας. Και εν συνεχεία, να επιθυμεί κιόλας να τις δει πάρα πολύ γρήγορα από κοντά, σε ζωντανά παρουσιασμένες μουσικές εμφανίσεις. Στις οποίες εμφανίσεις, η ζωντανή απόδοση των Maiden βρισκόταν ανέκαθεν σε υψηλά επίπεδα, παραμένοντας πιστή στον ξεχωριστό ήχο και παρουσιάζοντας μουσική ανταπόκριση στην ποιότητα της ήδη γνώριμης δισκογραφίας. Το ίδιο όμως ισχύει και από την άλλη πλευρά. Από τον ενθουσιασμό των ευχαριστημένων ακροατών, που πλέον γίνονται και ένθερμοι θεατές στις συναυλίες. Έτσι, η σχέση μουσικής και εμπιστοσύνης γίνεται Ένα, πλέον ως μουσική εμπιστοσύνη με νύγμα, αποκτώντας αναπόφευκτα διαστάσεις ανεκτίμητης Ιερότητας.
Αυτή λοιπόν η ιερή πια σχέση, τσεκαρισμένης μουσικής εμπιστοσύνης, προκύπτουσα από την καλλιτεχνική αλληλεπίδραση μεταξύ Maiden και ακροατών, καθορίζει όλη την ουσία της Θέασης του ντοκιμαντέρ. Και εδώ ακριβώς μπαίνουν στο κάδρο και άλλες κινηματογραφικές παράμετροι, οι οποίες διαμορφώνουν έναν ορθά δομημένο Καλλιτεχνικό Σκελετό. Διότι, όπως έχουμε αναφέρει παλιότερα και σε κριτικές άλλων ντοκιμαντέρ, εκτός από τη σκηνοθεσία υπάρχει και η “σεναριακή μορφή ντοκιμαντέρ.” Έτσι λοιπόν η σεναριακή μορφή και ανάπτυξη από τον Ντέϊβιντ Τιγκ στο ντοκιμαντέρ του Μάλκολμ Βένβιλ έπιασε τον ενθουσιώδη παλμό των αφοσιωμένων, έως και ορκισμένων θαυμαστών των Maiden. Και το έπραξε αυτό η σεναριακή προσέγγιση της ταινίας, μέσα από ένα ιδιαίτερο Τρίγωνο δυναμικών Σχέσεων.
Πρώτον, τα μέλη του μουσικού συγκροτήματος. Δεύτερον, οι συγκινημένοι θαυμαστές. Και τρίτον, ενδιαμέσως βρίσκεται ο Eddie, δηλαδή η εμβληματική εικονογραφημένη μορφή, σε κάθε εξώφυλλο της παραγωγικής δισκογραφίας της μπάντας, αλλά και σε κάθε παραστατική παρουσία που σημειώνει η οργισμένη πανύψηλη αυτή περσόνα, στις αλησμόνητες συναυλίες των Maiden. Αυτά είναι στην ουσία τα “πρόσωπα” που κάνουν έμμεση οπτικοποιημένη συνομιλία τόσο μεταξύ τους, όσο και με τον θεατή που παρακολουθεί το ντοκιμαντέρ. Έτσι, από πρακτική άποψη μεθοδολογίας σωστά παρατηρούμε στην ταινία μια κατάλληλη διαμοίραση (μεταξύ των Maiden / των Θαυμαστών / και του Eddie), ταιριάζοντας και στην κινηματογραφική διάρκεια των εκάστοτε παρουσιασμένων “προσώπων.” Βεβαίως με πιο επαγγελματική εποπτεία, κάπου γύρω από αυτό το ειδικό Τρίγωνο περιστρέφεται ο μελετημένος μάνατζερ της μπάντας, Ροντ Σμόλγουντ. Ως ο επί χρόνια, στενός φίλος και ταυτοχρόνως κομβικός επαγγελματικός συνεργάτης. Όμως, ας τα πάρουμε καλύτερα, ένα ένα τα πράγματα.
