Δεν ξεκινά με έναν ήχο. Ξεκινά με έναν χώρο. Έναν χώρο που δεν βλέπεις, αλλά παρολαυτά αναγνωρίζεις σαν μια προσωπική ανάμνηση η οποία όμως, δεν είσαι ακριβώς σίγουρος αν τελικά σου ανήκει.

Ο Lunicon κατασκευάζει εμπειρίες που κινούνται ανάμεσα στο ορατό και το υπαινικτικό, εκεί όπου η μελωδία λειτουργεί σαν αφήγηση και η σιωπή σαν δραματουργία. Οι συνθέσεις σε αφήνουν να βρεις τη δική σου διαδρομή μέσα τους, σαν να παρακολουθείς μια ταινία που δεν προβλήθηκε ποτέ, αλλά somehow τη θυμάσαι.
Με εργαλεία τόσο οργανικά όσο και ηλεκτρονικά, και με μια έντονη αίσθηση εσωτερικού ρυθμού, ο Lumicon δημιουργεί στο Escape Lands ηχητικά τοπία που μοιάζουν περισσότερο με καταστάσεις παρά με κομμάτια.

Σε αυτή τη συνέντευξη, μιλάμε για τη λεπτή ισορροπία ανάμεσα στον έλεγχο και τον εσωτερικό μονόλογο για την επιλογή του οργανικού ήχου σε έναν ψηφιακό κόσμο, και για το πώς τελικά χτίζεται ένας κόσμος που δεν χρειάζεται εικόνα για να υπάρξει.

Lumicon και Ian Ikon. Δύο διαφορετικά projects, δυο διαφορετικές μουσικές περσόνες με κοινό παρονομαστή τον Γιάννη Οικονομίδη. Υπάρχει στιγμή στη δημιουργία που νιώθεις ότι η μουσική “σε ξεπερνά” και παύεις να την ελέγχεις?

Συνήθως την στιγμή της δημιουργίας βρίσκεσαι σε ένα ραντεβού που το ορίζει αποκλειστικά η έμπνευση. Κι αυτό κρατά πολύ λίγο. Γίνεσαι κάποιος που αποστασιοποιείται για λίγο από το περιβάλλον του και αφήνεται σε αυτό το σαγηνευτικό κάλεσμα για να μπει έτσι στην ατμόσφαιρα των δημιουργικών του στιγμών.

Εκεί δεν ελέγχεις απόλυτα τον εαυτό σου, είναι σαν να σε κρατά η έμπνευση σε μια γλυκιά ομηρία. Όσο κρατήσει
αυτή…  Από την άλλη υπάρχουν περιπτώσεις που η δημιουργία προκύπτει απο μια βαθιά εσωτερική ανάγκη κι εκεί ανασύρεις από την δεξαμενή των πληροφοριών που έχεις αποθηκευμένες στο μυαλό σου την αιτία και την αφορμή για ένα καινούργιο κομμάτι.

Αν η μουσική σου είχε φυσική υπόσταση, τι θα ήθελες να ήταν. Κάτι εύθραυστο ή κάτι ανθεκτικό?

Νομίζω ότι οποιοδήποτε έργο τέχνης είναι ταυτόχρονα και εύθραυστο και ανθεκτικό. Και αυτή είναι η γοητευτική του αντίφαση. Εμπεριέχει την ευθραυστότητα της πρωταρχικής και αγνής δημιουργικής έκφρασης αλλά και στην συνέχεια την αντοχή του στον χρόνο.

Πώς διαχειρίζεσαι τη φθορά του χρόνου και την επανάληψη στην καριέρα σου? Είναι ο φόβος της στασιμότητας αυτό που σε ωθεί να αλλάζεις καλλιτεχνικό πρόσωπο?

Είναι η ίδια η ζωή. Ποτέ δεν μένει στάσιμη, οι καιροί σε καλούν να αναπροσαρμόζεις απόψεις, ιδέες, την ματιά που κοιτάς τον κόσμο. Έτσι και η τέχνη μου δεν θέλω να μένει ανεπηρέαστη από νέες παραστάσεις. Ποτέ δεν υπηρετώ τον κανόνα, είμαι από αυτούς που πιστεύουν ότι στην τέχνη δεν υπάρχουν κανόνες κι αν κάποιος σου έχει πει μερικούς καλύτερα να τους ξεχάσεις. Κι αυτό γιατί η εμμονή στην φόρμα τουλάχιστον εμένα με πνίγει. Εξερευνώ διαρκώς νέα εκφραστικά μονοπάτια κι αυτό μόνον λυτρωτικά λειτουργεί.

