Με αφορμή τη σημερινή επέτειο θανάτου του, ίσως, πιο λυρικού Έλληνα ποιητή του 20ου αιώνα, του Άγγελου Σικελιανού, το The Look.Gr τιμά τη μνήμη του με ένα ξεχωριστό  ποίημα του.

 

Το ποίημα γράφτηκε το 1935 και είναι από τα πιο σημαντικά του ποιητή. Με σκηνικό την Ιερά Οδο, τον δρόμο που οδηγούσε από την Αθήνα στην Ελευσίνα και που ακολουθούσαν οι αρχαίες πομπές των Ελευσίνιων μυστηρίων, ο ποιητής,  αναπαρασταίνει καταστάσεις ανάλογες με αυτές που ζούσαν οι μυημένοι στα Ελευσίνια μυστήρια. 

 Η  αφροσύνη του ανθρώπου να αλυσοδέσει και να υποτάξει τη Μάνα-Γη, σύμβολο της μητρότητας και της αγάπης, οδήγησε στον ξεπεσμό της ανθρώπινης φύσης και η μέρα της σωτηρίας και της λύτρωσης θα έρθει όταν η ψυχή του  συμφιλιωθεί απόλυτα και ταυτιστεί με τους αιώνιους νόμους της ζωής και της φύσης.

 

 

Ιερά Οδός

Από τη νέα πληγή που μ’ άνοιξεν η μοίρα

έμπαιν’ ο ήλιος θαρρούσα στην καρδιά μου

με τόση ορμή, καθώς βασίλευε, όπως

από ραγισματιάν αιφνίδια μπαίνει

το κύμα σε καράβι π’ ολοένα

βουλιάζει… Γιατί εκείνο πια το δείλι,

σαν άρρωστος, καιρό, που πρωτοβγαίνει

ν’ αρμέξει ζωή απ’ τον έξω κόσμον,

ήμουν περπατητής μοναχικός στο δρόμο

που ξεκινά από την Αθήνα κι έχει

σημάδι του ιερό την Ελευσίνα.

Τι ήταν για μένα αυτός ο δρόμος πάντα

σα δρόμος της Ψυχής… Φανερωμένος

μεγάλος ποταμός, κυλούσε εδώθε

αργά συρμένα από τα βόδια αμάξια,

γεμάτα αθεμωνιές ή ξύλα, κι άλλα

αμάξια, γοργά που προσπερνούσαν,

με τους ανθρώπους μέσα τους σαν ίσκιους…

Μα παραπέρα, σα να χάθη ο κόσμος

κι έμειν’ η φύση μόνη, ώρα κι ώρα

μιαν ησυχία βασίλεψε… Κι η πέτρα,

π’ αντίκρισα σε μια άκρη ριζωμένη,

θρονί μού φάνη μοιραμένο μου ήταν

απ’ τους αιώνες. Κι έπλεξα τα χέρια,

σαν κάθισα, στα γόνατα, ξεχνώντας

αν κίνησα τη μέρα αυτή ή αν πήρα

αιώνες πίσω αυτό τον ίδιο δρόμο…

 

Μα να· στην ησυχία αυτή απ’ το γύρο

τον κοντινό προβάλανε τρεις ίσκιοι.

Ένας Ατσίγγανος αγνάντια ερχόνταν,

και πίσωθέ του ακλούθααν, μ’ αλυσίδες

συρμένες, δυο αργοβάδιστες αρκούδες.

 

Και να· ως σε λίγο ζύγωσαν μπροστά μου

και μ’ είδε ο Γύφτος, πριν καλά προφτάσω

να τον κοιτάξω, τράβηξε απ’ τον ώμο

το ντέφι και, χτυπώντας το με το ‘να

χέρι, με τ’ άλλον έσυρε με βία

τις αλυσίδες. Κι οι δυο αρκούδες τότε

στα δυο τους σκώθηκαν βαριά… Η μία,

(ήτανε η μάνα, φανερά), η μεγάλη,

με πλεχτές χάντρες όλο στολισμένο

το μέτωπο γαλάζιες, κι από πάνω

μιαν άσπρη αβασκαντήρα, ανασηκώθη

ξάφνου τρανή, σαν προαιώνιο να ‘ταν

ξόανο Μεγάλης Θεάς, της αιώνιας Μάνας,

αυτής της ίδιας που ιερά θλιμμένη,

με τον καιρόν ως πήρε ανθρώπινη όψη,

για τον καημό της κόρης της λεγόνταν

Δήμητρα εδώ, για τον καημό του γιου της

πιο πέρα ήταν Αλκμήνη ή Παναγία.