Μέλη των Maiden. Θα παρακολουθήσουμε κατά μεγάλο ποσοστό φωτογραφικό υλικό του συγκροτήματος που συνάδει μονταζιακά με την (σχεδόν) 50χρονη πορεία καλλιτεχνικής ανάπτυξης των Maiden, εν εξελίξει της επίσημης δισκογραφίας και των ζωντανών τους εμφανίσεων, από τότε που ξεκίνησαν έως και Σήμερα. Επάνω σε αυτό το φωτογραφικό υλικό ακούγονται με αφηγηματική τεχνική Voiceover (χωρίς να βλέπουμε τους ίδιους να μιλούν μπροστά στην κάμερα) οι φωνές των μελών της μπάντας. Βεβαίως, υπάρχει και υλικό με βίντεο, μα ανήκει σε παλιότερα αρχεία ή εμφανίζεται πιο σπάνια. Από άποψη αφηγηματικής διάρκειας και σημασίας, στο κομμάτι του Voiceover ξεχωρίζουν περισσότερο οι φωνές των εξής τριών βασικών, επί πάρα πολλά χρόνια, μελών. Στιβ Χάρις (μπασίστας, συνθέτης, στιχουργός, ιδρυτής – θεμελιωτής των Maiden από το ξεκίνημά τους, πολύ πριν από το 1980 και τον πρώτο επίσημο δίσκο). Μπρους Ντίκινσον (τραγουδιστής των Maiden από το 1982 και τον δίσκο “The Number of the Beast” με φυγή το 1993 και επανασύνδεση το 1999). Νίκο ΜακΜπρέϊν (ντράμερ των Maiden από το 1983 και τον δίσκο “Piece of Mind”, αποσύρθηκε μόνο από τις Live εμφανίσεις το 2024).
Υπάρχουν συνδέσεις των τριών αυτών προσώπων στην ταινία. Η αρχική κόντρα (περίπου το 1982-1983) των Χάρις και Ντίκινσον με καλλιτεχνικό ανταγωνισμό, για τη διεκδίκηση του ποιος θα καταλάμβανε την πιο πρωταγωνιστική παρουσία στο κέντρο της σκηνής σε κάθε ζωντανή εμφάνιση, τραβά την προσοχή. Το ίδιο και το πόσο γρήγορα την ξεπέρασαν. Ενώ η αναπτυγμένη φιλία των Ντίκινσον και ΜακΜπρέϊν έχει ιδιαίτερη σημασία παρατήρησης, διότι ανοίγει δρόμους εκλογικευμένης επεξήγησης, αν σκεφτούμε καλά τα γερά θεμέλια της φιλίας, εξαιτίας του ερχομού των δύο κάποτε νεοεισερχόμενων μελών στη μπάντα, σε αρκετά κοντινό χρονικό διάστημα (1982 & 1983). Αυτή η εκλογικευμένη επεξήγηση όμως προκύπτει μόνο από γνώστες της ιστορίας του συγκροτήματος. Και όχι λόγω του ντοκιμαντέρ. Τα θεμέλια της φιλίας ενισχύθηκαν όμως και εξαιτίας της επιστροφής του Μπρους. Και εξαιτίας των σοβαρών θεμάτων υγείας, που πολλά χρόνια αργότερα αμφότεροι πέρασαν. Και συμπαραστάθηκαν ο ένας στον άλλο, κατά την αποθεραπεία τους (ο μεν Μπρους εμφάνισε καρκίνο στο λάρυγγα το 2015, ο δε Νίκο έπαθε εγκεφαλικό επεισόδιο το 2023). Αυτά τα στοιχεία προκύπτουν καί μέσα από την ενημέρωση του ντοκιμαντέρ!
Από εκεί και πέρα, το καλό είναι, ότι η ταινία ασχολήθηκε σχεδόν με όλα τα μέλη που πέρασαν από τους Maiden. Και αποκορύφωμα επί τούτου, είναι οι τρεις καθοριστικοί τραγουδιστές! Ο (αείμνηστος) Πολ Ντι Άννο, ο Μπρους Ντίκινσον και ο Μπλέϊζ Μπέϊλι, σε τρεις καθοριστικές αλλιώτικες Εποχές, για το μουσικό βρετανικό σχήμα. Η καταγεγραμμένη ειλικρίνεια του Πολ, ο οποίος αναγκαστικά έφυγε από τη μπάντα λόγω καταχρήσεων, ήταν ωραίο ντοκουμέντο. Ομοίως, η ανωτερότητα του Μπλέϊζ, όταν αντιστοίχως μετά τη φυγή του, ο ίδιος ευχήθηκε καλή πρόοδο στο συγκρότημα. Εντάξει, ο Μπρους επανήλθε στο συγκρότημα αφότου έφυγε ο Μπλέϊζ και αυτό σήμανε παράλληλα μια νέα κρίσιμη, τέταρτη maiden-ική εποχή. Δηλαδή την Τέταρτη Εποχή, με την πολύτιμη δεύτερη ευκαιρία που δόθηκε ξανά στους Maiden, για να κατορθώσουν (επανακάμπτοντας από την επικίνδυνα πτωτική πορεία των δίσκων “The X Factor” και “Virtual XI”) και πάλι να ανέβουν στην κορυφή. Σχετικά με τους εντεταγμένους από παλιά, δύο καταπληκτικούς κιθαρίστες, Ντέϊβ Μάρεϊ και Έϊντριαν Σμιθ, η ταινία δυστυχώς δεν δίνει την ίδια προσοχή. Αλλά αυτό συμβαίνει και με τον τρίτο καταρτισμένο κιθαρίστα Γιάνικ Γκερς (ο οποίος ήρθε πολύ αργότερα στη μπάντα). Αντιθέτως, η ταινία επικεντρώνεται οπτικά στην κιθαριστική τους τριπλή ισορροπία και αρμονία (κάτι το οποίο διαφαίνεται στο ντοκιμαντέρ από συναυλία των Maiden στο Ρίο Ντε Τζανέϊρο). Όμως για τον παλιό σημαντικό ντράμερ των τριών πρώτων δίσκων, Κλάϊβ Μπερ… Δυστυχώς, σχεδόν τίποτα δεν θα δούμε! Παρομοίως, για τον παλιό κιθαρίστα Ντένις Στράτον του πρώτου δίσκου…