Ως Ian Ikon δραστηριοποιούμαι στον χώρο της alternative pop γιατί έτσι εκφράζω και ικανοποιώ μια ανάγκη μου να επικοινωνήσω με άμεσες μελωδίες και στίχους που αφηγούνται καθημερινές ανθρώπινες ιστορίες που αφορούν πολύ κόσμο κι όχι μια μικρή ελίτ. Με τραγούδια που καθρεφτίζουν την εποχή μας, που ακούγονται στο ραδιόφωνο, στις πλατφόρμες, στα social κλπ. με μια αμεσότητα που λειτουργεί γρήγορα στο αυτί και στο συναίσθημα.

Ενώ ως Lunicon έχω μια να ανάγκη να εκφράσω πιο διαχρονικά και βαθύτερα νοήματα της ανθρώπινης ύπαρξης δημιουργώντας cinematic τοπία όπου οι μελωδίες μεταφέρουν μηνύματα από μόνα τους χωρίς να χρειάζονται οι λέξεις.

 

Ακούγοντας το “Escape Lands ταξίδεψα σε κινηματογραφικές εικόνες που αγαπώ αφήνοντας μου την αίσθηση ενός ανοιχτού ορίζοντα. Θέλω να σε ρωτήσω όμως αν αυτός ήταν ο σκοπός όταν έγραφες το album. Να δημιουργείς εικόνες και συγκεκριμένα συναισθήματα μέσα από την μουσική σου ή να αφήνεις ελεύθερη την φαντασία του ακροατή σου?

Ναι αυτό ακριβώς ο ανοιχτός ορίζοντας είναι αυτό το πεδίο όπου δρουν και δονούνται οι συνθέσεις του “Escape Lands”. Eίναι το ταξίδι στο άγνωστο που χωρίς φοβίες και δισταγμούς γεννά μόνον ελπίδες και δίνει ευκαιρίες να εξερευνήσεις ανέγγιχτες περιοχές της ψυχής σου. Να αφήσεις πίσω την κανονικότητα και τα αυτονόητα ανοίγοντας δρόμους σε νέες συναρπαστικές προκλήσεις. Όλα αυτά είναι που είχα κατά νου όταν έστηνα το πρότζεκτ αυτό.

Από την άλλη ο ακροατής που θα το ακούσει έχει πάντα ελεύθερη την επιλογή αλλά και την φαντασία του να προσεγγίσει την μουσική αυτή με την δική του ματιά και πράγματι τα περισσότερα σχόλια που άκουσα από πολλούς φίλους είναι ότι τα κομμάτια τούς δημιουργούν πολλά και
ετερόκλητα για τον καθένα συναισθήματα. Κι αυτό από μόνο του συμπυκνώνει και τον ρόλο αυτής της μουσικής, να συναντιέται με ακροατές που δίνουν τα δικά τους νοήματα στον ήχο και τις νότες.

Σε έναν κόσμο που κατακλύζεται από ταχύτητα και “θορυβώδη” πληροφορία, εσύ επιλέγεις την ορχηστρική μουσική. Είναι αυτή η επιλογή μια προσωπική μορφή “απόδρασης” ή ένας τρόπος να επικοινωνήσεις συναισθήματα που οι λέξεις αδυνατούν να περιγράψουν ?

Είναι και τα δύο. Με τους φυσικούς οργανικούς ήχους αποδράς από το κατεστημένο των προκατασκευασμένων ήχων που συναντάς στις σύγχρονες παραγωγές και από την άλλη προσεγγίζεις τις νότες με τέτοιο τρόπο σαν να είναι λέξεις που θέλουν κάτι να πουν. Η δε ηχογράφηση με φυσικά όργανα ακουμπά πολύ πιο ουσιαστικά και τις χορδές της ανθρώπινής μας φύσης.

Πόσο σε ενδιαφέρει η σιωπή ανάμεσα στους ήχους σε σχέση με τους ίδιους τους ήχους και τελικά μπορούμε να ακούσουμε και να νιώσουμε τη σιωπή?

