«Η Ζυλιέτ πέρασε τα χέρια της πάνω από το πρόσωπο της πριν θυμηθεί ότι τα δάχτυλα της ήταν γεμάτα μπογιά, τώρα θα μοιάζω με μαργαριτάρια και γέλασε, ένα γέλιο που ήθελε να διώξει τα τρομακτικά οράματα, τον φόβο, όλα όσα έκαναν τη ζωή της αδύνατη…»





 

Η ηρωίδα της Κριστίν Φερέ-Φλερύ στο βιβλίο της «Το κορίτσι που διάβαζε στο μετρό», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ωκεανός, είναι μια γυναίκα περιορισμένη σε μια άφατη μοναξιά που η παρατήρηση των καθημερινών μικρών κινήσεων των γύρω της γεμίζουν την δική της ελλιπή καθημερινότητα. Μια ηλικιωμένη κυρία, μια νεαρή που βάζει τα κλάματα πάντα στη σελίδα 247 ενός ρομαντικού μυθιστορήματος, ένας φοιτητής των μαθηματικών, ένας ερασιτέχνης ορνιθολόγος, ένας κηπουρός… είναι οι καθημερινοί συνεπιβάτες της Ζυλιέτ στο μετρό.

Στις πρώτες σελίδες του βιβλίου η Φερέ-Φλερύ ψάχνει κι η ίδια την ηρωίδα της μαζί με τον αναγνώστη, δημιουργώντας παράλληλα με την περιέργεια γι’ αυτόν τον χαρακτήρα και ένα είδος οίκτου μαζί κι προβληματισμού για την περιχαράκωση του σύγχρονου ανθρώπου. Πόσες φορές δεν νιώθουμε αποσβολωμένοι χωρίς ενδιαφέρον στην προοπτική της ίδιας μέρας; Πόσες φορές δεν πιάσαμε τον εαυτό μας να παρατηρεί την καθημερινότητα των άλλων παρόλο που γνωρίζουμε ότι όλα θα ακολουθήσουν μια προδιαγραφόμενη πορεία; Μέχρι που…

Μέχρι που μια στιγμή έκλαμψης, ίσως κι επανάστασης, ανατρέπει να πάντα. Η Ζυλιέτ  θα κατέβει δυο στάσεις πριν την προκαθορισμένη κι η μαγεία με τη σκόνη της  περιπέτειας ξεκινά να πέφτει στις πλάτες της. Ένα βιβλίο που χρησιμεύει ως αντικείμενο για να κρατά ανοιχτή μια πόρτα, ωθεί την Ζυλιέτ να μπεί στο κτίριο και να συναντήσει τον άνθρωπο (Σουλεϋμαν) που θα δώσει νέα γεύση στην ημέρα της. Γοητεύεται από τον τρόπο σκέψης του και την πικάντικη ενατένιση της ζωής  κι αποφασίζει κι η ίδια να γίνει «διανομέας», να διανέμει σωστά τα βιβλία ώστε το κάθε βιβλίο να βρει τον κατάλληλο αναγνώστη. Ένα βιβλίο, άλλωστε, αλλάζει πολλές φορές τις ζωές μας φωτίζοντας σημεία που ενδελεχώς μας έκρυβε η ζωή ή ακόμη κι εμείς δεν τολμούσαμε να ξεσκεπάσουμε αυτό το κομμάτι μας….

 

«Τίποτα δεν είναι ενθαρρυντικό στη ζωή. Εμείς πρέπει ν’ ανακαλύπτουμε την ενθάρρυνση εκεί που στρέφουμε τα μάτια μας, εκεί που εγείρεται ο ενθουσιασμός μας, εκεί που γεννιέται το πάθος μας…οπουδήποτε μπορούμε να τη διακρίνουμε.»

 

«Το κορίτσι που διάβαζε στο μετρό», είναι ένα μυθιστόρημα για τους λάτρεις του βιβλίου που εξερευνά μαζί με τη ζωή της ηρωίδας την σχέση του βιβλίου με τον αναγνώστη, τη σύζευξη αναγνώστη και συγγραφέα, άλλωστε «…το να είσαι συγγραφέας δεν σημαίνει ότι έχεις ξεπεράσει τον φθόνο, τη μικροπρέπεια ή την γλώσσα των μπουρδέλων -συγχωρήστε με».