Όσον αφορά τώρα τους θαυμαστές των Maiden, το ντοκιμαντέρ καταφέρνει να ενώσει με ισοδύναμο τρόπο άσημους και διάσημους ακροατές, των οποίων αναζωογονείται το ίδιο η ψυχή τους υπό κάθε ακρόαση της πασίγνωστης βρετανικής Heavy Metal μπάντας. Ανάμεσα στους θαυμαστές – ακροατές αυτούς βρίσκονται με αλλιώτικες ιδιότητες, διάφοροι επαγγελματίες, από διάφορες χώρες του Κόσμου. Όλοι τους μιλούν μπροστά στην κάμερα. Εκ των πραγμάτων, απομένουν πιο πολύ στη μνήμη του θεατή άνθρωποι που ασχολούνται με τη μουσική δημοσιογραφία, με την Τέχνη της Μουσικής, καθώς και ηθοποιοί. Εννοείται, ότι στη μνήμη του θεατή χαράσσονται γνώριμες και συμπαθητικές μορφές, όπως ο κιθαρίστας και στιχουργός των Anthrax, Σκοτ Ίαν, ο κιθαρίστας των Rage Against The Machine, Τομ Μορέλο, ο ντράμερ των Metallica, Λαρς Ούλριχ, ο ράπερ των Public Enemy, Τσακ Ντι, αλλά και ο ηθοποιός Χαβιέ Μπαρδέμ. Ο Σκοτ Ίαν έχει πάρα πολύ σημαντικό λόγο να παρίσταται στο ντοκιμαντέρ, καθότι οι Maiden σήμαιναν πολλά για τους Anthrax, αλλά κυρίως διότι οι Maiden στήριξαν τους Anthrax εμπράκτως “τουράροντας” μαζί από τη δεκαετία του 1980. Φυσικά, κανείς δεν μπορεί να παραλείψει και τον μπασίστα των Kiss, Τζιν Σίμονς, για τον οποίο συμπάθεια / αντιπάθεια ενδέχεται να είναι ταυτόχρονα παρούσες, λόγω της εκκεντρικής του προσωπικότητας. Πάντως, είπε ωραία μπηχτή ατάκα για την παροδική δύναμη του μουσικού είδους “Grunge” (και μάλιστα, χωρίς να βγάλει καν γλώσσα)…
Για τη δε επιβλητική μορφή του Eddie, παρουσιάζονται διάφορα γραφικά Animation κυρίως με CGI, στα οποία η γνώριμη μορφή που συνιστά τον μουσικό καθρεπτισμό των Maiden ανά Δίσκο και Live, ζωντανεύει τώρα λίγο περισσότερο, κατά τη διάρκεια της προβολής. Κατ’ εμέ, πιο αξιομνημόνευτη στιγμή της ταινίας για τον Eddie αποτελεί το σημείο όπου το ντοκιμαντέρ αναφέρεται οπτικά στον εξαιρετικό δίσκο “Powerslave” (1984), με την αιγυπτιακή Αισθητική και Θεματολογία σε αρκετά κομμάτια. Στην ταινία, κατά το ομότιτλο τραγούδι “Powerslave” βλέπουμε τότε τον αυτοκρατορικό ανθρωπόμορφο Eddie, να διασχίζει τον Νείλο μαζί με υπηρέτες, που κωπηλατούν έχοντας κατεύθυνση προς την επιβλητική Πυραμίδα. Αυτή φέρει σαν αιγυπτιακής Αισθητικής αγαλματένια Θεότητα, την προσομοιάζουσα, σκαλισμένη γιγάντια μορφή του Eddie, η οποία όμως σπάει και πέφτει επάνω στα εκατοντάδες σκαλοπάτια της Πυραμίδας. Έτσι, ο θεατής παίρνει μια γεύση από τις μελετημένες θέσεις – απόψεις των Maiden, σε σχέση με τη διδακτική αντικρουόμενη, κυριαρχία και υποτέλεια, που πρεσβεύει σε κάθε δίσκο ο νεκροζώντανος μεταλλάς φίλος μας, ονόματι Edward. Η θέση του Eddie στον ψυχιατρικό θάλαμο, με τις αλυσίδες και τον ζουρλομανδύα, θα εντυπωσιάσει οπτικά πιο πολύ όποιον δεν γνωρίζει και πολλά για τη μπάντα. Ενώ φυσικά, μόνο οι “βαθύβλακες” δεν θα καταλάβουν ούτε εν έτει 2026, ότι στο εξώφυλλο του “The Number Of The Beast” ο Eddie ουσιαστικά διακωμωδεί το φόβητρο του σατανά, κρατώντας τον σαν καρτουνίστικη ατμοσφαιρική μαριονέτα (οι Maiden δεν έχουν καμία απολύτως σχέση με σατανισμό).