Και το μικρό στο πλάγι της αρκούδι,

σα μεγάλο παιχνίδι, σαν ανίδεο

μικρό παιδί, ανασκώθηκε κι εκείνο

υπάκοο, μη μαντεύοντας ακόμα

του πόνου του το μάκρος και την πίκρα

της σκλαβιάς που καθρέφτιζεν η μάνα

στα δυο πυρρά της που το κοίτααν μάτια!

Αλλ’ ως από τον κάματον εκείνη

οκνούσε να χορέψει, ο Γύφτος, μ’ ένα

πιδέξιο τράβηγμα της αλυσίδας

στου μικρού το ρουθούνι, ματωμένο

ακόμα απ’ το χαλκά που λίγες μέρες

φαίνονταν πως του τρύπησεν, αιφνίδια

την έκαμε, μουγκρίζοντας με πόνο,

να ορθώνεται ψηλά, προς το παιδί της

γυρνώντας το κεφάλι, και να ορχιέται

ζωηρά…
Κι εγώ, ως εκοίταζα, τραβούσα

έξω απ’ το χρόνο, μακριά απ’ το χρόνο,

ελεύτερος από μορφές κλεισμένες

στον καιρό, από αγάλματα κι εικόνες·

ήμουν έξω, ήμουν έξω από το χρόνο…

Μα μπροστά μου, ορθωμένη από τη βία

του χαλκά και της άμοιρης στοργής της,

δεν έβλεπα άλλο απ’ την τρανήν αρκούδα

με τις γαλάζιες χάντρες στο κεφάλι,

μαρτυρικό τεράστιο σύμβολο όλου

του κόσμου, τωρινού και περασμένου,

μαρτυρικό τεράστιο σύμβολο όλου

του πόνου του πανάρχαιου, οπ’ ακόμα

δεν του πληρώθη απ’ τους θνητούς αιώνες

ο φόρος της ψυχής… Τι ετούτη ακόμα

ήταν κι είναι στον Άδη…

      Και σκυμμένο

το κεφάλι μου κράτησα ολοένα,

καθώς στο ντέφι μέσα έριχνα, σκλάβος

κι εγώ του κόσμου, μια δραχμή…

Μα ως, τέλος,

ο Ατσίγγανος ξεμάκρυνε, τραβώντας

ξανά τις δυο αργοβάδιστες αρκούδες,

και χάθηκε στο μούχρωμα, η καρδιά μου

με σήκωσε να ξαναπάρω πάλι

το δρόμον οπού τέλειωνε στα ‘ρείπια

του Ιερού της Ψυχής, στην Ελευσίνα.

Κι η καρδιά μου, ως εβάδιζα, βογγούσε:

«Θά ‘ρτει τάχα ποτέ, θε νά ‘ρτει η ώρα

που η ψυχή της αρκούδας και του Γύφτου,

κι η ψυχή μου, που Μυημένη τήνε κράζω,

θα γιορτάσουν μαζί;»

      Κι ως προχωρούσα,

κι εβράδιαζε, ξανάνιωσα απ’ την ίδια

πληγή, που η μοίρα μ’ άνοιξε, το σκότος

να μπαίνει ορμητικά μες στην καρδιά μου,

καθώς από ραγισματιάν αιφνίδια μπαίνει

το κύμα σε καράβι που ολοένα

βουλιάζει… Κι όμως τέτοια ως να διψούσε

πλημμύραν η καρδιά μου, σα βυθίστη

ως να πνίγηκε ακέρια στα σκοτάδια,

σα βυθίστηκε ακέρια στα σκοτάδια,

ένα μούρμουρο απλώθη απάνωθέ μου,

ένα μούρμουρο,

        κι έμοιαζ’ έλεε:

        «Θά ‘ρτει…»

 

 

Η ποιητική παραγωγή του Άγγελου Σικελιανού, περασμένη πια στον 6τομο “Λυρικό Βίο”, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ίκαρος

 

1