Με ενδιαφέρουν τα ήσυχα διαστήματα σε μια σύνθεση, εκεί όπου τα όργανα παύουν να πρωταγωνιστούν και δίνουν το χώρο τους σε μια περιοχή όπου καταλαγιάζει η ένταση για μια ανάσα, για μια ανακουφιστική στάση ή προσμονή ότι κάτι νέο έπεται. Έτσι μέσα στα σιωπηλά διαστήματα μπορεί κανείς να ακούσει την μουσική γιατί το αυτί θυμάται τι έχει προηγουμένως ακουστεί και πολλές φορές μπορεί να φανταστεί τι
περίπου ακολουθεί.

Αν αναλογιστούμε ότι η μουσική σου αποτελεί έναν εσωτερικό μονόλογο, τι θα φοβόταν να πει δυνατά?

Μα ακριβώς αυτή είναι η πρόθεση της μουσικής πολλές φορές, να βγάζει την αλήθεια της, να λέει αυτά που φοβάται να πει ή να εντοπίζει φόβους που εν τέλει αντί να τους απωθεί να τους προβάλλει και γιατί όχι να τους χρησιμοποιεί εντάσσοντάς τους στο πεδίο της δημιουργίας.

Μιας και μιλάμε για κινηματογραφική εμπειρία ακρόασης, θέλω να σε ρωτήσω για ποια ταινία θα ήθελες να γράψεις μουσική και για ποιο κομμάτι σου θα ήθελες να κάνεις ταινία?

Θα διάλεγα την ταινία “The Shape of Water” σε μουσική του Alexandre Desplat ως αναγνώριση και τιμή στον συνθέτη που θαυμάζω πολύ, παρά σαν δήλωση ότι θα μπορούσα να κάνω κάτι αντίστοιχο. Μάλιστα η ταινία κέρδισε εκτός του Όσκαρ καλύτερης ταινίας αυτό και της καλύτερης μουσικής.
Από την άλλη το κομμάτι μου “Red Alley” θα το ξεχώριζα για την έντονη κινηματογραφική του υπόσταση.

Έχεις δηλώσει ότι “η ζωή είναι βαρετή αν είσαι συνέχεια ο ίδιος”. Πόσο δύσκολο είναι για έναν καλλιτέχνη να “επαναφευρίσκει” τον εαυτό του και τι κρατάς αναλλοίωτο από την εποχή του πρώτου σου album?

Όταν στην εποχή μας όλα κινούνται με εκπληκτική ταχύτητα θεωρώ ότι η προσαρμογή και η αλλαγή σε νέα πρότυπα δημιουργικών ιδεών είναι επιβεβλημένη. Αρκεί να κρατάς τα θετικά, να πετάς τα άχρηστα και να γυμνάζεις καθημερινά τις ικανότητές σου. Κι αυτή η διαδικασία της διαρκούς ανανέωσης σε κρατά φρέσκο και ευρηματικό.

Από την άλλη αυτό που κρατώ αναλλοίωτο από την εποχή της πρώτης μου δισκογραφικής δουλειάς είναι το στοιχείο της αγνής και ειλικρινούς πρόθεσης στην δημιουργική έκφραση κι αυτό δεν θα αλλάξει ποτέ.

Κλείνοντας αν το Escape Lands ήταν ένα μήνυμα μέσα σε ένα μπουκάλι που ταξιδεύει στον χρόνο, τι θα ήθελες να νιώσει ο “παραλήπτης” του μετά από 20 χρόνια ακούγοντάς το.

H μουσική υπηρετεί ένα ρόλο αυτό της μεταβίβασης συναισθημάτων και μηνυμάτων. Αν ο ακροατής του μέλλοντος ανακαλύψει ότι πίσω από τις νότες υπάρχει και μια ιστορία που τον συγκινεί, αυτό από μόνο του είναι η επιβεβαίωση της διαχρονικής αξίας που κομίζει η μουσική μέσα στον χρόνο.

Η αλήθεια είναι ότι το σκέφτηκα αυτό, ότι δηλαδή ακόμη και μετά θάνατον αν κάποιος μπει στην συναισθηματική μου συχνότητα και αποδεχτεί τις μουσικές μου, αυτό υποδεικνύει το νόημα και την αποστολή της μουσικής ως τις πλέον διαχρονικά μεταδοτικές και αλώβητες τέχνες.