Συμπερασματικά
Επομένως, η ταινία του Μάλκολμ Βένβιλ έχει καλύψει σε έναν ικανοποιητικό βαθμό, αυτό που θέλουν να δουν όσοι λατρεύουν τους Maiden. Για να δικαιολογήσει το ειδικό Τρίγωνο κρίσιμων σχέσεων (Μουσικό Συγκρότημα / Θαυμαστές / Αντικατοπτρισμός μπάντας μέσω Eddie) στην κινηματογραφική της αφήγηση η ταινία “Iron Maiden: Burning Ambition” τοποθετεί σαν σημείο διασύνδεσης περισσότερο τις Live εμφανίσεις των Iron Maiden. Και είναι λογικό κάτι τέτοιο, διότι εκεί βρίσκει εφεδρικό καταφύγιο η διαδραστική σχέση μεταξύ Maiden / Ακροατών / Eddie, όσο πιο ζωντανά γίνεται. Αυτά τα Live ενδυνάμωσαν τη διαδραστική μεταξύ τους σχέση. Και πράγματι, η ταινία προχωρά την όλη ιστορία των Maiden κάπως έτσι.
Δηλαδή μέσα από το φωτογραφικό και βιντεογραφικό, συναθροισμένο αρχειακό υλικό των ζωντανών παραστάσεων των Iron Maiden, σε όλο τον Κόσμο. Αυτό το υλικό σε επίπεδο σεναρίου ντοκιμαντέρ, σκηνοθεσίας, διεύθυνσης φωτογραφίας και μοντάζ καταφέρνει πράγματι να ταιριάξει με τις φωνές σε Voiceover των μελών της μπάντας, φτιάχνοντας μια ειδική πλέον αφήγηση. Εικόνων και φωνών, φυσικής παρουσίας ή φαντασιακής παρουσίας, που θα την κατανοήσει και αγαπήσει ο θεατής! Διότι αυτή η ειδική αφήγηση, με τα απομακρυσμένα φυσικά πρόσωπα, δείχνει επακριβώς την ίδια ταπεινότητα που καταθέτουν και τα εξώφυλλα στη δισκογραφία των Maiden, βάζοντας μπροστά σαν έμβλημα εδώ και τόσες δεκαετίες τον Eddie.
Θέλω να πω δηλαδή, ότι η ταινία έπιασε και την ταπεινότητα του μουσικού σχήματος, που ανέκαθεν είχαν σαν νοοτροπία τα ίδια τα μέλη της μπάντας! Μια ταπεινότητα, που είναι πολλή σημαντική, εάν αναλογιστούμε, πόσο καλοί μουσικοί είναι και ήταν από νεαρή ηλικία όλοι τους. Επίσης, έχει νόημα το ότι στο ντοκιμαντέρ βγήκαν και μίλησαν μπροστά στην κάμερα οι υποστηρικτικοί ακροατές της μπάντας! Αυτή η αντίστροφη σχέση, με τους θαυμαστές στο προσκήνιο, με τα μέλη της μπάντας σε πιο ταπεινές δηλώσεις και με τον Eddie στο δικό του “μυθορεαλιστικό” ενδιάμεσο σύμπαν, δείχνει και την όλη Φιλοσοφία του ντοκιμαντέρ του Μάλκολμ Βένβιλ! Από εκεί και πέρα, η πολιτικοποιημένη και ταυτοχρόνως αυτόνομη αύρα της μπάντας καταδεικνύεται στο ντοκιμαντέρ από διάφορες επεξηγήσεις για ορισμένα τραγούδια των Maiden. Οπτικές και λεκτικές επεξηγήσεις. Ασυνήθιστες και αναμενόμενες.