Ένα περίεργο βιβλίο που δεν σ’ αφήνει να αφαιρεθείς καθώς περίτεχνα η συγγραφέας στρέφει πότε τη προσοχή του αναγνώστη στη ζωή της Ζυλιέτ που ξετυλίγεται αποσπασματικά,  πότε σε αφήνει να προβληματιστείς με έννοιες πάνω στην λογοτεχνία και στη Τέχνη γενικότερα. Εντυπωσιάζει η σύγκριση ανάμεσα σε ένα κείμενο και μια εικόνα, όπως και η φράση της  γυναίκας  που την κάνει «…προτιμώ τις εικόνες, αυτές που χαϊδεύουν το χαρτί, το δέρμα…»

Αυτή η φράση είναι μια μόνο από τις πολλές εικόνες που ξεπετάγονται από το βιβλίο. Η συγγραφέας κυρίως έχει αυτό το χάρισμα να δημιουργεί εικόνες που να αιχμαλωτίζουν τις λέξεις.

 

«Δεν έβλεπαν παρά τον τοίχο που ορθωνόταν μπροστά τους (εν. μετά από μια ξαφνική είδηση θανάτου), τον οποίο έπρεπε να υπερπηδήσουν- αδύνατο- ή να κατεδαφίσουν, στα τυφλά, χωρίς να ξέρουν ποια φυτά που φύτρωναν ανάμεσα στις πέτρες θα σκότωναν, με τις ρίζες τους εκτεθειμένες, να ξεραίνονται ή να σαπίζουν».

 

Η γνωρίμια, λοιπόν,  με τον Σουλεϋμάν και την κόρη του, ένας ξαφνικός θάνατος που επιφέρει αλλαγές στη ζωή των δύο γυναικών και μια νέα γυναικεία παρουσία, δρομολογούν τη λύση του μυθιστορήματος. Η Ζυλιέτ της αρχής του βιβλίου δεν έχει καμία σχέση με την Ζυλιέτ των τελευταίων σελίδων, αλλά μήπως έτσι δεν έρχονται οι αλλαγές στη ζωή μας; Κάθε αλλαγή προκαταβάλλει μέρος του εαυτού μας, το ζήτημα είναι αν και κατά πόσο είμαστε διατεθειμένοι να προκαταβάλουμε το μερίδιο αυτό και δεν είναι ούτε θέμα ρίσκου, ούτε απόφασης, αλλά θέμα Στιγμής, κάποια δευτερόλεπτα που σαν σίφουνας περνάν και σαρώνουν οτιδήποτε δέσποζε μέχρι εκείνη την Ώρα…  κομμάτια που δέσμια κρατούσαμε μέσα μας στριμωγμένα υπό το βάρος κυρίως κάποιων στερεοτύπων.

 

-Το δέντρο πεθαίνει όταν το κόβουμε. Αλλά αυτό εδώ το κομμάτι θα παραμείνει ζωντανό.

-Γιατί;

-Εξαιτίας των συνομιλιών και των φωνών. Βλέπεις, όταν συναρμολογούμε αυτά τα δύο ξύλα, θα υπάρχει ένα βαθούλωμα, εδώ, ακριβώς στην ένωση. Όταν θα έχεις κάποια θλίψη ή κάποια ευχή, θα μπορείς να την γράψεις σ’ ένα κομμάτι χαρτί και να την βάλεις μέσα. Ο παππούς μου με έμαθε να το κάνω αυτό.

-Και τι γίνεται μετά;

-Το ξύλο τρώει τα πάντα. Τις δυστυχίες, τις ελπίδες, τα πάντα. Τα κρατάει ασφαλή. Τα παίρνει από τα χέρια μας, ώστε είτε να ελευθερωθούμε, είτε να ολοκληρωθούμε. Εξαρτάται από το τι του εμπιστεύεσαι.

 

 

Το βιβλίο της Κριστίν Φερύ Φλερύ “Το κορίτσι που διάβαζε στο μετρό” κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ωκεανός

 

 

4