Για παράδειγμα, στο άλμπουμ “Killers” (1981) o Eddie στην ταινία ζωντανεύει και εναντιώνεται στο επιβεβλημένα μαρκετίστικο Punk, που ήθελαν να περάσουν με το ζόρι από τον πρώτο τους δίσκο στην εικόνα των Maiden οι άνθρωποι της εταιρείας. Αλλά ο Eddie της ταινίας εναντιώνεται παράλληλα και στην θατσερική τότε πολιτική της χώρας. Είναι η αυτονομία της ελεύθερης γνώμης των Maiden, χωρίς να διαλέγουν καμία δημοφιλή πλευρά! Ο Eddie τότε στέκεται όρθιος ενάντια σε πάνκηδες, που φορώντας μάσκες της Θάτσερ, τον πυροβολούν! Σε βάζει σε σκέψεις… Ο Eddie εναντιώνεται σε όλους. Γιατί ήταν κάτι άλλο. Δεν ήταν φιλοκυβερνητικός, επ’ ουδενί. Δεν ήταν όμως και πάνκης ποτέ. Ουσιαστικά, ήταν πάντοτε Heavy Metal! Αυτό είναι ένα μη αναμενόμενο στοιχείο, που ίσως να αιφνιδιάσει εκείνους τους ακροατές, οι οποίοι λάτρευαν την Punk εικόνα του Πολ Ντι Άννο. Και που πίστευαν, ότι οι ίδιοι οι Maiden γούσταραν την Punk Αισθητική του πρώτου ομότιτλου άλμπουμ. Ίσως βέβαια, η ταινία να εννοούσε μία διαφοροποίηση απέναντι στην επιβεβλημένη “μόδα” του τότε Punk και ενδεχομένως κατ’ επέκταση σε ψευτοπάνκηδες (και όχι στο αληθινό Punk). Δεν είναι ξεκάθαρο… Τροφή για σκέψη…
Σε ό,τι αφορά τις λεκτικές επεξηγήσεις για την ελεγχόμενα πολιτικοποιημένη, μα αυτόνομη καλλιτεχνική σκέψη των Maiden, σε άλλο σημείο της ταινίας, ακούμε τον Μπρους Ντίκινσον να μιλά για το περιεχόμενο των στίχων του “Run To The Hills.” Τραγούδι, το οποίο ουσιαστικά εναντιώνεται στην ινδιάνικη γενοκτονία! Ο ηθοποιός Χαβιέ Μπαρδέμ διαβάζει γοητευμένος και τους ανάλογους στίχους. Ενώ ένα παράδειγμα για την πολιτικοποιημένη διαδραστική και ουσιώδη παρουσία της μπάντας μέσω Live εμφάνισης φαίνεται στην Πολωνία. Το αλλιώτικο ταξίδι στην καθεστωτική σοβιετική Πολωνία του 1984, ενθουσίασε τόσο τους Maiden, όσο και τους ακροατές / θεατές της τότε συναυλίας! Λάτρευαν ήδη το συγκρότημα, ορμώντας με χαρά επάνω του. Σημαντικότατη η κατάθεση Πολωνού υποστηρικτή των Maiden, που αναφέρει, ότι δεν υπήρχαν τότε δισκοπωλεία στη χώρα και πόσο διψασμένοι ήταν οι Πολωνοί ακροατές για Heavy Metal και άλλα μουσικά ακούσματα! Αρκετά αστεία η στιγμή, όπου ο Ντίκινσον λέει σε Πολωνό θαυμαστή, μετά από πρόταση του πρώτου για συνθεσάϊζερ στη μουσική των Maiden, ότι “Το Heavy Metal, δεν πάει έτσι φίλε!” Και το αστείο της υπόθεσης είναι, ότι κυρίως από το δίσκο “Seventh Son Of A Seventh Son” (1988) και μετά, οι Iron Maiden έχουν σχεδόν συνέχεια συνθεσάϊζερ ή πλήκτρα στις συνθέσεις τους…
Εκεί που βλέπουμε το καθιερωμένο μουσικό πλήρωμα στη νιότη του να ταξιδεύει παντού και να περιοδεύει συνεχώς μετά από 4 σερί επιτυχημένα Άλμπουμ, αποκορύφωμα αποτελεί η συζήτηση του Μπρους Ντίκινσον με τον μάνατζερ Ροντ Σμόλγουντ, δείχνοντας παράλληλα την επακόλουθη ψυχοσωματική εξάντληση της μπάντας. Μετά τον δίσκο “Seventh Son Of A Seventh Son.” Το ίδιο και η κουβέντα για τις φουσκάλες στα χέρια του ΜακΜπρέϊν. Όλα αυτά τα παραπάνω, είναι θετικά στοιχεία για το ντοκιμαντέρ. Ωστόσο, δεν είναι όλα τέλεια. Υπάρχουν και αρνητικά στοιχεία! Φερειπείν, για να φτάσουν οι άνθρωποι από ακροατές να γίνουν θαυμαστές, ερχόμενοι με ενθουσιασμό στις Live εμφανίσεις, υπάρχει μια βασική προϋπόθεση. Δηλαδή, η δισκογραφία. Μπορεί μεν οι συναυλίες να ενδυναμώνουν τη σχέση μπάντας και ακροατών. Αλλά υπάρχει πρωτύτερα, κάτι το οποίο την γεννά! Η ίδια η δουλειά της μπάντας. Δηλαδή, οι συνθέσεις. Όχι, τα εξώφυλλα των δίσκων. Και όμως, στην ταινία “Iron Maiden: Burning Ambition” δεν μαθαίνουμε τίποτα με διερευνητική εμβάθυνση για το μουσικό και καλλιτεχνικό πολύ σημαντικό σκεπτικό, του συνθέτη και θεμελιωτή της μπάντας, Στιβ Χάρις.
Η ταινία προσεγγίζει επιφανειακά τη μπάντα και ενώ μεν αντικατοπτρίζει την υπέροχη σχέση ζωής που το συγκρότημα φέρει με τους ακροατές του, δυστυχώς κατά καιρούς χάνει την ουσία των Maiden. Το να ακούμε με επιδερμική προσέγγιση για τις μουσικές τριπλέτες (galloping) του Στιβ, δεν επαρκεί. Θέλουμε να ακούσουμε για τις μουσικές τριπλέτες στο πεντάγραμμο του Στιβ και πώς εντάχθηκαν καλλιτεχνικά μέσα στις συνθέσεις. Θέλουμε να δούμε, το ενδιαφέρον του για το ηλεκτρικό μπάσο, για το πώς ο ίδιος έγραφε. Πώς βρήκε τον ιδιαίτερο ήχο του. Για το πόσο ενδιαφερόταν για Πολιτισμούς, Γεγονότα και Προσωπικότητες, που τον ενέπνεαν στιχουργικά. Βλέπουμε μεν, ότι στη Χιλή δυστυχώς οι φανατικοί των Maiden παρουσιάζοντας μεγάλη έλλειψη σεβασμού έφτυσαν τον Μπέϊλι και τον Χάρις. Αλλά δεν μας λέει το ντοκιμαντέρ αυτό, το πώς ξεκίνησε να εκτραχύνεται αυτή η εντελώς αδικαιολόγητη, oπαδικού τύπου, άθλια συμπεριφορά των παρευρισκόμενων θεατών / ακροατών.
Διότι εκτός από τα ολέθρια και κατακριτέα λάθη κάποιων ατόμων του κοινού (δεν υπήρχε μόνο κυριολεκτικό φτύσιμο, υπήρχε και μεγάλη απαξίωση και οργή τότε για την πορεία των Maiden με τον Μπλέϊζ), θέλουμε αντιθέτως να εμβαθύνουμε με αγάπη στα λίγα ανθρώπινα λάθη των καλλιτεχνικών αποφάσεων του Στιβ Χάρις. Όπως όταν ο ίδιος έβαλε λανθασμένα τον βαρύτονο Μπλέϊζ Μπέϊλι να τραγουδά τα φωνητικά σε λάθος Κλειδί στα παλιά κομμάτια του (αλλιώτικου εύρους) τενόρου Μπρους Ντίκινσον σε συναυλίες (o Στιβ το έκανε, για να μην χαθεί ο χαρακτηριστικός αναγνωρίσιμος τόνος των ηλεκτρικών εγχόρδων των Maiden και την “πλήρωσε” τελικά τότε η φωνή). Ακόμη, θέλουμε να δούμε το Jazz (αγάπη για το ντραμιστικό στυλ του Τζόε Μορέλο), Folk και Progressive Rock μουσικό παρελθόν του Νίκο ΜακΜπρέϊν (δίσκος “Giltrap” 1973), το οποίο χρησίμευσε σε συνθέσεις των Maiden, όπως στο τραγούδι “Revelations”, από το δίσκο “Piece of Mind” (1983). Θέλουμε να δούμε τις πιο σπάνιες, αλλά τόσο ωραίες στιγμές σύνθεσης του Μπρους Ντίκινσον στη μπάντα. Το κιθαριστικό μελωδικό γράψιμο του πανέξυπνου Έϊντριαν Σμιθ. Το ποιος έφτιαχνε τα επιβλητικά σκηνικά σε κάθε συναυλία τους… Ακόμη, το πόσα κοστούμια και αντικείμενα (πουκάμισα, φλογοβόλα, ξίφη, σταυρούς) υποστήριζε με θεατρικότητα ο Μπρους, έστω και στην προτελευταία περιοδεία των Maiden το 2022 πίσω από τη σκηνή (ακόμη και διπλό βίντεο στο youtube, δείχνει πιο αναλυτικά στοιχεία επί τούτου από την ταινία του Βένβιλ).
Που είναι όμως όλα αυτά, μέσα στην ταινία;! Συνεπώς, ο σκηνοθέτης Μάλκολμ Βένβιλ μαζί με τους συνεργάτες του, σαφέστατα ήταν φιλικά προσκείμενοι και σοβαροί στην εν λόγω κινηματογραφική προσέγγιση. Αλλά δεν έχουν εμβαθύνει. Χρειάζεται κάτι τέτοιο; Φυσικά! Ντοκιμαντέρ βλέπουμε. Στο ντοκιμαντέρ περιμένεις πάντοτε παραπάνω βήματα έρευνας. Εδώ μάλιστα, σε μουσικό και κινηματογραφικό επίπεδο. Τέσσερις μοντέρ. Τέσσερις διευθυντές φωτογραφίας. Γιατί όχι περισσότερα άτομα του ενός στο σενάριο όμως; Μήπως χρειαζόταν και τουλάχιστον δύο άτομα η ίδια η σκηνοθεσία; Θέλεις να καλύψεις 50 χρόνια των Iron Maiden;! Πολύ ωραία! Που είναι όμως οι βασικές μουσικές παράμετροι στο Στούντιο; Που είναι η πηγή της δημιουργίας; Που είναι οι μελετημένες λεπτομέρειες; Και κάποιοι θέλουμε να δούμε, πώς προήλθαν οι μουσικές ιδέες… Επιπλέον, πολλοί ακροατές των Maiden, που γνωρίζουν ήδη την ιστορία του αγαπημένου μουσικού σχήματος, θέλουν να δουν τολμηρές απόψεις και αλήθειες. Θέλουν να δουν τη λάμψη και το ταλέντο της μπάντας, μα θέλουν να δουν και πώς εκείνη επούλωσε τις απειλητικές ουλές της. Όχι τις γρατζουνιές. Τις ουλές…
Εν κατακλείδι, υπάρχουν λοιπόν κενά στο έργο… Ωστόσο, παραμένει πολύτιμη η ιδέα του Βένβιλ να ανανεώσει μουσικά και κινηματογραφικά την ιστορία των Iron Maiden, τόσο για τις παλιές γενιές, όσο και για τις καινούργιες. Ελπίζω, αυτό το ντοκιμαντέρ σε συνδυασμό και με την πρόσφατη είσοδο της μπάντας στο Rock N’ Roll Hall of Fame (την οποία είσοδο δεν είχε απολύτως καμία ανάγκη μια μουσική μπαντάρα τέτοιου βεληνεκούς) να κάνει τους οικονομολάγνους ανθρώπους της βιομηχανίας του Σινεμά (αφού μόνο έτσι καταλαβαίνουν και αυτοί!), να σκεφτούν, πως ήρθε επιτέλους η ώρα, για να χρησιμοποιηθεί και ταινία Μυθοπλασίας σε μια τόσο σπουδαία μπάντα. Και άντε, να πετάξω και εγώ το χιλιοειπωμένο, μεταλλικό ευχετήριο maiden-ικό κλισέ: “Up The Irons!”
Σκεπτικό…
Γάμος από Σπόντα
Μια από τις πιο αστείες στιγμές στη μουσική πορεία της μπάντας. Η επιτυχημένη πρώτη συναυλία τους στην καθεστωτική σοβιετική Πολωνία του 1984 έφερε και κάτι άλλο. Τους παγκοσμίως καθιερωμένους και καταξιωμένους Maiden, με 5 τότε Άλμπουμ και πολλά Live Shows, κάποιες στιγμές μετά τη δική τους συναυλία, να παίζουν ζωντανά μουσική σε πολωνικό γάμο.
Αυτό έγινε με έναν απρόοπτο τρόπο, χωρίς να γνωρίζουν τα μέλη των Maiden κανέναν εκεί. Και το πιο αστείο; Δίχως κανείς προσκεκλημένος στο γάμο να γνωρίζει το τεραστίων διαστάσεων όνομα του μουσικού πληρώματος! Παρεμπιπτόντως, έπαιζαν τότε Ροκ τραγούδια, όπως των Deep Purple.
Πιο Αναλυτικά…
Απτόητος Στιβ / Ιπτάμενος Μπρους
Μολονότι ξέρουμε για το μελετηρό ενδιαφέρον του Στιβ Χάρις, όσον αφορά το αδιέξοδο σε πολεμικές στιγμές της ανθρώπινης ιστορίας ή την ενασχόλησή του με τα αρχιτεκτονικά σχέδια, είναι εκπληκτικό, να επανεξετάζεις την πρωταρχική αποφασιστικότητά του να γίνει μουσικός. Ακούμε στο ντοκιμαντέρ, ότι ο Στιβ ήταν για λίγο καιρό οδοκαθαριστής. Κάποιος υποστηρικτής των Maiden μάλιστα αναφέρει, ότι “ήταν ο πιο cool οδοκαθαριστής!” Με τα μακριά του μαλλιά και με τις σακούλες περασμένες στην τσέπη, ήταν άνετος και “…φαινόταν, ότι θα εξελιχθεί σε κάτι μεγάλο…” λέει.
Ο δε Στιβ Χάρις αναφέρει, ότι εάν δεν έπαιζε ποτέ ακριβώς τη μουσική που ήθελε, πιθανόν να γινόταν και πάλι οδοκαθαριστής. Και αυτό το σχόλιο, έχει μεγάλη σημασία, διότι αφενός τέτοιες δουλειές είναι πολύ χρήσιμες κοινωνικά. Αφετέρου, αυτή η στιγμή της ταινίας θα εμπνεύσει κόσμο που έχει ταπεινοφροσύνη, που έχει κρυμμένο ταλέντο και ετοιμάζεται να βαλτώσει τα όνειρά του, να κάνει κάτι άλλο. Να δει ξαφνικά αλλιώς τη ζωή. Αξίζει να βγεις από τη σκιά… Τουλάχιστον σίγουρα άξιζε για όλους μας, να το κάνει ο Στιβ Χάρις! Και να παίξει τέτοια μουσική…
Ύστερα, έχεις τον αεικίνητο τραγουδιστή Μπρους Ντίκινσον, ο οποίος δεν φτάνει που πάντοτε με άψογη φυσική κατάσταση σαρώνει τα πάντα οργώνοντας κάθε φορά τη σκηνή… Έγινε και πιλότος! Και όχι απλά ένας πιλότος, που κάνει το χόμπι του. Πιλότος με διπλώματα για απαιτητικές πτήσεις. Πιο συγκεκριμένα, ο πιλότος της μουσικής μπάντας Iron Maiden. Διότι οι Maiden έχουν τον δικό τους τραγουδιστή – πιλότο. Και το δικό τους αεροπλάνο, με το λογότυπο και τη χαρακτηριστική φιγούρα του Eddie. Μιλάμε, ότι ο τύπος πιλοτάρει το “ED FORCE ONE.” Κορυφαίο; Εννοείται. Εντάξει, κάποιοι τα ξέραμε ήδη όλα αυτά, όμως μας αρέσει πολύ να τα βλέπουμε να παρουσιάζονται και στη Μεγάλη Οθόνη. Διότι μας υπενθυμίζουν, το πόσο ενδιαφέρουσα και γοητευτική, γεμάτη νέους στόχους και περιπετειώδεις κορυφές, μπορεί να γίνει η ζωή. Σε διάφορες ηλικίες…
Μια διανομή της Tanweer
Συντελεστές
Σενάριο: David Teague. Σκηνοθεσία: Malcolm Venville. Μοντάζ: Jules Cornell, Dan Duran, Marc Hoeferlin, James Lester. Διεύθυνση Φωτογραφίας: Matthew Gormly, Jaimie Gramston, Stuart Luck, Jeff Tomcho. Πρωταγωνιστούν/συμμετέχουν: Bruce Dickinson, Steve Harris, Dave Murray, Adrian Smith, Nicko McBrain, Janick Gers, Blaze Bayley, Paul DiAnno, Rod Smallwood, Scott Ian, Lars Ulrich, Havier Bardem, Tom Morello, Chuck D, Gene Simmons, Nina Saeidi, Robert Kloczkowski κ.ά. Τμήμα Animation: Jason Nuttall, Rick Thiele, Ivan Xavier, Eduardo Porceli Barbosa, The Shiflett Brothers, Henrique Montanari κ.ά. Ήχος: Jules Woods, Michal Maletz, Gary Kelly, Gonzalo Zamora κ.ά.